21 Σεπ 2008

Μαυρογιαλούριος αριθμητική



Καμιά φορά οι αριθμοί μιλάνε μόνοι τους. Και δε χρειάζεται να πολυκοσκινίζουμε τα πράγματα, να πολυαναρωτιόμαστε και να πολυβασανιζόμαστε γύρω από πρόσωπα και προσωπεία της ελληνικής πραγματικότητας τα οποία βλέπουμε να παραμένουν τα ίδια ή ακόμη να γίνονται και χειρότερα σε σύγκριση με δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια πριν. Χθες το απόγευμα για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια μιας ημερήσιας εκδρομής έπεσα πάνω στον κοστουμαρισμένο και καμαρωτό Νομάρχη ενός βορειοελλαδίτικου νομού κομπλέ, μαζί με όλους τους παρατρεχάμενούς του. Τα πρόσωπα - τα οποία θα τα χαρακτήριζα βλαχοκυριλέ με αυτό που θα έλεγα πονηρόχαζο βλέμμα - όπως και οι συμπεριφορές των τελευταίων με γύρισαν πίσω σε εποχές Μαυρογιαλούρων. Και αναρωτήθηκα, γιατί κάποιες φορές η Ελλάδα μοιάζει να έχει μπει στο ψυγείο και να έχει παραμείνει στη δεκαετία του '50, του '60 ή του εβδομήντα, με πολιτικούς που μας απευθύνονται σα να είμαστε οι χωριανοί με την καλαθούνα με τις κότες που θα πάμε να τους βρούμε στα γραφεία τους παρακαλώντας να γίνει επιτέλους ο δρόμος για το χωριό, και με παρατρεχάμενους οι οποίοι μοιάζουν να παραμένουν οι ίδιοι από γενιά σε γενιά - ίδιες φάτσες, ίδια κοψιά, ίδια σουλούπια.

Αναζητώντας απαντήσεις έψαξα να βρω, πόσοι άνθρωποι θα έμπαιναν και θα έδειχναν ενδιαφέρον σε ένα blog με προτάσεις ενάντια στη διαφθορά; Kαμιά εικοσιπενταριά. Πόσοι θα συμμετείχαν σε μια διαδήλωση ενάντια στη διαφθορά, στην ακρίβεια, στη μόλυνση του αέρα που αναπνέουν; Κανένας, δεν έχει άλλωστε οργανωθεί καμία παρόμοια μη κομματική συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Πόσοι άνθρωποι θα αγόραζαν, κάθε Κυριακή μια κυριακάτικη εφημερίδα που μοιάζει με μετεμψύχωση της Αυριανής αλλά σε ακόμη χειρότερη, χυδαιότερη μορφή; Εκατόν ενενήντα χιλιάδες. Πόσοι θα έσπευδαν να προλάβουν να αγοράσουν κανένα πλυντήριο ρούχων μισοτιμής ή ένα καινούργιο ψυγείο από την πρώτη κιόλας μέρα λειτουργίας ενός ακόμα καινούργιου υπερκαταστήματος ηλεκτρικών ειδών; Εβδομήντα χιλιάδες. Πόσοι θα σχολίαζαν αυτό ή οποιοδήποτε παρόμοιο ποστ σε οποιοδήποτε blog; Πέντε-έξι. Πόσοι θα ανέβαζαν παρόμοια ποστ ή ποστάκια αγανάκτησης, διαμαρτυρόμενοι για την ελληνική γραφειοκρατία, τη διαπλοκή και πολλά από τα προαναφερθέντα; Αρκετοί, ίσως και πολλοί. Από αυτούς, πόσοι θα έκαναν - θα κάναμε - κάτι για να πολεμήσουν πιο ενεργά και να προσπαθήσουν να αλλάξουν δομές, παραδόσεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές που βλέπουν γύρω τους και τους δυσαρεστούν; Εσείς πόσοι λέτε;

18 Σεπ 2008

Το τέλος του καπιταλισμού;



Με αφορμή τη σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση, θα μπορούσε κανείς να θέσει και αυτό το ερώτημα. Τι θα σήμαινε όμως; Μήπως το τέλος της επικράτησης της απεριόριστης αύξησης ως απόλυτης αξίας; Αύξησης της παραγωγής - η οποία πλέον παγκοσμιοποιήθηκε, εκμεταλλευόμενη το φτηνό εργατικό δυναμικό εκατομμυρίων εξαθλιωμένων σε κάθε γωνιά της γης -, της κατανάλωσης, των ποσοστών κέρδους για τον καπιταλιστικού τύπου επιχειρηματία; Μήπως μια στροφή της ανθρωπότητας προς μια άλλη μορφή ύπαρξης, στηριγμένης όχι στη φαντασιακή σημασία της αέναης 'ανάπτυξης' σε βάρος τόσο του φυσικού περιβάλλοντος όσο και των ίδιων των ανθρώπων αλλά σε αυτή της ανάπτυξης των ίδιων των ανθρώπινων σχέσεων προς μια άλλη κατεύθυνση; Μήπως τη συνειδητοποίηση ότι αυτή τη στιγμή εννιακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη πεινάνε, χωρίς να έχουν φταίξει οι ίδιοι γι' αυτό; Ή τη συνειδητοποίηση ότι η ανάδυση του καπιταλισμού - με την κεντρική σημασία που αποδίδει στην οικονομία και στη μαζική παραγωγή και κατανάλωση αγαθών - στη Δυτική Ευρώπη πριν από πολύ λίγους αιώνες υπήρξε συγκυριακή και όχι ιστορική αναγκαιότητα; Και ότι η επιβίωσή του μέχρι σήμερα οφείλεται στην ισχύ του - με την ωμή και πιο βάναυση σημασία της λέξης - και καθόλου στην 'ορθολογικότητά' του;

Για τον πρώην εξεγερμένο νέο του Μάη του '68 και νυν ευρωβουλευτή Nτανιέλ Κον-Μπεντίτ
αυτή η χρηματιστική κρίση είναι για τους νεοφιλελεύθερους καπιταλιστές ό,τι ήταν το Τσερνόμπιλ για το λόμπι της πυρηνικής ενέργειας. Είναι μια καταστροφή.

Για το Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Ονφρέ
ύστερα από τη σημερινή κρίση, ο καπιταλισμός θα πάρει νέα μορφή, εφόσον είναι άφθαρτος και λειτουργεί όπως η Λερναία Ύδρα: κόβεις ένα κεφάλι και ένα άλλο φυτρώνει στη θέση του.

Για τον πρώην δήμαρχο Λονδίνου Κεν Λίβινγκστον
δεν πρόκειται για το τέλος του καπιταλισμού, αλλά η σημερινή συγκυρία πρέπει να σημάνει μια επιστροφή σ΄ ένα πολύ πιο επεμβατικό κράτος.

Για τον πρώην βουλευτή του βρετανικού εργατικού κόμματος Τόνι Μπεν
ένα νέο εργατικό κίνημα θα προκύψει απ΄ αυτή την κρίση με μια πιο ρεαλιστική αντίληψη για το πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός.

Για τον τραγουδιστή Τζάρβις Κόκερ
είναι πραγματικά ωραίο να βλέπεις τον καπιταλισμό να τιμωρείται όπως του αξίζει, μια και το έχει παρακάνει. Ίσως λίγη ύφεση να μας κάνει καλό. Πολλοί άνθρωποι ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους. Όλοι το έχουμε κάνει: αισθάνεσαι λίγο πεσμένος, βγαίνεις κι αγοράζεις κάτι. Οι άνθρωποι μπορεί τώρα να αρχίσουν να μιλούν λίγο περισσότερο ο ένας στον άλλο, να διασκεδάζουν μεταξύ τους, όλα αυτά τα μεγάλα βόρεια στερεότυπα. Η τραγωδία είναι πως το βάρος θα το σηκώσουν οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Αυτοί που είναι υπεύθυνοι για την ύφεση μπορεί να χρειαστεί να πουλήσουν το γιοτ.

Για το σκηνοθέτη Κεν Λόουτς
είναι μια περαιτέρω απόδειξη ότι η αγορά δεν είναι και δεν μπορεί ποτέ να είναι η απάντηση. Κοιτάς τριγύρω στον κόσμο και βλέπεις μεγάλη ένδεια από τη μια πλευρά και μεγάλο πλούτο από την άλλη και αυτά τα δύο ουδέποτε συνδέονται. Η αγορά είναι πολύ ανεπαρκής, ο καπιταλισμός είναι πολύ ασταθής και απειθάρχητος και είναι παράλογο το γεγονός ότι είμαστε όλοι δεμένοι σ' αυτό τον τρομερό τροχό της αστάθειας.

Εσείς τι λέτε;

16 Σεπ 2008

Η κυρία του κυρίου



Από χθες απορώ και εξίσταμαι βλέποντας αυτό το πράγμα. Ποιο πράγμα; Απ' τη μια, ένας άνθρωπος χωρίς κάποια ιδιαίτερη μόρφωση ή απ' όσο μπορεί να δει κανείς καλλιέργεια, αλλά με πνευματικές ανησυχίες θρησκευτικού τύπου και μάλιστα της ελληνορθόδοξης ποικιλίας και με περίσσευμα τουπέ, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε το ότι πριν κάμποσα χρόνια το - τότε - συμπαθητικό μουτράκι του 'έγραφε' ωραία στις τηλεοπτικές δημοσιογραφικές εκπομπές του, προκειμένου κάποια στιγμή να αναρριχηθεί στο αξίωμα του Υπουργού Επικρατείας και κυβερνητικού εκπροσώπου της παρούσας κυβέρνησης. Και από εκεί - συγκεκριμένα από το πόντιουμ του πρες ρουμ - να μας κοιτά με πρόσωπο αυστηρό, ανασηκώνοντας ελαφρώς τα φρύδια του και ατενίζοντάς μας πάνω απ' τα γυαλιά του με το χαρακτηριστικό του υπεροπτικό υφάκι, μιμούμενος αυτό που οι Άγγλοι θα έλεγαν stiff upper lip, αλλά πολύ χοντροκομμένα. Ένα υφάκι, που ανάλογό του δεν έχω δει ούτε σε καθηγητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ή του Κέιμπριτζ (μήπως του έμεινε από την παρακολούθηση Σεμιναρίων Δημοσιογραφίας στην «Oxford Academy»); Και απ' την άλλη, τη σύζυγό του: μια γυναίκα αξιοπρεπή, μορφωμένη, με πολύ υψηλότερες απολαβές από αυτές του συζύγου της και, νομίζω, συμπαθέστερη από τον ίδιο. Η οποία όμως αναγκάζεται ξανά και ξανά να παραιτηθεί από την εργασία της ως δημοσιογράφου λόγω του ασυμβίβαστου μεταξύ αυτής της ιδιότητάς της και της ιδιότητας του συζύγου της ως κυβερνητικού εκπροσώπου. Αν με ρωτήσετε, νομίζω ότι ο πραγματικός, ο βαθύτερος λόγος της παραίτησής της δεν ήταν καθόλου αυτός. Αλλά το ότι αυτή η γυναίκα είχε την ατυχία να ζει σε μια χώρα της Μέσης Ανατολής, με βαθιά ανατολίτικες και πατριαρχικές δομές, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Και όχι ας πούμε στην Ευρώπη. Στη χώρα αυτή της Μέσης Ανατολής που λέγεται Ελλάδα, την καριέρα του όποιου κυρίου οφείλουμε να την λαμβάνουμε πολύ σοβαρότερα υπόψιν από αυτήν της όποιας κυρίας συζύγου του, ανεξαρτήτως αν η κυρία τυγχάνει πιο μορφωμένη, πιο αξιοπρεπής και με μεγαλύτερες απολαβές. Και βεβαίως ανεξαρτήτως των επαγγελμάτων τους. Διότι υποψιάζομαι - δεν ξέρω για εσάς - ότι ακόμη κι αν τα πράγματα είχαν ανάποδα, δηλαδή αν η κυρία αυτή ήταν η κυβερνητική εκπρόσωπος και ο κύριος δημοσιογράφος στην τηλεόραση, ΠΑΛΙ αυτή θα παραιτούνταν.

Μάλιστα βλέπω, όχι μόνο στους σαραντάρηδες αλλά και στους νέους, ιδίως της επαρχίας να επιζούν και να παραμένουν δημοφιλείς κάποιοι παλαιότατης κοπής κοινωνικοί ρόλοι. Βλέπω δηλαδή αρκετούς νεαρούς να ψάχνουν, εν έτει 2008 το υπάκουο γυναικάκι, που πολλά κάνει και λίγα λέει και δυστυχώς κι αρκετά κοριτσάκια πρόθυμα να μπουν στο ρόλο της σιωπηρής γλυκούλας που περιμένει υπομονετικά το στεφάνι. Κι αν επιπλέον ανοίξει κανείς την τηλεόραση, βλέπει τις τηλεοπτικές μας ενζενί - οι οποίες αποτελούν και role models για πολλές επίδοξες σιωπηρές γλυκούλες - να δηλώνουν ευήθως ότι από μικρές ονειρεύονταν το νυφικό και την κόμμωση του γάμου τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κάθε κυρία Ζαχαρέα δε νομίζω να είχε πολλές επιλογές.

15 Σεπ 2008

Καλή σου νύχτα, Σταύρο



Έφυγε σήμερα ένας άνθρωπος τον οποίο αν και δεν ήξερα, ένιωθα πολύ κοντά μου. Ίσως επειδή η μορφή του μου θύμιζε τον πατέρα μου. Παιδί της κατοχής κι αυτός, από την ίδια στερημένη γενιά με το τρομαγμένο βλέμμα, που πάνω του έμεινε ζωγραφισμένη με χρώματα ανεξίτηλα η φρίκη του πολέμου. Βαθιά ανθρώπινος, απλός και τόσο γήινος. Ένας άνθρωπος που όχι πάντα σαν ηθοποιός αλλά αναμφίβολα σαν άνθρωπος με έκανε να τον προσέχω όταν μίλαγε, να μη θέλω να χάσω λέξη. Μια φορά, θυμάμαι, είχα πέσει πάνω του στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού και τον είδα να στέκει εκεί, σαν σαστισμένος και ταυτόχρονα γαλήνιος, αμήχανος και μεγαλοπρεπής μαζί. Αυθόρμητα, θέλησα να τον πλησιάσω και να του σφίξω το χέρι, χωρίς να ξέρω γιατί. Δεν το έκανα, ίσως από δειλία, ίσως για να μην ταράξω την ηρεμία του, και το χέρι μου σα να έμεινε μετέωρο έκτοτε. Δεν τον θαύμαζα ως ηθοποιό, δεν τον απολάμβανα στο παίξιμό του όπως τον Λογοθετίδη ή τόσους άλλους από εκείνους τους παλιούς. Ίσως γιατί αρκετές ταινίες απ' αυτές που έπαιζε ήταν κατώτερες του υποκριτικού του δαιμονίου. Και οι ρόλοι στενοί, δεν τον χώραγαν. Άλλωστε αυτός είχε κάτι άλλο, που με καθήλωνε. Ένιωθα μ' αυτόν μια ξεχωριστή οικειότητα, μια ανάγκη να κλέψω λίγη απ' την αυθεντικότητά του, απ' τη δωρικότητά του. Ένας άνθρωπος ψυχικά έντιμος, αυτός νομίζω ήταν ο Σταύρος Παράβας. Και γι' αυτό τον εκτιμούσα, πρωτίστως ως προσωπικότητα και τον ένιωθα τόσο οικείο. Στα γεράματά του, πορευόταν με μια σύνταξη 850 ευρώ από το ΙΚΑ. Μια σύνταξη την οποία προτίμησε από την 'τιμητική' των 650 ευρώ που του πρόσφερε - υποχρεώνοντάς τον να επιλέξει ΜΙΑ απ' τις δυο - το βαθιά ειρωνικό, στην αδιαφορία του ελληνικό κράτος. Θα ήμουν ηλίθιος, για να μην πω κάτι άλλο, αν επέλεγα αυτήν την δεύτερη σύνταξη, έλεγε και είχε δίκιο.

Καλή σου νύχτα, Σταύρο.

Στη Μόσχα αδερφοί μου, στη Μόσχα



Μετά την ιστορία με τη Μονή Βατοπεδίου και τις μπίζνες της με το δημόσιο, μια άλλη μονή, τη φορά αυτή η Μονή Ιβήρων, εγείρει αξιώσεις επί ενός κομματιού 'φιλέτο' της Κόκκινης Πλατείας της Μόσχας, το οποίο υποστηρίζουν ότι τους ανήκει, ως μετόχι. Δεν ξέρω, ούτε νομίζω ότι θα με ενδιέφερε τι είδους βυζαντινά, οθωμανικά ή και μεταγενέστερα έγγραφα ιδιοκτησίας επικαλούνται, αναρωτιέμαι όμως: αν δεν κάνω λάθος οι άνθρωποι αυτοί, οι μοναχοί του Αγίου Όρους, αρνούμενοι και αποσυρόμενοι από τα εγκόσμια - γι' αυτό τους ξέρουμε και ως αναχωρητές - υποτίθεται ότι θα έβρισκαν στο Άγιο Όρος το ερημητήριό τους προκειμένου να αφοσιωθούν στον Θεό τους, αλλά και να αφιερωθούν στις πνευματικές επιδιώξεις τους. Και αναμφισβήτητα, ως αυτοδιοικούμενη μοναστική κοινότητα και κέντρο του μοναχισμού εν Ελλάδι, το Άγιο Όρος μετράει πολλούς αιώνες θρησκευτικής αλλά και πολιτιστικής σπουδαιότητας για την Ελλάδα, τα Βαλκάνια, και την ίδια την Ευρώπη. Χαρακτηριστικό του και το περίφημο Άβατο, η απαγόρευση δηλαδή εισόδου γυναικών σε αυτή τη μοναστική πολιτεία. Όμως, παρά το ότι γυναίκες δεν επιτρέπεται να εισέλθουν στο Άγιο Όρος, έχω την αμυδρή εντύπωση ότι από το Άβατο καταφέρνουν και περνάνε κάποια άλλα πράγματα: επιχειρηματικές φιλοδοξίες, νοοτροπίες που περιστρέφονται γύρω από τον άξονα του κέρδους και ολόκληρη η ιδεολογία της ατομικής ιδιοκτησίας. Με συνέπεια, άνθρωποι οι οποίοι υποτίθεται ότι αρνήθηκαν τις μικρότητες και ποταπότητες του σύγχρονου καπιταλιστικού πολιτισμού, να συμπεριφέρονται ως στυγνοί επιχειρηματίες. Άραγε, πρόκειται για σημείο των καιρών, για απόδειξη ότι ο καπιταλιστικός ανθρωπότυπος, ο homo oeconomicus, τρύπωσε ΚΑΙ εκεί, ή απλώς για μια ακόμη περίπτωση ανθρώπινης απληστίας;

Πάπας Βενέδικτος για πρόεδρος



Βλέπω τη θεούσα υποψήφια αντιπρόεδρο των Ρεπουμπλικανών κυρία Σάρα Πέιλιν, και σκέπτομαι τι μέλλει γενέσθαι. Ο Ομπάμα μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, υπερβολικά λεπτός για τους χαμπουργκεροφάγους Αμερικανούς, και πέραν αυτού επέλεξε για υποψήφιο αντιπρόεδρο κάποιον ο οποίος βγήκε και είπε ότι η Χίλαρι θα ήταν καλύτερη απ' αυτόν για αντιπρόεδρος. Οπότε, αν κατά πως πάνε τα πράγματα βγει πρόεδρος ο γηραιός και όχι και πολύ υγιής Μακ Κέιν και κάποια στιγμή όντας πρόεδρος τα κακαρώσει, πρόεδρος θα γίνει η κυρία αυτή. Σα να λέμε μια κυρία Λουκά - τηρουμένων των όποιων αναλογιών εσείς επιθυμείτε - πλανητάρχης. Πέραν του βιβλικού μικρού της ονόματος, πράγμα διόλου ασυνήθιστο στους Αγγλοσάξονες - τόσο στην εδώ όσο και στην εκεί πλευρά του Ατλαντικού ονόματα με βιβλική καταγωγή όπως Σάρα, Ντέιβιντ, Μπέντζαμιν, Ντάνιελ, Τζούντιθ και άλλα πολλά φοριούνται πολύ -, η κυρία Πέιλιν έχει επιπλέον καταστήσει τη Βίβλο και οδηγό ζωής, κάτι που ομολογουμένως ΔΕΝ συναντάται και τόσο συχνά. Όπως έχει επίσης την πεποίθηση - κατά δήλωσή της - ότι βρίσκεται στη γη σε αποστολή από τον Κύριο. Πρόκειται δηλαδή για μια υποψήφια σφιχτοδεμένη στο άρμα της θρησκείας, η οποία θα μπορούσε άνετα να προσελκύσει τα εκατομμύρια των διαρκώς αυξανόμενων νεοχριστιανών ψηφοφόρων των ΗΠΑ.

Επιστρέφοντας στα δικά μας βλέπω ότι ένας άλλος κύριος, με μικρό κάπα αυτή τη φορά και ονόματι Πελέκης, εκ των πρωταγωνιστών της ιστορίας με την ανταλλαγή εκτάσεων και ακινήτων του δημοσίου με εκτάσεις της Μονής Βατοπαιδίου, της οποίας ήταν μέχρι πρότινος νομικός σύμβουλος, κουμπάρος επίσης του κυβερνητικού εκπροσώπου και πεθερός του πρώην υπουργού Ναυτιλίας, ήταν αυτός που το 2000, όταν ξέσπασε ή διαμάχη των ταυτοτήτων, κατέθεσε την τέταρτη κατά σειρά προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες ως παράνομη και αντισυνταγματική. Μιλάμε δηλαδή για έναν άνθρωπο στον οποίο ο διαχωρισμός μεταξύ κράτους και εκκλησίας μάλλον δεν θα καθόταν και πολύ καλά. Όπως δεν θα καθόταν καλά και στους ουκ ολίγους πολιτικούς-πνευματικούς υιούς του ηγούμενου της μονής - και απ' ό, τι φαίνεται πολύτεκνου πνευματικού πατέρα - Εφραίμ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο προαναφερθείς κυβερνητικός εκπρόσωπος. Αλλά και σε πλείστους άλλους πολιτικούς όλων των κομμάτων, τους οποίους βλέπω εδώ και χρόνια κάθε φορά που έρχονται στη Θεσσαλονίκη να μην επισκέπτονται προσωπικότητες από το χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, των νέων τεχνολογιών, της επιχειρηματικότητας ή έστω της πολιτικής, αλλά πρώτη και καλύτερη τη μεσαιωνική αυτή φιγούρα που ακούει στο όνομα Άνθιμος.

Απ' την άλλη, λιγότερο θρησκόληπτος απ' όλους τους προηγούμενους εμφανίζεται ποιος; Ο 81χρονος Πάπας Βενέδικτος 160ς, ο οποίος, σε πρόσφατη επίσκεψή του στη Γαλλία, τόνισε την... ουσιαστική σημασία του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας! Ο Αρχηγός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, της μεγαλύτερης θρησκευτικής πολυεθνικής σήμερα στη Δύση, εμφανίζεται με άλλα λόγια λιγότερο θρησκόληπτος από κάμποσους πολιτικούς ηγέτες κρατών σύγχρονων και υποτίθεται εκκοσμικευμένων. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα έλεγα Πάπας Βενέδικτος για πρόεδρος! Κι αν εκλεγεί ποιος ξέρει, ίσως κάτι κάνει και για την Ελλάδα: τουλάχιστον μια επίσημη επίσκεψη στην οποία να μιλήσει για τον διαχωρισμό μεταξύ εκκλησίας και κράτους.

11 Σεπ 2008

Tα τρένα μου αργά



Μόλις επέστρεψα από ένα ταξιδάκι-αστραπή από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα με το ιντερσίτι 'εξπρές'. Tα εισαγωγικά διότι μόνο εξπρές δε μπορεί να χαρακτηριστεί ένα τρένο που για να καλύψει μια απόσταση 500 χιλιομέτρων χρειάζεται πέντε (!) ώρες - τόσο ακριβώς κάναμε. Τη στιγμή μάλιστα που η υποτιθέμενη διάρκεια του ταξιδιού δεν υπερβαίνει τις τέσσερις. Και τη στιγμή επίσης, που άλλα τρένα, υψηλών ταχυτήτων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες - και δε μιλάω εδώ απαραιτήτως για βορειοευρωπαϊκές χώρες αλλά και για την Ισπανία ή την Πορτογαλία - δε θα χρειάζονταν περισσότερες από δυο-δυόμισι ώρες για να καλύψουν την ίδια απόσταση. Αξιοσημείωτο παραμένει ότι περισσότερες από μια φορές το ταξίδι αποδείχθηκε πιο σύντομο στη διαδρομή από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα: το καλύψαμε, με το 'εξπρές' της αργοπορίας, σε μόλις τεσσεράμισι ώρες. Ίσως διότι πρόκειται για... κατηφόρα. Στις ανηφοριές της επιστροφής, το εξπρές τρένο μας φάνηκε να... κουράζεται εύκολα. Και ας μη μιλήσω για άλλα πράγματα, όπως οι φωτεινοί πίνακες στις αποβάθρες του Σταθμού Θεσσαλονίκης, που από τότε που τοποθετήθηκαν παραμένουν... σκοτεινοί, με συνέπεια να μην ξέρει κανείς σε τι τρένο μπαίνει, για που και με ποια ώρα αναχώρησης. Ούτε θα μιλήσω για τη βρώμα και τη δυσωδία, σήματα κατατεθένα των σιδηροδρομικών σταθμών των δυο μεγάλων μας πόλεων. Αυτά πλέον θεωρούνται αναπόσπαστα κομμάτια της... φολκλόρ ατμόσφαιρας που απολαμβάνει κανείς σε αυτούς, παρέα με την πανταχού παρούσα μυρωδιά αποχωρητηρίου, τα πεταμένα αποτσίγαρα και τα ξεφλουδισμένα παλιά βαγόνια που μας υποδέχονται πλησιάζοντας με το τρένο τους σταθμούς. Αυτό όμως που εξακολουθεί να μου κάνει εντύπωση δεν είναι άλλο από την χειρίστου είδους δημοσιοϋπαλληλική συμπεριφορά των υπαλλήλων στα γκισέ έκδοσης εισιτηρίων η οποία, μαζί με τις συνθήκες που επικρατούν εντός των γκισέ, γυρίζουν τον επίδοξο επιβάτη πολλές δεκαετίες πίσω: απροθυμία, αργοπορία και βαριεστημάρα, παρέα με την τσιγαρίλα που αναδύεται από το εσωτερικό. Και απ' την άλλη, η αρπακτική, ανέντιμη συμπεριφορά των υπαλλήλων της εταιρίας που διαχειρίζεται τα εστιατόρια των τρένων, οι οποίοι όταν ζητάς ένα τοστ σου δείχνουν τα πιο ακριβά σάντουιτς και ΜΟΝΟ αν ξέρεις, από προηγούμενα ταξίδια, ότι υπάρχουν και τα φθηνότερα, εξίσου νόστιμα συνηθισμένα τοστ και τα ζητήσεις, ομολογούν την ύπαρξή τους και παίρνεις αυτό που ζήτησες.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να ταξιδέψω λέω να προτιμήσω το (ακόμη πιο) αργό τρένο, να φορέσω και το σομπρέρο μου και να παραδοθώ, μαζί με τους υπόλοιπους ζαβλακωμένους από το αργόσυρτο ντούκου-ντούκου επιβάτες, στη γοητεία ενός ταξιδιού... στο παρελθόν. Με ή χωρίς τοστ.

7 Σεπ 2008

Ελλάς Ελλήνων Βολεψάκηδων



Μας βλέπω πολλές φορές, στα blogs και όχι μόνο να καταδικάζουμε την ανικανότητα των Ελλήνων πολιτικών, τη φαυλότητά τους και την αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και έργων. Αλλά και την αναλγησία κρατικών υπηρεσιών, υπουργείων και κυβερνήσεων. Άραγε, αναρωτηθήκαμε ποτέ εμείς οι ίδιοι, οι σημερινοί εικοσάρηδες, τριαντάρηδες, σαραντάρηδες και πενηντάρηδες - και όχι ας πούμε οι ηλικιωμένοι, που εν πάση περιπτώσει υποτίθεται ότι έζησαν σε άλλες εποχές - τι κάνουμε; Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί γεμίζουμε πλαστικά μπουκαλάκια, γόπες, σακούλες, και κάθε λογής σκουπίδια δρόμους και πεζοδρόμια; Γιατί όταν έχει πολύ κίνηση στρίβοντας στο φανάρι θα σπεύσουμε να χωθούμε από δεξιά και γιατί όταν βιαζόμαστε θα κάνουμε ότι δεν βλέπουμε τον πεζό που περιμένει να περάσει απέναντι; Γιατί όταν δεν κοιτάει κανείς θα κάνουμε αναστροφή εκεί που απαγορεύεται, θα μπούμε στον πεζόδρομο ή ανάποδα στον μονόδρομο για να κόψουμε δρόμο και θα παρκάρουμε καβαλώντας το πεζοδρόμιο για να μην περπατάμε μετά πολύ; Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί είμαστε υπερχρεωμένοι με δόσεις για το SUV που δεν είχαμε χρήματα να αγοράσουμε αλλά το θέλαμε για να κάνουμε τη φιγούρα μας - εμείς, οι οποίοι κατά τα άλλα είμαστε υπεράνω τέτοιων πραγμάτων -, με πιστωτικές κάρτες που εμείς φορτώσαμε στους εαυτούς μας και με δόσεις που πληρώνουμε επειδή θέλαμε, παρά τις τρύπιες τσέπες μας, να αγοράσουμε το τάδε ακριβό ρολόι ή το δείνα ακριβό κινητό; Αναρωτηθήκαμε γιατί παρά τα όσα λέμε στα blogs μας θα βάλουμε 'μέσο' όταν χρειαστεί και μετά θα σφυρίζουμε αδιάφορα; Γιατί σταματήσαμε να καλημεριζόμαστε με τους γείτονες και γιατί δε μας νοιάζει αν ο κολλητός μας έμεινε άνεργος ή αν αρρώστησε το παιδί του συναδέλφου, αρκεί εμείς να 'μαστε καλά; Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί ξεχάσαμε να μαγειρεύουμε και σκορπάμε τα λεφτά μας σε ντελίβερι, ή γιατί ενώ υποτίθεται ότι οι Έλληνες γίνονται καθημερινά φτωχότεροι δε βρίσκουμε τραπέζι να καθίσουμε στην ταβέρνα και σκαμπό στην καφετέρια ή το μπαράκι; Αναρωτηθήκαμε ποτέ γιατί δεν μπήκαμε στον κόπο να φυτέψουμε ένα δεντράκι σε έναν κοινόχρηστο χώρο έστω της γειτονιάς μας έτσι, για να ομορφύνει λίγο βρε αδερφέ, ή πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκαμε να περπατήσουμε στην έρμη αυτή γειτονιά, χωρίς να γυρίζουμε το κεφάλι μας απ' την άλλη στη θέα των άλλων ανθρώπων;

Άραγε γι' αυτά όλα ποιος φταίει;

Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε



Εδώ και καιρό έχω αντιληφθεί ότι στη μπλογκόσφαιρα κυριαρχεί μια περίεργη, σιωπηρή αυτολογοκρισία. Τι εννοώ; Σε όσα μπλογκς μπαίνω θα βρω ποικιλία πραγμάτων: από σουρεαλιστική και μη ποίηση μέχρι 'κράξιμο' πολιτικών, δημοσιογράφων και εν γένει 'επωνύμων'. Θα βρω κουτσομπολιά γύρω από την επικαιρότητα αλλά και ανάλαφρα ποστάκια που διακωμωδούν ή διεκτραγωδούν - πάντα όμως με κομψό, εύπεπτο και ανώδυνο για τον διαχειριστή του μπλογκ τρόπο - τη νεοελληνική πραγματικότητα. Επίσης θα βρω μουσικά και ταξιδιωτικά, εκδρομικά και γαστρονομικά, ποστάκια του τύπου πόσο ωραίοι τύποι και μπον βιβέρ είμαστε, και πόσο καλά περνάμε με τα ωραία μας και με τα μπλογκάκια μας. Αυτό όμως που απουσιάζει εξόφθαλμα δεν είναι άλλο από την ωμή πραγματικότητα, την καθημερινότητα της ανεργίας, της ακρίβειας, των χίλιων-δυο πραγμάτων που μας ταλαιπωρούν και μπορεί να τα κουβεντιάζουμε με τη γυναίκα μας, με τον άντρα μας ή τον κολλητό μας αλλά επ' ουδενί δεν τα αφήνουμε να περάσουν και στα μπλογκς μας. Διακρίνω με άλλα λόγια μια ατμόσφαιρα στα μπλογκς κάπως παρόμοια με του facebook, όπου οι περισσότεροι γεμίζουν τις προσωπικές τους ιστοσελίδες με φωτογραφίες από πάρτι, επιθυμώντας να μην αφήσουν καμία αμφιβολία ότι ακολουθούν πλήρως το ρηχό πνεύμα της εποχής, και ότι μόνη τους φιλοδοξία ήταν πάντα να μετατρέψουν τη ζωή τους σ' ένα ατέλειωτο, ασυνέφιαστο πάρτι. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν θα 'λεγα ότι αυτό συμβαίνει και στα μπλογκς. Απλώς έχω αντιληφθεί ότι λιγότερο ανώδυνα, πιο προσωπικά πράγματα δεν αναρτώνται, για να μη χαλάσουν τη... συνταγή. Έτσι, τα ελληνικά μπλογκς δίνουν την εντύπωση ότι ανήκουν σε ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ άνεργοι, ετεροαπασχολούμενοι ή απλώς εργαζόμενοι κάπου που ΔΕΝ τους άρεσε, που δεν αρρώστησαν ή δεν έχασαν ποτέ κάποιο δικό τους πρόσωπο, που δεν χρειάστηκε ΠΟΤΕ να βάλουν 'μέσο' για κάτι που δε θα 'πρεπε. Σε ανθρώπους που ΔΕΝ τους απασχολεί η ακρίβεια, το ότι εκατομμύρια Έλληνες, στριμωγμένοι οικονομικά από χίλιες-δυο μεριές - αλλά προφανώς όχι οι ίδιοι - ζουν μέρα με τη μέρα, σε ανθρώπους που ΔΕΝ έχουν δόσεις να πληρώνουν κάθε μήνα, που ΔΕΝ ζουν σε διαμερίσματα με ενοχλητικούς γείτονες, που ΔΕΝ δυσκολεύονται να βαδίσουν σε κατειλημμένα από αυτοκίνητα πεζοδρόμια, που ΔΕΝ τους ενοχλούν μηχανάκια που μαρσάρουν ξημερώματα, που, εν τέλει, ΔΕΝ ζουν στη σημερινή Ελλάδα. Λυπάμαι αν κάπου φάνηκα να υπερβάλλω, αλλά απλώς αυτή την εντύπωση έχω αποκομίσει στα σχεδόν δυο χρόνια που κάνω μπλόγκινγκ. Διότι καλή η ποίηση, καλά και τα ταξιδάκια και οι μαγειρικές, καλή και η δημοσιογραφίστικη, κυριλέ και εξ αποστάσεως κριτική στο νεοελληνικό φαντασιακό - την οποία κάποιοι σε εφημερίδες και περιοδικά μπορεί να κάνουν εξίσου καλά και μάλιστα να πληρώνονται γι' αυτό -, αλλά... το σημαντικότερο νομίζω ότι λείπει. Και λείπει διότι πολλοί ξεκίνησαν ένα μπλογκ για να περνάνε ευχάριστα τον ελεύθερο χρόνο τους και μάλλον αυτό περιμένουν κι από τα υπόλοιπα μπλογκς, να κουβεντιάζουν δηλαδή όσο τραβάει η ψυχή τους για όσα δεν τους αρέσουν ή τους στεναχωρούν αρκεί να μην τρωθεί η εικόνα τους, αρκεί να μην αναγκαστούν να μιλήσουν για τους ίδιους, για τα ΔΙΚΑ τους προβλήματα. Σε αρκετούς ένα πράγμα θα είχα να πω: παιδιάαα! Ξυπνάτε!
;-)

4 Σεπ 2008

Ακολουθώντας το κοπάδι



Έχω την εντύπωση ότι πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα θα προτιμούσαν να παρακολουθήσουν την διακοσιοστή εικοστή πέμπτη συναυλία του Γιώργου Νταλάρα στο Ηρώδειο, παρά να αγοράσουν το πρώτο cd ενός νέου καλλιτέχνη. Θα προτιμούσαν να ακούσουν τις αναλύσεις του γηραιού Σεραφείμ Φυντανίδη στα δελτία ειδήσεων του ΣΚΑΪ ή να εμβαθύνουν στις απόψεις κάποιου επίσης γηραιού καθηγητού πανεπιστημίου στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, παρά να μπουν στο μπλογκ ενός νέου, σκεπτόμενου ανθρώπου. Θα προτιμούσαν να αγοράσουν το δέκατο έβδομο μυθιστόρημα της Μάρας Μεϊμαρίδη στην πεντηκοστή έκτη του έκδοση αμέσως μόλις εκδοθεί, από το πρώτο ενός οποιουδήποτε νέου συγγραφέα. Τι συμβαίνει; Απλώς, κάποιοι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν και απολαμβάνουν ισοβίως την ευκαιρία - τις ευκαιρίες - να εμφανίζονται στις τηλεοράσεις, στα αρχαία θέατρα, στις εφημερίδες, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και εν γένει να πρωταγωνιστούν στην επικαιρότητα, μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Μάλιστα και οι ίδιοι, ίσως από απληστία, από ματαιοδοξία, από κεκτημένη ταχύτητα ή απλώς από εγωισμό, το επιδιώκουν αδίστακτα. Άραγε φταίνε αυτοί, που θέλουν μέχρι και τον τάφο να βρίσκονται στην επικαιρότητα, ή όλοι οι υπόλοιποι που τους προβάλλουν αλλά και τους προτιμούν; Αυτοί δηλαδή που θα καθίσουν να τους ακούσουν στην τηλεόραση, που θα αγοράσουν τα μυθιστορήματά τους, τα cd τους και τα απομνημονεύματά τους; Γιατί άραγε το βιβλιαράκι που έβγαλε ο Γιάννης Παπαμιχαήλ για τη ζωή της Αλίκης Βουγιουκλάκη πουλάει πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε νέο συγγραφέα; Γιατί μας αρέσει να μηρυκάζουμε τα πολιτιστικά προϊόντα και υποπροϊόντα - είτε πρόκειται για δημοσιογράφους και 'καλλιτέχνες', είτε για συγγραφείς, 'διανοούμενους' και κάθε καρυδιάς καρύδι- που μας σερβίρουν εδώ και δεκαετίες το ελληνικό και το διεθνές σταρ σίστεμ και μάλιστα αδιαμαρτύρητα; Γιατί είμαστε η μόνη χώρα από αυτές της περιοδείας της Μαντόνα στην οποία εξαντλήθηκαν τα εισιτήρια για τη συναυλία της;

Μήπως λειτουργούμε σαν κοπάδι; Μήπως μετατρέψαμε την Ελλάδα σε μια θεατρική σκηνή, στην οποία πάσης φύσεως γηραιοί ηθοποιοί - από τη Μαντόνα μέχρι τον Σεραφείμ Φυντανίδη - που αρνούνται να συμβιβαστούν με την ηλικία τους και με την ύπαρξη νεότερων ταλαντούχων ανθρώπων, απολαμβάνουν κάθε βράδυ την τελευταία τους παράσταση;

27 Αυγ 2008

Όταν σταμάτησε ο χρόνος



Αναρωτιέμαι, ως Αθηναίος που άφησα πίσω μου την Αθήνα και ζω εδώ και λίγα χρόνια στην ελληνική επαρχία, αν μπορεί κανείς να φανταστεί στην Αθήνα μια εκκλησία ανά δυο ή το πολύ τρία οικοδομικά τετράγωνα, που γεμίζει κάθε μέρα από νέους ανθρώπους. Και κάνοντας μια βόλτα να βλέπει τα ίδια, σαν βγαλμένα από φωτοτυπικό μηχάνημα πρόσωπα ανθρώπων παραμορφωμένα από την τριβή με την ανελέητη επαρχιακή καθημερινότητα. Ανθρώπων που περνούν τις ζωές τους εμπρός σε πράσινες από γήπεδα ποδοσφαίρου και καπνισμένες από καπνούς τσιγάρων οθόνες τηλεοράσεων τοποθετημένες σε καφετέριες, σε γυράδικα ή στα κακόγουστα σαλονάκια των κολλητών, σε γειτονιές στις οποίες οι ίδιοι μπαρμπάδες σωριάζονται τα καλοκαίρια βαριεστημένοι, με τα φανελάκια, στις ίδιες ξύλινες ή πλαστικές καρέκλες πάνω στα πεζοδρόμια χωρίς να μιλάνε, κουρασμένοι από την ίδια τους την κούραση. Πρόκειται για γειτονιές, για μυρμηγκοφωλιές με εκατοντάδες, χιλιάδες ανθρώπινα μυρμήγκια που κουβαλούν καθημερινά στις πλάτες τους αγόγγυστα τον επαρχιακό μικροαστισμό τους, κινούμενα σαν υπνωτισμένα γύρω από τους ίδιους άξονες: εκκλησία, τηλεόραση, μεροκάματο και μια στις τόσες στην ταβέρνα για λίγη ρετσίνα και κανένα κοψίδι. Κατά τα άλλα ζούμε σε μια εποχή του ίντερνετ, των ταχύτερων ρυθμών στις επικοινωνίες, τις μεταφορές αλλά και στις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις, της πολυπολιτισμικότητας και τόσων άλλων προκλήσεων και εξελίξεων. Αλλά η ελληνική επαρχία, δηλαδή ολόκληρη η Ελλάδα εκτός του λεκανοπεδίου Αττικής, παραμένει ανεξέλικτη, κολλημένη σε μια δική της, κατάδική της εποχή. Γιατί; Διότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θέλουν να αλλάξουν, κουβαλούν μέσα τους το αθάνατο γονίδιο του επαρχιακού συντηρητισμού, της βαθιά ριζωμένης απέχθειας προς ο, τιδήποτε απειλεί να ταράξει το επαρχιωτικό τους νιρβάνα. Δεν γουστάρουν τις αλλαγές, τις θεωρούν εκ προοιμίου ύποπτες, όπως άλλωστε διδάσκει η ορθόδοξη εκκλησία, η μόνη αυθεντία την οποία γεννήθηκαν και ανατράφηκαν ώστε να εμπιστεύονται. Για τους άνδρες η αθλητική εφημερίδα, το καθημερινό τσιγάρο, απαραίτητο αξεσουάρ του βλακώδους στησίματος που υποχρεώθηκαν εκ γενετής να υιοθετήσουν, όπως και το μηχανάκι ή το γρήγορο«φτιαγμένο» αυτοκίνητο και η κουτοπονηριά, συνθέτουν τον ιστό της αράχνης στον οποίο καταδικάστηκαν σε ισόβιο εγκλωβισμό. Για τις γυναίκες το συνοικιακό κομμωτήριο, ένα τουλάχιστον σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, ένας καλός γαμπρός, δηλαδή ένα παλικάρι που δε θα δέρνει ή δε θα βρίζει πολύ – περισσότερες απαιτήσεις δεν υπάρχουν – και ένα διαμερισματάκι εντός του οποίου θα γεννήσουν τα παιδιά που τα πεθερικά περιμένουν ανυπόμονα. Κάπως έτσι σκοτώνουν το χρόνο τους οι άνθρωποι εκτός Αθηνών… πρόκειται άλλωστε για το μοναδικό πράγμα που διαθέτουν σε αφθονία, άρα μπορούν να το σκοτώνουν κάθε μέρα.