5 Μαΐ 2010

Η δημοκρατία των δημοσιογράφων

Όλο και συχνότερα τελευταία – τους τελευταίους μήνες, τα τελευταία χρόνια – βλέπω σε πάνελ ενημερωτικών εκπομπών καλεσμένους από τους οικοδεσπότες δημοσιογράφους αντί για τους άμεσα εμπλεκόμενους στο όποιο ζήτημα άλλους… δημοσιογράφους. Αυτό το βλέπω συγκεκριμένα τόσο στην κατά τα άλλα αξιολογότατη εκπομπή του Γιάννη Πολίτη στη ΝΕΤ, όσο και σε άλλες, όπως σε αυτήν της περασμένης Δευτέρας του Νίκου Χατζηνικολάου στο Alter με καλεσμένο τον υπουργό Οικονομικών και τρεις… δημοσιογράφους. Η εντύπωσή μου είναι ότι όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι που μονοπωλούν τα τηλεοπτικά πάνελ έχουν αναλάβει, αναλαμβάνουν όλο και περισσότερο έναν πληθωρικό ρόλο εκπροσώπησης κοινωνικών ομάδων και απόψεων, περίπου όπως και οι πολιτικοί, αλλά χωρίς καν να έχουν ψηφιστεί: αυθαίρετα δηλαδή και αυτόκλητα. Αν για παράδειγμα οι οικοδεσπότες έχουν καλεσμένη, όπως ο Γιάννης Πολίτης την περασμένη Δευτέρα, την υπουργό Παιδείας και στο τραπέζι το θέμα των αδιόριστων εκπαιδευτικών, δεν ακούγεται στην εκπομπή η φωνή κάποιου εκπροσώπου των εκπαιδευτικών (διότι δεν έχει καλεστεί) αλλά ενός δημοσιογράφου του πάνελ που έχει αναλάβει να… μεταφέρει στην υπουργό τις απόψεις των εκπαιδευτικών. Ή αν, όπως στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου πάλι της περασμένης Δευτέρας, έχουν καλεσμένο τον υπουργό Οικονομικών, αμέσως μάλιστα μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων, δεν υπάρχει στο πάνελ κάποιος εκπρόσωπος των θιγόμενων εργαζόμενων ή συνταξιούχων αλλά δυο ή τρεις δημοσιογράφοι – διευθυντές εφημερίδων και σχολιαστές δελτίων ειδήσεων – που ‘εκπροσωπούν’ τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους και συνδιαλέγονται με τον υπουργό εκ μέρους τους. Αυτή η τακτική δυστυχώς ακολουθείται πολύ καιρό τώρα, ρηχαίνοντας την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου ιδίως πάνω σε φλέγοντα ζητήματα και δημιουργώντας ένα σκανδαλώδες δημοκρατικό έλλειμμα. Νομίζω ότι ούτε ειδικοί επί παντός επιστητού μπορούν να είναι οι διευθυντές εφημερίδων που κλήθηκαν στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου να κουβεντιάσουν με τον οικονομολόγο υπουργό Οικονομικών την στενά οικονομική ορθότητα των μέτρων, ούτε και θα έπρεπε εν γένει να λειτουργούν οι ενημερωτικές εκπομπές βάσει της τακτικής του καρπουζιού και του μαχαιριού ή του Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει. Ο πλουραλισμός, ο άμεσος, ουσιαστικός διάλογος άνευ αυτόκλητων μεσολαβητών και ‘εκπροσώπων’, η ριζική και όχι διαμεσολαβημένη αντιπαράθεση μεταξύ αρμόδιων υπουργών ή εκπροσώπων μιας κυβέρνησης και θιγόμενων από τις πολιτικές τους πολιτών αποτελεί την ψυχή, τον πυρήνα μιας δημοκρατικής πολιτείας. Και στους καιρούς που ζούμε λάμπει δια της απουσίας της ή μάλλον δια της πανταχού παρούσας δημοσιογραφικής μεσολάβησης.

4 Μαΐ 2010

Δράση και αντίδραση

Σήμερα το ΚΚΕ ανέβασε άλλο  ένα πανό στα αγγλικά στην Ακρόπολη. Αύριο θα απεργήσουν ακόμη και οι έμποροι, σε μια μέρα που προβλέπεται ‘καυτή’ σε αντιδράσεις. Ήδη η περιρρέουσα οργή έχει αρχίσει να ξεχειλίζει, στοχοποιώντας τους πλέον άσχετους (γιατί δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά στην Ελλάδα για οτιδήποτε την πληρώνουν οι λιγότερο φταίχτες): μιλάω βέβαια για τη δημόσια λοιδορία του Απόστολου Κακλαμάνη, αξιοπρεπέστατου εναπομείναντα της παλιάς γενιάς πολιτικών, ανθρώπου που σε αντίθεση με πολλούς παλιούς του ή και νεότερους ‘συντρόφους’ του ΠΑΣΟΚ δεν έδωσε ποτέ δικαιώματα. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκε τη λάθος ώρα στο λάθος μέρος. Κάτι που στο εξής φαίνεται να ισχύει γενικότερα για τους πολιτικούς: θα βρίσκονται στη λάθος χώρα τη λάθος χρονική περίοδο. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι βραβεύονται. Αποδεικνύοντας ότι ακόμη κάποιοι μπορούν και κολυμπάνε κόντρα στα δυνατά ρεύματα που θέλουν να μετατρέψουν τη νέα γενιά σε ένα απέραντο πλήθος κυνικών νάρκισσων θαμώνων του Facebook, καφενόβιων και κλαμπόβιων. Κάποιοι άλλοι ή πιο συγκεκριμένα μια καλή μου φίλη, φεύγουν. Φεύγει η φίλη σε ανθρωπιστική αποστολή στην Αϊτή με μια ΜΚΟ, για ένα χρόνο. Δείχνοντας και αυτή ότι υπάρχει αυτή η περιβόητη άλλη Ελλάδα που τώρα τελευταία λάμπει δια της απουσίας της, ότι εξακολουθούν ορισμένοι μεταξύ μας να παραμένουν απρόσβλητοι από τα μικρόβια που κυοφορεί η ρουτίνα, η καθημερινότητα (ξέρετε για τι είδους μικρόβια μιλάω, απ’ αυτά που κρύβονται στα μαξιλάρια του καναπέ τα βραδάκια μπροστά στην TV). Προτιμώ να σκέφτομαι αυτούς που φεύγουν, αυτούς που βραβεύονται από αυτούς που μένουν αναρτώντας πανό στην Ακρόπολη ή βρίζοντας ανυποψίαστους πολιτικούς εξιλαστήρια θύματα. Γιατί η καλύτερη αντίδραση είναι η δράση η οραματική, η ρηξικέλευθη. Όχι η εύκολη, η ‘μια από τα ίδια’ ενέργεια που δεν φέρει εντός της το διαφορετικό, το εναλλακτικό. Νομίζω.

2 Μαΐ 2010

Τα μέτρα που δεν πάρθηκαν...

Μια ομιλία που ‘βρωμάει’ από χιλιόμετρα – για όσους έχουμε έστω και ελάχιστη εμπειρία ως λογογράφοι – ότι έχει γραφτεί από επαγγελματίες λογογράφους ή αν θέλετε επικοινωνιολόγους, ιδίως στα περί ‘νέου πατριωτισμού’ και άλλα τέτοια επικοινωνιακά καρυκεύματα. Ένας πρωθυπουργός που ακόμα και σε αυτή την κρίσιμη ώρα δεν μπορεί να σηκώσει το κεφάλι από τα γραπτά του, να μας κοιτάξει έστω και για λίγο στα μάτια, να δώσει έστω μια ψευδαίσθηση αμεσότητας. Τα ίδια τα μέτρα θα έπρεπε να είχαν παρθεί από πολλά χρόνια. Η παγκόσμια πρωτοτυπία του 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους που εκτόξευαν τις απολαβές τους ακόμη πιο ψηλά σε σχέση με των σκληρότερα εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα ήταν ώρα να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Η απελευθέρωση των απολύσεων (συνεπώς και των προσλήψεων) όπως ήδη συμβαίνει σε χώρες όπως η Φινλανδία ή η Δανία, η εξυγίανση εν γένει της βαριά άρρωστης εργασιακής μας πραγματικότητας ήταν καιρός να έρθει. Και μια και οι αιωνίως φοβούμενοι το ‘πολιτικό κόστος’ άτολμοι πολιτικοί ταγοί της ταλαίπωρης αυτής χώρας δεν είχαν τα κότσια να πάρουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες, ήταν ανάγκη να φτάσουμε ως εδώ, να περιμένουμε το ΔΝΤ για να αναλάβει το ίδιο αυτό το δυσβάσταχτο κόστος, να το πάρει από τις πλάτες τους. Το ότι φτάσαμε ως εδώ δεν οφείλεται μόνο στους ίδιους τους πολίτες – αυτούς που οι μεγαλόστομοι πολιτικοί αρέσκονται να αποκαλούν ‘ελληνικό λαό’ – που αφέθηκαν να αποχαλινωθούν, που δόθηκαν ψυχή τε και σώματι στον άκρατο καταναλωτισμό, τον εαυτουλισμό, τον δηθενισμό, τον μηδενισμό που διαποτίζει ιδίως τους νεότερους. Η σημερινή κατάντια οφείλεται κυρίως στους άτολμους, ασπόνδυλους πολιτικούς που επί δεκαετίες μετρούσαν το πολιτικό κόστος για το καθετί, φοβούνταν να αντιπαρατεθούν με τα συντεχνιακά συμφέροντα που κατάπιναν τα ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης για να μη χάσουν την πολύτιμη εκλογική τους πελατεία, δίσταζαν – ακόμη και τώρα διστάζουν – να πουν αλήθειες, να δυσαρεστήσουν, να μιλήσουν ανοιχτά. Και δυστυχώς ακόμα και σε αυτό το σταυροδρόμι στο οποίο βρεθήκαμε δεν μπορεί κανείς να περιμένει πολλά. Το ΔΝΤ ήρθε, θα φύγει και θα μας αφήσει πάλι με τους ίδιους άβουλους, ασίγαστους στα περί ‘νέων πατριωτισμών’ – πόσο αστείο να μιλάμε ακόμη για πατριωτισμούς στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, καβαλώντας μια σανίδα σωτηρίας που προσφέρθηκε από μια Ευρωπαϊκή Ένωση και ένα Διεθνές Νομισματικό Ταμείο – επικοινωνιακά τους πυροτεχνήματα, ανίκανους να σηκώσουν για λίγο τα μάτια από τις προκατασκευασμένες τους ομιλίες, κυβερνώντες.

30 Απρ 2010

Βγενόπουλος όπως... Berlusconi;

Όλα παίζονται. Κάποιοι εικάζουν ότι η Ελλάδα προετοιμάζεται για τον δικό της Berlusconi, που θα ακούει στο όνομα Βγενόπουλος και ο οποίος, επικεφαλής ενός πολιτικού σχηματισμού διάσωσης της χώρας από την πολυδιάστατη χρεωκοπία της – χρεωκοπία οικονομική, πολιτική, κοινωνική – θα πάρει το τιμόνι στα χέρια του. Η αλήθεια είναι ότι τα μεταπολιτευτικά κόμματα δεν φαίνονται ικανά να διαχειριστούν όσα έρχονται, όσα έχουν ήδη έρθει. Οι ρητορικές τους παραμένουν απροσάρμοστες στα νέα δεδομένα, οι μηχανισμοί τους έχουν φθαρεί από την πολλή χρήση, τα στελέχη τους το ίδιο. Η σχέση τους με τους ψηφοφόρους θυμίζει παντρεμένο ζευγάρι που με το πέρασμα των χρόνων, των δεκαετιών, έχουν βαρεθεί ο ένας να βλέπει το πρόσωπο του άλλου, γνωρίζει ο ένας εκ των προτέρων την παραμικρή κίνηση του άλλου – και το αρχικό πάθος που υπήρχε μεταξύ τους έχει οριστικά χαθεί. Βλέποντας τον Έλληνα Berlusconi να εμφανίζεται όλο και συχνότερα στα ΜΜΕ δηλώνοντας σε όλους τους τόνους, επιμένοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει η πολιτική, σκέφτομαι ότι αν είναι να κάνει την κίνησή του, ας την κάνει τώρα. Αν το διαφορετικό πρόσωπο της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής της χώρας αυτής που γέννησε τη δημοκρατία αλλά την έδωσε έκτοτε για υιοθεσία από άλλες, πλουσιότερες χώρες, πρόκειται να είναι αυτό ενός επιχειρηματία, ενός επαγγελματία του χρήματος, ομολογώ χωρίς κανέναν φόβο και πάθος ότι το προτιμώ. Τον προτιμώ από τους επαγγελματίες της κομματοκρατούμενης πολιτικής, από τους ελέω επιθέτου ‘ηγέτες’, από τους ανεπάγγελτους κομματανθρώπους, από τους φωνακλάδες δημεγέρτες και εθναμύντορες.

29 Απρ 2010

Όχι άλλη ‘πολιτική ευθύνη’

Μέχρι σήμερα νόμιζα ότι η χωρίς νόημα αυτή φράση εκστομιζόταν από πολιτικούς για να ‘δικαιολογηθούν’ για σκάνδαλα που βγήκαν στο φως της δημοσιότητας. Και για να ξεκαθαρίζομαι ως προς το τι εννοώ: το να δηλώνει ένας πολιτικός ότι αναλαμβάνει την ‘πολιτική ευθύνη’ για οτιδήποτε, σημαίνει βεβαίως ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τυχόν κακούς χειρισμούς που έγιναν όσο ο ίδιος ήταν υπουργός, υφυπουργός ή εν πάση περιπτώσει κατείχε κάποιο δημόσιο αξίωμα με ευθύνες. Όταν όμως δεν μιλάμε πλέον για απλώς ατυχείς χειρισμούς αλλά για αξιόποινες πράξεις που τιμωρούνται – μάλλον ΔΕΝ τιμωρούνται, στην Ελλάδα τουλάχιστον – με διαφόρων ειδών ποινές και κρίνονται όχι σε δημοσιογραφικά πηγαδάκια ως χειρισμοί αλλά στα δικαστήρια ως αδικήματα, αλλάζει το πράγμα. Και η ‘πολιτική ευθύνη’ χάνει το νόημά της, από τη στιγμή που χρησιμοποιείται σε αντικατάσταση και για αποφυγή της πραγματικής, ουσιαστικής ευθύνης που φέρει ο οιοσδήποτε πολιτικός για οποιοδήποτε σκάνδαλο.

Σήμερα, μαθαίνω ότι με επιστολή τους από τη φυλακή οι Πόλα Ρούπα, Νίκος Μαζιώτης και Κώστας Γουρνάς αναλαμβάνουν λέει και αυτοί όχι την ευθύνη αλλά την ‘πολιτική ευθύνη’ για τη συμμετοχή τους στον Επαναστατικό Αγώνα. Με άλλα λόγια, μας λένε ότι για τις καταστροφές δημόσιας περιουσίας, πιθανώς και τον θάνατο του 15χρονου αγοριού από τη βόμβα που πριν λίγο καιρό έσκασε στα χέρια του και ποιος ξέρει πόσα ακόμα άστοχα, τυφλά ‘χτυπήματα’, φέρουν όχι την πραγματική ευθύνη, αλλά μια ευθύνη ‘πολιτική’. Δηλαδή βάσει της ιδεολογίας τους έκριναν ότι δικαιολογούνται όσα έκαναν στα πλαίσια της διάδοσης των ιδεών τους, του περάσματος μηνυμάτων στο ‘αντίπαλο στρατόπεδο’ ή ποιος ξέρει τι άλλο, γι’ αυτό και δεν μπορεί να τους καταλογιστεί παρά η ‘πολιτική’ ευθύνη για τα εγκλήματά τους. Νομίζω ότι όταν η ευθυνοφοβία αυτού του είδους διαχέεται από τους πρώτους διδάξαντες πολιτικούς και στους τρομοκράτες, έχουμε πρόβλημα. Διότι πλέον βλέπουμε ότι και οι υποτίθεται ‘εναλλακτικοί’ στον τρόπο σκέψης και δράσης αυτοί άνθρωποι διακατέχονται από παρόμοια νοοτροπία με τους ‘αντιπάλους τους’, πολιτικούς. Και βάζουν μπροστά μια λέξη πασπαρτού, την ‘πολιτική’, για να δικαιολογήσουν πράξεις όχι απλώς αξιόποινες, αλλά και στερούμενες νοήματος.

27 Απρ 2010

H κρίση του iPhone


Εντύπωση μου έχει κάνει τελευταία, ιδίως με το δεδομένο της υποτιθέμενης κρίσης και λιτότητας που έρχεται, η ευρεία διάδοση του πανάκριβου αυτού τηλεφώνου στην Ελλάδα. Συνάδελφοι στη δουλειά, γνωστοί, άνθρωποι διάφοροι με τους οποίους έρχομαι καθημερινά σε επαφή, κάποια στιγμή, εκεί που μιλάμε, θα βγάλουν από μια τσάντα ή τσέπη, σε λαστιχένιο προστατευτικό περίβλημα για να προστατεύσουν την περιουσία τους από ατυχείς πτώσεις και τυχόν τραυματισμούς, ένα iPhone. Παιδιά πολύ μικρής ηλικίας αλλά και μεγαλύτεροι, εργαζόμενοι και μη, όλοι με το iPhone τους. Και όλοι μα όλοι στη σχετική ερώτηση απαντάνε ότι τους χρειάζεται το τηλέφωνο αυτό για τη δουλειά τους, τη διασκέδασή τους ή δεν ξέρω τι άλλο. Μιλάμε για μια συσκευή με μεγάλο κόστος όχι μόνο αγοράς αλλά και συντήρησης, δηλαδή με διόλου ευκαταφρόνητα πάγια έξοδα να επιβαρύνουν τον κάτοχό της. Και η οποία, κατά την ταπεινή μου άποψη, χρησιμεύει μόνο σε κάποιον ο οποίος εργάζεται αυστηρά στο χώρο των Η/Υ, χρειάζεται να μπορεί ανά πάσα στιγμή να έχει πρόσβαση στο internet και εν γένει εξαρτάται από αυτό η δουλειά του. Αυτό δεν νομίζω ότι ισχύει για όλους τους γνωστούς μου που κυκλοφορούν με ένα iPhone ανά χείρας. Όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά προκαλεί και απορία η αγορά ενός τόσο ακριβού gadget – γιατί για gadget πρόκειται και όχι για ‘εργαλείο’ όπως το παρουσιάζουν οι κάτοχοί του – σε μια τέτοια περίοδο κρίσης. Με το ελληνικό κράτος να παλεύει να σωθεί από την πτώχευση, με το ΔΝΤ και την ΕΕ να περιμένουν τη λήψη σκληρών μέτρων για να το βοηθήσουν να αποφύγει το μοιραίο, το να βλέπει κανείς τους γνωστούς του να έχουν αγοράσει και να κουβαλάνε ως είδος πρώτης ανάγκης το iPhone δίνει νέο νόημα στη φράση των ημερών: ‘να ζούμε σύμφωνα με τις δυνατότητές μας’. Το να ζούμε σύμφωνα με τις δυνατότητές μας απαιτεί την ανάκτηση ενός μέτρου στο πώς ζούμε, ενός μέτρου που με την επέλαση του lifestyle ως ντιρεκτίβας, ως νόρμας που καθορίζει τον τρόπο ζωής μας, έχει από καιρό χαθεί. Για να ξαναβρεθεί αυτό το χαμένο μέτρο απαιτείται η ριζική αναθεώρηση των αναγκών μας. Και η συνειδητοποίηση ότι το iPhone ΔΕΝ αποτελεί βασική μας ανάγκη. Αλλά μόνο ένα ακόμη gadget στον ωκεανό gadgets με τα οποία βομβαρδιζόμαστε επί καθημερινής βάσεως από διαφημίσεις, εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και άλλους καλοθελητές.

25 Απρ 2010

Mια 'διεθνής' έκθεση και παχιά λόγια...

Tο σαββατοκύριακο που μας πέρασε βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί λέγεται ‘Διεθνής’ αυτή η έκθεση. Καταρχάς, καμία έκθεση βιβλίων ελληνικών - γραμμένων δηλαδή στην ελληνική γλώσσα και όχι ας πούμε στην αγγλική - δε θα μπορούσε ποτέ να είναι διεθνής. Και αυτό γιατί είτε μας αρέσει είτε όχι τα ελληνικά δεν αποτελούν διεθνή γλώσσα: μιλιούνται μόνο από Έλληνες. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση οι διοργανωτές κοτσάρουν μια τιμώμενη χώρα (φέτος ήταν η Κίνα, τι πρωτότυπη επιλογή!), καλούν μερικούς συγγραφείς της στο Ελλάντα και ορίστε μια ‘διεθνής’, δηλαδή όχι μόνο με Έλληνες συγγραφείς, έκθεση! Όπως και όλες τις άλλες χρονιές, έτσι και φέτος η έκθεση ήταν μια πολύ καλή αφορμή για να ανέβουν από την Αθήνα για ένα τριήμερο ανανέωσης των στρατηγικών τους γνωριμιών διάφοροι βιβλιάνθρωποι που ως επί το πλείστον ήδη γνωρίζονται μεταξύ τους, να τα πουν και να περάσουν μερικές μέρες αλληλοκολακείας, χαριεντίσματος και ανταλλαγής κουτσομπολιών: συγγραφείς, εκδότες, παρατρεχάμενοι, καμαρώνουν εαυτούς και αλλήλους στην ετήσια αυτή ‘διεθνή’ τους συγκέντρωση και περνάνε καλά. Όσο για τους ανυποψίαστους επισκέπτες, βιβλία δεν πολυαγοράζουν γιατί τα βρίσκουν πολύ φτηνότερα σε διάφορα bazaar, γι’ αυτό και μένουν να χαζεύουν τους διάφορους βιβλιανθρώπους στις εκθεσιακές εκδηλώσεις να λένε ο ένας καλά λόγια για τα βιβλία του άλλου. Και για να δέσει καλύτερα το γλυκό όπως αρέσει σε κάποιους, ήρθαν φέτος οι εξωπραγματικές δηλώσεις του υπουργού Πολιτισμού: «Πιστεύω βαθιά ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί να πρωταγωνιστεί στον πολιτισμό και ότι ο πολιτισμός μπορεί να γίνει πηγή ανάπτυξης για την πόλη. Αν οι φορείς της πόλης με την αρωγή του υπουργείου μας καταφέρουν να αναπτύξουν συνέργειες και διαμορφώσουν μια ενιαία στρατηγική στη Θεσσαλονίκη, θα έχει γίνει το καθοριστικό βήμα για την ανάδειξή της σε πολιτιστικό κέντρο των Βαλκανίων», είπε ο κύριος Γερουλάνος. Χαρακτήρισα τις δηλώσεις του εξωπραγματικές, διότι ο κύριος αυτός με την ευγενή φυσιογνωμία δεν φαίνεται δυστυχώς να έχει επαφή με την πραγματικότητα. Τη στιγμή που το Κέντρο Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης είναι κλινικά νεκρό (οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή του), επιβεβαιώνοντας την υποψία ότι δημιουργήθηκε περισσότερο για λόγους απορρόφησης κονδυλίων παρά για οτιδήποτε άλλο, τη στιγμή που και το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης πνέει τα λοίσθια (αλλά και η Εθνική Λυρική Σκηνή στην Αθήνα φαίνεται να πηγαίνει για κλείσιμο), ο υπουργός Πολιτισμού ‘πιστεύει βαθιά’ ότι η Θεσσαλονίκη ‘μπορεί να πρωταγωνιστεί στον πολιτισμό’ και να αναδειχθεί ‘σε πολιτιστικό κέντρο των Βαλκανίων’. Μιλάμε για μια πόλη που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει έναν πολιτικοκοινωνικό και πολιτιστικό κατήφορο δίχως τελειωμό, αφημένη σε χέρια δημοσίων αρχόντων που την έχουν κυριολεκτικά εγκαταλείψει στην τύχη της, αφοσιωμένοι στις προσωπικές τους φιλοδοξίες, όπως η τριάδα Άνθιμος-Παπαγεωργόπουλος-Ψωμιάδης, που κατά τα δύο τρίτα της εκλέγεται από τους ίδιους τους Θεσσαλονικείς - και αυτό λέει πολλά για το πόσο βαθιές ρίζες έχει αυτό το πολιτιστικό ‘χαμήλωμα’ της πόλης. Αποτελεί νομίζω τουλάχιστον ντροπή, για έναν άνθρωπο που θέλει να ονομάζεται υπουργός Πολιτισμού, να κλείνει τα μάτια μπροστά σε όλα αυτά για να κάνει αυτού του είδους τις ‘ροζ’ δηλώσεις. Αλλά απ’ ό, τι φαίνεται, όπως η διεθνής αυτή έκθεση δεν είναι πραγματικά διεθνής, έτσι και ο υπουργός Πολιτισμού δεν είναι αυτό που φαίνεται.

22 Απρ 2010

Βουρ για τις παραλίες

Οι απεσταλμένοι του ΔΝΤ ήρθαν, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις μιλάνε για στρατιές ανέργων που έρχονται, για χίλια δυο δεινά που μας περιμένουν. Από παντού εκπέμπεται ένα μήνυμα: τα ψέματα τελείωσαν, ήρθε η ώρα να πληρώσουμε τον λογαριασμό για χρόνια και χρόνια δανεικής καλοπέρασης. Και όμως, κάθε μέρα βλέπω τους ας τους πούμε συμπολίτες μου - στην Αθήνα έχει χάσει λίγο το νόημά της η λέξη -, τους συνοδοιπόρους στη σκληρή μάχη επιβίωσης που φαίνεται να έρχεται, να παρκάρουν τα τεράστια τους τζιποειδή το ίδιο άτσαλα, να πετάνε τα μισοτελειωμένα τους τσιγάρα το ίδιο αδιάφορα, να μιλάνε στα κινητά τους το ίδιο ανόητα, να ανεβαίνουν με τα μηχανάκια τους στα πεζοδρόμια το ίδιο βιαστικά, να αποφεύγουν τα βλέμματα των άλλων το ίδιο επιδέξια. Εξακολουθούν, εν ολίγοις, να ζουν εγκλωβισμένοι στη σαπουνόφουσκα του lifestyle που εδώ και κανα δυο δεκαετίες έχει καταπιεί κάθε τους κύτταρο. Γυαλιά ηλίου στυλάτα, κορμιά χτισμένα και μαυρισμένα, μαλλιά άψογα χτενισμένα και ψεκασμένα, κοριτσίστικα μάτια ωραιότατα βαμμένα αλλά με ανέκφραστο, απλανές βλέμμα, κινητά με οθόνη αφής, αυτοκίνητα με φιμέ τζάμια και οδηγούς που με το ένα χέρι μιλάνε στα προαναφερθέντα κινητά, τύποι που χαζεύουν κάτω από αθλητικές εφημερίδες κρεμασμένες στα περίπτερα, νεαροί αραχτοί σε καφετέριες με φραπέδες και ατελείωτα τσιγάρα. Η χώρα αυτή, όπως όλα δείχνουν, παραμένει τραγικά ανεξέλικτη σε στάσεις, συμπεριφορές, νοοτροπίες, πεποιθήσεις. Και δυστυχώς όχι μόνο ανεξέλικτη αλλά και με έναν νέας κοπής μηδενισμό να διαποτίζει τη νεολαία της, έναν μηδενισμό που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του. Αφού όλα πάνε κατά διαόλου, σκέφτεται ο νέος, γιατί να κουραστώ για να μάθω να μιλάω και να γράφω ελληνικά που δε θυμίζουν παιδί δημοτικού σχολείου; Γιατί να ασχοληθώ με οτιδήποτε εκτός από την εξωτερική μου εμφάνιση, που φαίνεται να είναι και η μόνη που μετρά για μια καλή δουλειά αν βρεθεί και το ανάλογο μέσο; Γιατί να κάνω το παραμικρό για να αλλάξω όσα βλέπω που δε μου αρέσουν από τη στιγμή που εδώ και χρόνια έχω την καλύτερη δικαιολογία - την πανθομολογούμενη κοινωνικοπολιτική χρεωκοπία της Ελλάδας που πλέον έγινε και οικονομική - για να μην κάνω απολύτως τίποτα; Αν δεν μπορείς να αποφύγεις έναν βιασμό, λένε, απόλαυσέ τον. Και όλοι φαίνονται να ακολουθούν αυτήν ακριβώς τη βολική συνταγή: απολαμβάνουν τον βιασμό της ανθρωπινότητάς τους από το αδυσώπητο lifestyle, από όλα όσα οι ίδιοι επέτρεψαν να κουρελιάσουν την αξιοπρέπειά τους. Αφού βαδίζουμε προς το αναπόφευκτο, ας καθίσουμε να το απολαύσουμε όπως ξέρουμε: με φραπεδιά - καλοκαιράκι έρχεται άλλωστε -, τσιγαράκι και χαζοκουβέντα. Και ας αφήσουμε τους απεσταλμένους του ΔΝΤ ή της ΕΕ να ψάχνουν να βρουν πώς θα μας αλλάξουν, να 'πήξουν' ψάχνοντας λύσεις, μέτρα, προτάσεις...

21 Απρ 2010

Στο τρένο

Στο τρένο κυριαρχεί ο λόγος των ανθρώπων σε επτά διηγήματα: ιστορίες επιβατών που ταξιδεύουν, παίρνουν αποφάσεις, ερωτεύονται, απελπίζονται, θυμούνται, σιωπούν ή εξομολογούνται. Ο άνθρωπος και οι διαδρομές του στο χώρο και το χρόνο. Και στο τελευταίο, όγδοο διήγημα το ίδιο το τρένο σε πρώτο πρόσωπο μιλάει για τις δικές του ιστορίες, ζητώντας να μνημειωθεί ο λόγος του λίγο πριν αποσυρθεί στο νεκροταφείο της σκουριάς και της λήθης.

Από τη Δώρα Κασκάλη, μια συγγραφέα που μας έρχεται από τη Θεσσαλονίκη, η πρώτη συλλογή διηγημάτων της όπως τα περιγράφει η ίδια με τα παραπάνω λόγια, που καιρό τώρα περίμεναν τη σειρά τους για τα βιβλιοπωλεία ανάμεσα σε πολλά άλλα γραπτά που βγαίνουν απ' τα χέρια της και χώνονται σε συρτάρια, στριμώχνονται πρόχειρα σε βιβλιοθήκες, ξεχνιούνται στα πιο απίθανα μέρη. Καλοτάξιδα εύχομαι να 'ναι στο πρώτο τους και μεγάλο αυτό ταξίδι. Είθε να πέσουν σε καλά χέρια.

14 Απρ 2010

Πούλα με



Σκέφτηκα να αναρτήσω το παραπάνω βίντεο χωρίς λόγια. Αλλά ύστερα θυμήθηκα ότι μεγάλωσα στη δεκαετία του ’80 και του ’90, σε μια Ελλάδα που σύσσωμη προετοιμαζόταν για τη λαίλαπα νεοπλουτισμού, κωλοπαιδισμού, δηθενισμού, μεγαλοαπατεωνισμού που θα ακολουθούσε. Και οι Πυξ Λαξ ήταν μια τόση δα, δειλή αχτίδα που τρεμόπαιζε μέσα στα σκοτάδια που πύκνωναν από παντού. Ήταν τότε, τα χρόνια εκείνα που άρχισε να σβήνει η φλόγα μιας αυθεντικότητας που είχε μάθει, προκειμένου να επιβιώσει, να κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη: σε ταλαιπωρημένα ταβερνάκια, σε παλιές μονοκατοικίες που γίνονταν πολυκατοικίες με πυλωτή παρακαλώ, στα καλοκαιρινά βράδια που έπαιζαν την αιωνιότητα στα ζεστά τους δάχτυλα. Αργόσβησε η φλόγα αυτή, για να δώσει τη θέση της σε μια διογκούμενη φτήνια, που βρήκε τις κρυψώνες της παλιάς αυθεντικότητας και ρίζωσε εκεί και σε χίλια δυο ακόμη λαγούμια. Τότε υπήρχαν ακόμη λόγια με νόημα, όπως υπήρχαν και μουσικές που έσπαγαν τη μονοτονία της πλαστικοποίησης που ανελέητη είχε ξεκινήσει, τυλίγοντας με μια ζελατίνα που έφερνε ασφυξία τα πιο ζωντανά όνειρα, τα πιο δημιουργικά ξυπνήματα. Κάπου εκεί, τέλη της δεκαετίας του ’80, άνοιξαν τα πρώτα fast food, βγήκαν τα πρώτα τεύχη του ΚΛΙΚ, εγκαινιάζοντας θριαμβευτικά την εποχή του lifestyle: μια εποχή που θέλησε να μας μάθει πώς να ζούμε σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας, ξεχνώντας όμως στην πορεία να ζούμε. Κάπου τότε σήκωσε και τα στόρια η ιδιωτική τηλεόραση, άνοιξαν τα μαγαζάκια της που το ένα ανταγωνίζονταν το άλλο σε παραγωγή ευπώλητης ευτέλειας για να αποτελειώσει, να ισοπεδώσει ό, τι εξακολουθούσε να μένει όρθιο. Και οι μουσικές αυτές έπαιζαν παρ’ όλα αυτά, κόντρα στο πνεύμα των καιρών, κόντρα σε όλο και περισσότερα. Μέχρι που μια καρδιά, μια ψυχή δεν άντεξε άλλο. Καλό σου ταξίδι, Μάνο.

12 Απρ 2010

Άνεργος ή δυστυχής;

Τα τελευταία έξι χρόνια (από τότε δηλαδή που βλακωδώς γύρισα στην Ελλάδα από το εξωτερικό και τις εκεί σπουδές) έχω αλλάξει έξι δουλειές. Από τις δυο έφυγα, από τις δυο απολύθηκα, στη μια συνέβη κάτι ενδιάμεσο (ο εργοδότης δεν μπορούσε να με πληρώνει) και πλέον βρίσκομαι στην έκτη, από την οποία σκέφτομαι να φύγω διότι - και αυτό μου συμβαίνει για πρώτη φορά σε δουλειά - με κάνει δυστυχισμένο. Έχω αναλάβει καθήκοντα που αναλογούν σε δυο ή τρεις ανθρώπους και απαιτούν καθημερινές υπερωρίες, με αποδοχές που δεν έχουν καμία σχέση με τον όγκο αυτό δουλειάς. Οι συνάδελφοι, αλλοτριωμένοι από τις κακές συνθήκες εργασίας και τις χαμηλές αποδοχές κοιτάνε ο καθένας το τομάρι του, με συνέπεια να μην υπάρχει καν μια ανθρώπινη επικοινωνία μεταξύ μας, πέραν του ‘καλημέρα’ πηγαίνοντας και του ‘καλό απόγευμα’ φεύγοντας. Έχω αρχίσει να κάνω κάποιες επαφές με άλλους υποψήφιους εργοδότες ώστε να προετοιμάσω τη διάδοχη κατάσταση, αλλά ασχέτως αυτού και του αν τελικά θα μπορέσω να εξασφαλίσω ένα δίχτυ ασφαλείας με τη μορφή μιας επόμενης απασχόλησης πριν υποβάλλω την παραίτησή μου, καθημερινά με απασχολεί το εξής δίλημμα: καλύτερα χωρίς δουλειά ή σε μια δουλειά από την κόλαση; Καλύτερα άνεργος ή δυστυχής εργαζόμενος; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δύσκολες, ιδίως όταν εκτός από την αφεντιά μου έχω και μια γυναίκα και ένα παιδί που περιμένουν από εμένα. Αλλά σε αυτή τη ζωή νομίζω ότι πρέπει, όταν το νιώθουμε, να κάνουμε κάποιες υπερβάσεις. Παρά τα όσα άλλα θα έπρεπε, υποτίθεται, να συνυπολογιστούν για να πάρουμε μια απόφαση ‘ψύχραιμα’. Και αυτό διότι ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη εποχή δουλειές βρίσκονται, αλλά η ψυχική μας υγεία, η προσωπική μας ισορροπία αλλά και η ισορροπημένη σχέση με όσους μας νοιάζονται και τους νοιαζόμαστε δύσκολα ξαναβρίσκονται αν κλονιστούν. Αυτό τουλάχιστον πιστεύω. Και μπορεί να κάνω λάθος. Κάνω όμως;