Μόλις επέστρεψα λόγω δουλειάς στην Αθήνα από δυο εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη. Μια Θεσσαλονίκη, στην οποία ακόμα σκοντάφτει κανείς στις παράνομα φυτεμένες στα πεζοδρόμια διαφημιστικές πινακίδες από τις τελευταίες δημοτικές εκλογές. Ξάφνου, εκεί που οδηγάς, βλέπεις τον Στέλιο Παπαθεμελή σε προεκλογικό κάλεσμα. Και σου γεννάται το ερώτημα: πόσο εγκαταλειμμένη μπορεί να είναι μια πόλη; Πόσο μπορεί να αδιαφορούν οι όποιοι υπεύθυνοι που δεν μπήκαν καν στον κόπο να μαζέψουν αυτές τις πινακίδες; Ή μήπως τις άφησαν για να θυμίζουν τις τραγικές εναλλακτικές (απ’ τη μια ο ‘οικολόγος’ Τρεμόπουλος, απ’ την άλλη ο προαναφερθείς Παπαθεμελής και άλλοι γραφικοί τύποι) στον νυν δήμαρχο Μπουτάρη; Ίσως γίνει όπως με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια σε άλλους δρόμους της πόλης και τις αφήσουν μέχρι τις επόμενες εκλογές, αφού και οι υποψήφιοι λίγο-πολύ ίδιοι θα είναι. Μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα γεννήθηκε και το δεύτερό μου παιδί, ο γιος μου, τη φορά αυτή σε ένα νοσοκομείο (και όχι σε ιδιωτική κλινική όπως η κόρη). Επιλέξαμε για λόγους κυρίως αντιμετώπισης κάποιου απροόπτου το νοσοκομείο και δόθηκε μια καλή ευκαιρία για συγκρίσεις μεταξύ της ξενοδοχειακού τύπου κλινικής και του δημόσιου νοσοκομείου. Στην πρώτη επιλέγουν να γεννάνε τα παιδιά τους οι πολίτες ‘Α’ κατηγορίας’, αστοί δηλαδή που δεν εμπιστεύονται τα δημόσια νοσοκομεία που οι ίδιοι με τους φόρους τους έχτισαν. Στο νοσοκομείο βρεθήκαμε με τους πολίτες ‘Β’ και Γ’ κατηγορίας’: αλλοδαπούς, νεαρούς επαρχιώτες, ομογενείς, αθίγγανους, όλους όσους αποτελούν τη μόνιμη πελατεία των ελληνικών νοσοκομείων. Η παραμονή εκεί οπωσδήποτε λιγότερο εύοσμη και λαμπερή από ό, τι στην κλινική αλλά σφαιρικότερα καλυμμένη από ιατρικής άποψης. Και αυτό είναι νομίζω που μετρά. Διότι η γέννα ενός παιδιού δεν θα ’πρεπε να γίνεται μια λάιφ στάιλ επιλογή (‘πάμε να γεννήσουμε κάπου ωραία με θέα’), παρότι αυτό ακριβώς έχει γίνει για πολλούς: μια ευκαιρία για ολιγοήμερες διακοπές σε ένα καλογυαλισμένο περιβάλλον επίδειξης πλούτου μακριά από την πραγματικότητα που, πιστή στο ραντεβού, σε περιμένει μόλις βγεις. Ίσως έχουμε μάθει ακόμα και τις πιο προσωπικές, πιο αυθεντικές, πιο ολοκληρωμένες μας στιγμές να τις περνάμε, ακόμα και σε καιρούς κρίσης, ένα βερνίκι νεοπλουτισμού. Λες και το χρειάζονται.
Η άλλη διαφορά από την πρώτη φορά ήταν το ληξιαρχείο. Την κόρη την είχα δηλώσει στο παλιό ληξιαρχείο της Θεσσαλονίκης, που στεγαζόταν σ’ ένα απ’ αυτά τα βρώμικα, άθλια κτίρια που τόσο επάξια αντιπροσωπεύουν το ελληνικό κράτος της μίζας και της αναξιοκρατίας. Μου είχε κάνει εντύπωση τότε η πλήρης απουσία μηχανογράφησης. Τα νεογέννητα καταγράφονταν με το χέρι σε κάτι χοντρούς τόμους, και όταν αυτοί οι τόμοι γέμιζαν στοιβάζονταν, ξεφτισμένοι και τρισάθλιοι, σε ράφια που έπιαναν όλο και περισσότερο χώρο, όλο και περισσότερους τοίχους. Τη φορά αυτή με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη: το ληξιαρχείο στεγαζόταν στο νέο δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, που παρά τις όποιες κριτικές έχει δεχτεί δεν παύει να αποτελεί ένα καινούργιο, καθαρό, σύγχρονο κτίριο. Μπαίνοντας όμως στο ληξιαρχείο διαπίστωσα ότι είχε μεταφερθεί ατόφια η παλιά κατάσταση: γραφεία με υπαλλήλους νέους ανθρώπους αλλά χωρίς υπολογιστές, οι ίδιοι σκοροφαγωμένοι τόμοι, τα ίδια χαρτιά που σου ζητούνται ελλείψει στοιχειώδους μηχανοργάνωσης του ελληνικού κράτους: πράξη προσδιορισμού επωνύμου τέκνου (από την εκκλησία αυτή, σταθερό συμπαίκτη του ελληνικού κράτους στο παιχνίδι της γραφειοκρατίας μετά μπαξισιού, μια και για να την πάρεις δίνεις στον παπά της ενορίας σου το κατιτίς), ληξιαρχική πράξη γάμου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και τα λοιπά. Πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα, πόσο χώρο, χρόνο και ταλαιπωρία θα εξοικονομούσαμε, αν οι νεογέννητοι Έλληνες πολίτες περνιούνταν, εν έτει 2011, σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και όχι σε λιγδιασμένους τόμους με ένα στυλό στο χέρι και ένα μπλάνκο δίπλα για διόρθωση λαθών; Ή αν εκεί στο ληξιαρχείο γνώριζαν τη θαυμάσια αυτή εφεύρεση που λέγεται ίντερνετ και τη χρησιμοποιούσαν (αν και όταν αποκτήσουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές) για να επικοινωνούν με νοσοκομεία, δήμους και όλους όσους χρειάζεται χωρίς να αναγκάζεται να πηγαινοέρχεται ο ίδιος ο ταλαίπωρος πολίτης με στοίβες σφραγισμένα χαρτιά στα χέρια από τον ένα στον άλλο σε αναζήτηση ακόμα περισσότερων χαρτιών και σφραγίδων; Αυτά αναρωτιόμουν καθισμένος μπροστά στον υπάλληλο του ληξιαρχείου που με ένα στυλό στο χέρι συμπλήρωνε αργά, με νοικοκυρεμένα, στρογγυλά γράμματα διάφορα στοιχεία στον χοντρό τόμο μπροστά του, ακούγοντας από το ραδιοφωνάκι μιας συναδέλφου του μεγαλοβδομαδιάτικες ψαλμωδίες, όταν σταμάτησε για να ρωτήσει αν είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι…
Η άλλη διαφορά από την πρώτη φορά ήταν το ληξιαρχείο. Την κόρη την είχα δηλώσει στο παλιό ληξιαρχείο της Θεσσαλονίκης, που στεγαζόταν σ’ ένα απ’ αυτά τα βρώμικα, άθλια κτίρια που τόσο επάξια αντιπροσωπεύουν το ελληνικό κράτος της μίζας και της αναξιοκρατίας. Μου είχε κάνει εντύπωση τότε η πλήρης απουσία μηχανογράφησης. Τα νεογέννητα καταγράφονταν με το χέρι σε κάτι χοντρούς τόμους, και όταν αυτοί οι τόμοι γέμιζαν στοιβάζονταν, ξεφτισμένοι και τρισάθλιοι, σε ράφια που έπιαναν όλο και περισσότερο χώρο, όλο και περισσότερους τοίχους. Τη φορά αυτή με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη: το ληξιαρχείο στεγαζόταν στο νέο δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, που παρά τις όποιες κριτικές έχει δεχτεί δεν παύει να αποτελεί ένα καινούργιο, καθαρό, σύγχρονο κτίριο. Μπαίνοντας όμως στο ληξιαρχείο διαπίστωσα ότι είχε μεταφερθεί ατόφια η παλιά κατάσταση: γραφεία με υπαλλήλους νέους ανθρώπους αλλά χωρίς υπολογιστές, οι ίδιοι σκοροφαγωμένοι τόμοι, τα ίδια χαρτιά που σου ζητούνται ελλείψει στοιχειώδους μηχανοργάνωσης του ελληνικού κράτους: πράξη προσδιορισμού επωνύμου τέκνου (από την εκκλησία αυτή, σταθερό συμπαίκτη του ελληνικού κράτους στο παιχνίδι της γραφειοκρατίας μετά μπαξισιού, μια και για να την πάρεις δίνεις στον παπά της ενορίας σου το κατιτίς), ληξιαρχική πράξη γάμου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και τα λοιπά. Πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα, πόσο χώρο, χρόνο και ταλαιπωρία θα εξοικονομούσαμε, αν οι νεογέννητοι Έλληνες πολίτες περνιούνταν, εν έτει 2011, σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και όχι σε λιγδιασμένους τόμους με ένα στυλό στο χέρι και ένα μπλάνκο δίπλα για διόρθωση λαθών; Ή αν εκεί στο ληξιαρχείο γνώριζαν τη θαυμάσια αυτή εφεύρεση που λέγεται ίντερνετ και τη χρησιμοποιούσαν (αν και όταν αποκτήσουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές) για να επικοινωνούν με νοσοκομεία, δήμους και όλους όσους χρειάζεται χωρίς να αναγκάζεται να πηγαινοέρχεται ο ίδιος ο ταλαίπωρος πολίτης με στοίβες σφραγισμένα χαρτιά στα χέρια από τον ένα στον άλλο σε αναζήτηση ακόμα περισσότερων χαρτιών και σφραγίδων; Αυτά αναρωτιόμουν καθισμένος μπροστά στον υπάλληλο του ληξιαρχείου που με ένα στυλό στο χέρι συμπλήρωνε αργά, με νοικοκυρεμένα, στρογγυλά γράμματα διάφορα στοιχεία στον χοντρό τόμο μπροστά του, ακούγοντας από το ραδιοφωνάκι μιας συναδέλφου του μεγαλοβδομαδιάτικες ψαλμωδίες, όταν σταμάτησε για να ρωτήσει αν είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι…







