21 Ιουλ 2014

Για τα 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας, στη ΝΕΡΙΤ

Υπάρχει αυτή η φράση, ότι η Ελλάδα είναι η χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού, παραλλαγή του πώς ήταν γνωστά τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πριν την πτώση του Τείχους. Η αλήθεια, από εκείνο τον Νοέμβρη του 1989 και δώθε, ο σοσιαλισμός, υπαρκτός ή μη, μπορεί να μη γνώρισε μεγάλες δόξες, αλλά ο σουρεαλισμός άπλωσε.

Μια το internet που έφερε τους ανθρώπους τόσο κοντά που δε χρειάζεται πια να βρεθούν από πραγματικά κοντά, μια οι ιδεολογίες του άλλοτε που πολτοποιήθηκαν κάτω από τόνους καταναλωτικών μπιχλιμπιδιών, σε σημείο η μόνη ιδεολογία που έμεινε ζωντανή να ’ναι αυτή του «ευ ζην» (στο πιο ποιητικό του, της καλοπέρασης στο λιγότερο κολακευτικό), μια η παντοκρατορία του «σέξι» ως αισθητικής επιταγής (ακάλυπτης), ήρθαν τα πάνω κάτω και τα κάτω, έπεσαν ακόμα παρακάτω. Στη δε μοντέρνα Ελλάδα, που πάντα βρισκόταν στην πρωτοπορία των καλλιτεχνικών ρευμάτων τέτοιου τύπου, όπως ο σουρεαλισμός, όπου η τέχνη του παραλόγου συναντά τη ζωή εκεί που περιμένεις ζωή σκέτη, γίνεται το έλα να δεις (αν θες να βλέπεις τέτοια).

Κατά σατανική σύμπτωση, αυτό το καλοκαίρι συμπληρώνονται και 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Και η ΝΕΡΙΤ κάνει ένα διήμερο αφιέρωμα. Στα 40 χρόνια (επαναλαμβάνουμε) από την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Η ΝΕΡΙΤ.

Όπως συνήθως συμβαίνει με τον σουρεαλισμό, δεν ξέρεις πώς να το εκλάβεις το έργο του καλλιτέχνη. Η πρώτη ματιά ξαφνιάζει. Βλέπεις πράγματα ασύνδετα μεταξύ τους. Δες έναν Dali ή έναν Magritte και θα καταλάβεις. Εν προκειμένω ένα κανάλι γέννημα-θρέμμα ενός μη δημοκρατικού καθεστώτος και μιας «πράξης νομοθετικού περιεχομένου» που έκλεισε εν μια νυκτί τη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση, να διαφημίζει το διήμερο αφιέρωμά του, από το οποίο παρελαύνουν όλες οι γνωστές μορφές της 40ετούς αυτής δημοκρατίας, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (όχι αυτόν του Play Station, του θείου του) μέχρι τη Μελίνα Μερκούρη. Σαν να λέμε από την παλαιάς κοπής, μαυρόασπρη Δεξιά μέχρι την Technicolor πασοκική «Αλλαγή».

Ένα χαρακτηριστικό του σουρεαλισμού, ότι σε αφοπλίζει. Αδυνατείς να εντάξεις όσα βλέπεις μπροστά σου στα γνώριμά σου καλούπια. Και μένεις να κοιτάς, απορώντας. Κάπως όπως κοιτάς το αφιέρωμα της ΝΕΡΙΤ και πασχίζεις να καταλάβεις, τι στο καλό μπορεί να θέλει να σου πει ο καλλιτέχνης. Αν μη τι άλλο με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήξερες τι είχες απέναντί σου. Αλλά και με τη Μελίνα Μερκούρη και την πασοκική λεγεώνα της «Αλλαγής», τα πράγματα τα είχες ολοκάθαρα μπροστά στα μάτια σου. Και έλεγες θα κάνω το ένα ή το άλλο, θα τραβήξω κατά κει ή θα πάω παραπέρα. Εδώ όμως τα πράγματα, τα νερά, βαθαίνουν. Μαυρίζουν. Όσο καλό κολύμπι κι αν ξέρεις, κάπου πελαγώνεις. Έχεις χάσει όχι μόνο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια σου, έχει φύγει το οτιδήποτε. Ούτε καν μπορείς να δεις, από κάτω.  Υπάρχεις μόνο στον αφρό, στην επιφάνεια. Και μένεις να παρακολουθείς, τα τρέιλερ του αφιερώματος στα 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη ΝΕΡΙΤ ανάμεσα σε διαφημίσεις του «Πρώτου Θέματος». Στο αφιέρωμα, σου λέει το τρέιλερ, θα ακούσεις για τα ξερονήσια και τους πολιτικούς κρατούμενους. Και εύχεσαι, βλαστημώντας, να είχες κι εσύ ένα ρημάδι ξερονήσι να συρθείς πάνω του να ξαποστάσεις. Να βρεις τη στεριά σου.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

15 Ιουλ 2014

Η συκιά

Κάτω από τη σχεδόν εκατονταετή συκιά. Ήρθε μαζί με τον προπάππου τον δάσκαλο, την προγιαγιά και τη γιαγιά από τα απέναντι παράλια, μ' εκείνη την μεγάλη ανθρώπινη πλημμυρίδα του '22. Μάλλον μαζί δεν ήρθε αλλά φυτεύτηκε, μετά από πολύ λίγο, στον κήπο του μικρού πέτρινου σπιτιού, του μετέπειτα «εξοχικού» κάπου στην Εύβοια, στο μέρος που ξεβράστηκαν, για να το κάνουν πατρίδα. Μανία που την είχαν, να φυτεύουν αυτοί οι άνθρωποι! Γέμισαν τον κήπο δέντρα: λεμονιές, συκιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, νεραντζιές, μια ελιά, μια βερικοκιά, ροδιά, χώρια οι τριανταφυλλιές που πάνε χρόνια, τώρα, που σταμάτησαν να μπουμπουκιάζουν. Σαν για να ριζώσουν οι ίδιοι, έσκαβαν τα χώματα κι έριχναν το σπόρο τους.

Που να φαντάζονταν, ότι κοντά ενενήντα και βάλε χρόνια μετά κάτω από τη μεγάλη τη συκιά που σαν κάνει Αύγουστο ακόμα χαρίζει, γεμάτη γλύκα, τα σύκα της, θα ξεφύτρωνε ένας περίεργος απόγονος. Που σε τίποτα δε χρησιμεύει, παρά μοναχά δανείζεται wi-fi από τη γειτόνισσα, μια μάντρα απόσταση, και κάθεται με ένα μίνι λάπτοπ σε ένα πλαστικό πτυσσόμενο τραπεζάκι που αρνείται να στεριώσει καλά πάνω στο χώμα. Και εδώ που τα λέμε, με το δίκιο του. «Μα δεν είναι γι' αυτές τις δουλειές ο κήπος, παιδάκι μου» θα 'λεγε η γιαγιά και θα 'πιανε με την τσουγκράνα να μαζέψει τα πεσμένα σύκα και να ισιώσει, να στρώσει τα τούβλινα μονοπατάκια που πήγαιναν φιδωτά στο κάθε δέντρο, για να κάνουν έναν κύκλο γύρω του που γέμιζε νερά σαν ερχόταν η ώρα του ποτίσματος.

Η γιαγιά όμως, δεν είναι πια εδώ. Πάνε πάνω από είκοσι χρόνια που λείπει από τον κήπο. Τα τουβλάκια, όσα έμειναν από δαύτα, ατάκτως ερριμμένα κάτω από τη μεγάλη συκιά, σαν για να βρουν εκεί ένα τελευταίο καταφύγιο, πριν την οριστική εξαφάνιση. Η ίδια η συκιά χρόνο με το χρόνο όλο και χαμηλώνει, σαν κάτι να ψάχνει, ανήσυχη. Ίσως να βλέπει τον κήπο ασκούπιστο, ασυγύριστο, εν τη απουσία της γιαγιάς και να απορεί, τι να συνέβη.

* γράφτηκε για το thegreekcloud

12 Ιουλ 2014

Όχι, δεν είναι μόνο μπάλα

Θα πει κανείς ότι δεν μιλάμε παρά για είκοσι δυο παίκτες, μια μπάλα και δυο τέρματα. Μακάρι να ήταν έτσι. Αλλά πρόκειται - αν μιλάμε για το 7-1 της Γερμανίας επί της Βραζιλίας - για μια φτωχή χώρα, κόντρα σε μια οικονομική υπερδύναμη. Έντεκα παίκτες-αντιπρόσωποι μιας χώρας με χίλια δυο οικονομικά, κοινωνικά, ανθρωπιστικά προβλήματα κόντρα σε μια γιγάντια ποδοσφαιρική βιομηχανία που λέγεται Bayern Μονάχου, από την οποία προέρχεται η πλειονότητα της γερμανικής εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου.

Μια μάχη άνιση, γιατί όπως σε όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή έτσι και στη μπάλα δεν φτάνει μονάχα το όποιο ταλέντο. Παρά την ψευδαίσθηση, στην οποία ίσως και να οφείλεται η ελκυστικότητα του ποδοσφαίρου στα πλήθη, ότι σε ένα γήπεδο όλα μπορούν να συμβούν. Έξω και πριν από το γήπεδο χρειάζεται χρήμα, απαιτούνται υποδομές, εγκαταστάσεις, ανέσεις κι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που θα σου επιτρέψει και θα σε ενθαρρύνει να ξετυλίξεις τα όποια ταλέντα σου που οι Βραζιλιάνοι δεν διαθέτουν ούτε σαν ποδοσφαιριστές, ούτε βεβαίως σαν χώρα. Μια χώρα, που φιλοξένησε ένα Μουντιάλ το οποίο θα αφήσει την πολυεθνική που λέγεται FIFA ακόμα πλουσιότερη και τη διοργανώτρια Βραζιλία ακόμα πιο φτωχή και με περισσότερα ανθρωπιστικά προβλήματα, μαζί με μια εθνική κατάθλιψη για την ταπεινωτική ποδοσφαιρική ήττα από τους εκτελεστές τους Γερμανούς.

Τελικά, ίσως αυτό ακριβώς να ’ναι και το μεγάλο μυστικό, το μαγικό φίλτρο που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές, μαγνητίζοντας δισεκατομμύρια βλέμματα ανά τον πλανήτη: στα ενενήντα αυτά λεπτά που διαρκεί ένας αγώνας τα ξεχνάμε, τα διαγράφουμε όλα αυτά, τις ανισότητες, την ένδεια, τα λογιών κοινωνικά προβλήματα, από τον υποσιτισμό και την παιδική πορνεία μέχρι την εγκληματικότητα και το εμπόριο ναρκωτικών στις βραζιλιάνικες φτωχογειτονιές για να χτίσουμε μια ψευδαίσθηση, μεγάλη όσο ένα στάδιο ολυμπιακών διαστάσεων ότι πάνω στο καταπράσινο γρασίδι, μέσα σε ένα στάδιο γεμάτο από ένα χαρούμενο, πολύχρωμο πλήθος αυτοί οι είκοσι δυο άνθρωποι αναμετρώνται επί ίσοις όροις, έχοντας κλείσει απ’ έξω όλα, μα όλα τα άλλα. Δεν εξηγείται αλλιώς, πρέπει να ’ναι αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται άρνηση.
* γράφτηκε για την Parallaxi

10 Ιουλ 2014

Το πρώτο μπάνιο

Στο πρώτο μπάνιο ξανοίξου, εκεί που δεν φτάνουν φωνές και παραφωνίες της ακτής κι άφησε το νερό, να σε παρασύρει - να σε παρασύρει στο παρελθόν. Άκου τη θάλασσα καθώς σπάει μαλακά, ευγενικά πάνω στο κορμί σου και τον αέρα που σφυρίζει στ’ αυτιά σου, φαλτσάροντας στα βρεγμένα σου μαλλιά. Έχουν να σου πουν πολλά. Ρίξε στο νερό κι αγαπημένα πρόσωπα που σ’ αυτά ή σ’ άλλα, συγγενικά νερά βαφτίσατε φιλίες, παρέες κι έρωτες, χτίσατε με μαστοριά και όρεξη καλοκαίρια ολόκληρα, ξέροντας ότι με την πρώτη στάλα φθινοπωρινής μελαγχολίας θα έπαιρναν ήσυχα-ήσυχα κι αδιαμαρτύρητα τη θέση τους σ’ ένα απ’ τα πολλά, ξεχαρβαλωμένα πια συρτάρια της μνήμης . Ένα απ’ αυτά τα καλοκαιρινά συρτάρια με τα ξεβαμμένα αλλά ακόμα ζωντανά πρασινογάλαζα χρώματα της θάλασσας, στην πρόσοψή τους. Άνοιξε δειλά-δειλά τα πιο παλιά απ’ αυτά, τα παιδικά, τα εφηβικά και άφησε, ανοίγοντας, να ακουστούν ξανά για λίγο οι φωνές, να ξαναζήσουν τα πρώτα άγουρα, αμήχανα, απελπιστικά φλερτ.

Άμα θες μπορείς, πριν ξαναβγείς στην ακτή και στην πραγματικότητα που περιμένει στεγνή κι ασάλευτη, πριν τη σκληρή σου προσεδάφιση, να πας και λίγο παρακάτω. Για να δεις πώς θα βαφτούν γύρω σου τα νερά πορτοκαλιά, ολοκόκκινα σχεδόν - θέαμα πραγματικά μοναδικό - στα δειλινά της ζωής σου. Να ξαναφέρεις μπροστά σου εκείνα τα τελευταία μπάνια της νιότης που μοιάζουν πια τόσο απόμακρα αλλά και μ’ έναν δικό τους, περίεργο τρόπο χτεσινά, λίγο πριν μπεις στη μεγάλη αυτή ευθεία του ανθρώπινου βίου που έπρεπε να δεις στα σοβαρά τι θα κάνεις με σένα, να εξορίσεις αμείλικτα τα άμυαλα καλοκαίρια που απορημένα σ’ έβλεπαν, χωρίς να ξέρουν το λόγο, να τ’ αποδιώχνεις σε τόπους μακρινούς για ν’ αφοσιωθείς στα φθινόπωρά σου και τους χειμώνες σου συγκεντρωμένος κι απερίσπαστος. Ποτέ δεν έμαθαν, ποτέ δεν τους είπες. Αλλά πάντα θα το περιμένουν εκείνο το αντάμωμα, σαν και πρώτα, όποτε το θελήσεις. Όμως, κάπου εδώ, ήρθε η ώρα να βγεις. Πρέπει.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

1 Ιουλ 2014

Μετά το Μουντιάλ

Μετά το Μουντιάλ, εκατομμύρια Βραζιλιάνοι θα επιστρέψουν στα παραγκόσπιτά τους με την ανάμνηση μιας ποδοσφαιρικής φιέστας που τους άφησε το ίδιο ή και περισσότερο φτωχούς, αλλά «πλουσιότερους» κατά μερικά γήπεδα. Και το γήπεδο, δυστυχώς, αποτελεί μια τραγικά μονοθεματική κατασκευή. Όταν βρέχει, δεν μπορεί να σε στεγάσει. Όταν πεινάς, δεν μπορεί να σε ταΐσει. Όταν κρυώνεις, δεν μπορεί να σε ζεστάνει.

Μετά το Μουντιάλ, κάποιοι παίκτες, έχοντας δείξει σε ανθρώπους μεγάλων ομάδων τις ικανότητές τους στο τρέξιμο, στο κλότσημα της μπάλας, στην επικράτηση επί των αντιπάλων, θα πολλαπλασιάσουν τις ήδη διόλου ευκαταφρόνητες ατομικές περιουσίες τους, υπογράφοντας «χρυσά» συμβόλαια εκατομμυρίων ευρώ.

Μετά το Μουντιάλ, κάποιες εταιρείες στοιχημάτων θα έχουν και αυτές πολλαπλασιάσει τα κέρδη τους από κερδισμένα ή χαμένα παιχνίδια, γκολ, σκόρερ, όλα όσα συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των ανά τον πλανήτη τζογαδόρων, που οι πιο έμπειροι απ’ αυτούς θα βγουν, και οι ίδιοι, πολλαπλώς ωφελημένοι από τη μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση.

Μήπως όμως η ίδια η φράση «μετά το Μουντιάλ» δεν στέκει; Μήπως δεν υπήρξε ποτέ ούτε πριν, ούτε μετά; Ζούμε άλλωστε στην εποχή του τώρα. Ενός τώρα που προσπαθούμε να το τραβήξουμε όσο περισσότερο γίνεται, να το τεντώσουμε για να διαρκέσει όσο το δυνατόν πιο πολύ για να μη βλέπουμε παραέξω , να ξεχαστεί το παρελθόν, να σβηστεί από τον ορίζοντα ένα μέλλον που αγχώνει. Και στην περίπτωση του Μουντιάλ, καταφέραμε αυτό το τώρα να διαρκέσει έναν ολόκληρο μήνα. «Μετά» βλέπουμε.

* γράφτηκε για το thegreekcloud

20 Ιουν 2014

Περί καρότων και άλλων ζαρζαβατικών

Εδώ και καμία δεκαετία η πραγματικότητα ξεπέρασε τον επαγγελματία σκανδαλοθήρα Μάκη Τριανταφυλλόπουλο. Όταν ολόκληρο το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι μιας χώρας γίνεται ένα τεράστιο σκάνδαλο, δεν έχει νόημα να κάνεις μια σκανδαλοθηρική εκπομπή  που προβάλλοντας επιμέρους, μικρά σκάνδαλα προσπαθεί να βγάλει το ψωμάκι της. Και από αυτό το σημείο και πέρα ο σκανδαλοθήρας δημοσιογράφος έχασε τον raison d'être του. Δεν είχε όχι μόνο λόγο ύπαρξης πια, αλλά ούτε καν λόγο σκέτο, στα πράγματα.

Πράγμα δύσκολο να το αποδεχτεί ένας άνθρωπος που επί χρόνια μεσουρανούσε τηλεοπτικά στη βαλκανική αυτή άκρη ως σκανδαλοκυνηγός, με ολόκληρη την Ελλάδα να ξενυχτάει παρακολουθώντας τον δικό της Marat να ξεσκεπάζει και να παραδίδει στη γκιλοτίνα της ανυποληψίας και της χλεύης τους εχθρούς του λαού.

Ο Marat ως γνωστόν εξέδιδε, από το 1789 ως το 1792 την πιο εμπρηστική απ’ όλες τις επαναστατικές εφημερίδες που τιτλοφορούνταν «Ο φίλος του λαού», ζητώντας – και ουκ ολίγες φορές επιτυγχάνοντας – το θάνατο όλων όσων θεωρούσε «κακούς πολίτες».

Από τότε, πολλά άλλαξαν. Και σήμερα μια εφημερίδα ή ένα site υπ’ αυτό τον τίτλο θα θεωρούνταν εξόφθαλμα λαϊκιστικά. Ενώ η «Ζούγκλα», χωρίς να λαϊκίζει σου περνάει εμμέσως πλην σαφέστατα, το μήνυμα ότι όπως και στη ζούγκλα τη γνωστή, των θηρίων των τετράποδων έτσι και σ’ αυτή των δίποδων, όλα επιτρέπονται. Αρκεί να μας κινήσουν το ενδιαφέρον. Και σαφώς, ένας άγνωστος μέχρι πρότινος, συμπαθητικός σε πολύ κόσμο  υποψήφιος της Αριστεράς για τη δημαρχία της μεγαλύτερης πόλης της χώρας, που τα κατάφερε εντυπωσιακά καλά στη μάχη του με τον δήμαρχο στις πρόσφατες εκλογές, μας κινεί το ενδιαφέρον συθέμελα.

Το μόνο αξιοπερίεργο, στο όλο πράγμα; Τα θηρία, δίποδα ή τετράποδα, τα καρότα ποτέ δεν τα συγκινούσαν. Ήταν, ανέκαθεν, σαρκοβόρα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

16 Ιουν 2014

Μεγάλα κανάλια, μεγάλες απουσίες

Ένας χρόνος έκλεισε από το κλείσιμο της ΕΡΤ. Αυτός ο ένας χρόνος, δεν έχει σημασία, θα μπορούσε να ’ναι μια ώρα, ένας μήνας. Οι απουσίες άλλωστε δεν μετρούνται με ρολόγια, λεπτά και δευτερόλεπτα και το ίδιο ισχύει γι’ αυτή. Την απουσία όχι της ΕΡΤ, αλλά ενός λαού που δεν ήταν ποτέ εκεί.

Δεν ήταν εκεί όταν του έκλειναν το Δεύτερο, το Τρίτο Πρόγραμμα, την ΕΤ1, τη ΝΕΤ, την ERT World που έφτανε στα πέρατα της γης, στα μάτια της ξεχασμένης ομογένειας. Είχε φύγει, από χρόνια. Για άλλα ραδιόφωνα ή καθόλου ραδιόφωνο. Για άλλα κανάλια. 

Δεν ήταν εκεί όταν προσπαθούσες να του δώσεις να νιώσει τι θα πει να κλείνει σε έναν λαό ένας τύπος που αποφασίζει και διατάσσει με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου τη δημόσια του ραδιοφωνία και τηλεόραση, τον απολύτως τελευταίο φάρο οπτικοακουστικού πολιτισμού που του είχε απομείνει μέσα στα σκοτάδια των τούρκικων και των μπουζουκοράδιων. Ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ, δεν ήταν ένα ακόμη ζήτημα εργαζόμενων που είχαν χάσει τη δουλειά τους αλλά ενός λαού που είχε προ πολλού χάσει την ψυχή του.

Δεν ήταν εκεί, όταν έμπαιναν τα ΜΑΤ στα «υπό κατάληψη» κτίρια για να εγκαθιδρύσουν τη νέα τάξη πραγμάτων βρίσκοντας απέναντί τους μια χούφτα εξαθλιωμένους εργαζόμενους.

Ήταν όμως εκεί για να «σταυρώσει» τον εκτελεστή της ΕΡΤ Παντελή Καψή εκατό χιλιάδες φορές στις ευρωεκλογές. Για να χάσει στο νήμα την εκλογή στο Ευρωκοινοβούλιο από την άλλοτε παρουσιάστρια ειδήσεων του «Μεγάλου Καναλιού» Εύα Καϊλή, που στάλθηκε στις Βρυξέλλες μαζί με την πρώην συνάδελφό της από το ίδιο κανάλι Μαρία Σπυράκη των 230.000 σταυρών. Και οι αριθμοί, λένε πάντα την αλήθεια.

15 Ιουν 2014

Είκοσι χρόνια χωρίς το Μάνο. Μόνο;

Λέμε 20 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι και ψευδόμαστε. Γιατί τόσο τον ίδιο όσο και όσα αντιπροσώπευε τα είχαμε αφήσει να πεθάνουν, τα είχαμε στριμώξει σ' ένα βολικό, πρακτικό περιθώριο πολύ πριν το φυσικό του θάνατο.

Πολύ πριν το 1994 και την ήσυχη, ανεπαίσθητη αναχώρηση του ανθρώπου από τη ζωή αυτή, που πέρασε σαν μια παραφωνία σεμνότητας και ευπρέπειας στα δελτία ειδήσεων της ιδιωτικής τηλεόρασης, το σύνθημα είχε δοθεί. Από την περίφημη διαμάχη Χατζιδάκι-Αυριανής, νικητής με διαφορά και ακλόνητη κληρονομιά για την Ελλάδα του μέλλοντος, έμεινε η δεύτερη. Ο Αυριανισμός, η ευτέλεια που καμαρώνει για την «αυθεντικότητα» και την άσχημη, ανθρωποκτόνο πυγμή της, είχε έρθει για να μείνει και να μεταλλαχτεί, προσαρμοζόμενος στα δεδομένα των εποχών: από τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο μέχρι τους νεκροθάφτες της ΕΡΤ Σίμο Κεδίκογλου και Παντελή Καψή, το ίδιο το δημοσιογραφικό επάγγελμα πήρε μια στροφή ανθρωποφάγο, στρεφόμενο, στις μεγάλες του πείνες, ακόμα και κατά του ίδιου του εαυτού του, σαν θεριό ζαλισμένο από τις άγριες ορμές της αχαλίνωτης φύσης του.

Στα μουσικά πράγματα, πολύ πριν το θάνατο του Χατζιδάκι η πίστα είχε αρχίσει να μεσουρανεί στις μάζες, να στρογγυλοκάθεται στο θρόνο της και να θάβει σε αόρατες χωματερές, χωρίς αναστολές, οτιδήποτε δεν «τα έφερνε». Με το πέρασμα στις δεκαετίες της αλλαγής της χιλιετίας, το όλο πράγμα άρχισε να παίρνει εξωπραγματικές, σουρεαλιστικές διαστάσεις. Και πλέον, με τον εκλεγμένο δήμαρχο του πανέμορφου Βόλου να δηλώνει ευθυτενής ότι οι Έλληνες αυτού του περίεργου, πρόωρου, αιφνιδιαστικού 21ου αιώνα «λέμε της Πάολας θα γίνει» όταν ερχόμαστε στο κέφι, ζώντας ακομπλεξάριστα, «όλοι στητοί ως Ηρακλείς ροπαλοφόροι»  με τα λόγια του Ανδρέα Εμπειρίκου, μέχρι τα μεδούλια μας την παρακμή, βρήκε και την πολιτική του έκφραση, γέμισε τις κάλπες.

Ευτυχώς δεν πρόλαβε ο Μάνος Χατζιδάκις να δει το τέρας να παίρνει διψήφια ποσοστά στις εκλογές. Δεν πρόφτασε να νιώσει να ξεχύνεται παντού γύρω του, σαν ασίγαστη λάβα, μια ασχήμια που κανείς πια δε φοβάται, που φώλιασε στις ζωές των ανθρώπων. Μια ασχήμια εξημερωμένη, που οι ιδιοκτήτες της τη βγάζουν καθημερινά βόλτα επιδεικνύοντάς τη σαν φρόνιμο, καλομαθημένο pet. Παρότι τα είχε όλα δει βαθιά εντός του, σε όλη τους την πομπώδη φτήνια, να προελαύνουν, χωρίς να μπορεί να κάνει το παραμικρό. Πέραν του να μας αφήσει, για κάποιες απάνεμες στιγμές, τις μελωδίες του.

*γράφτηκε για την Parallaxi

7 Ιουν 2014

Βόλος

«Όποιος δεν είδε το Βόλο να πάει να τον δει, κι αν τον είδε να πάει να τον ξαναδεί. Γιατί η πολιτεία τούτη είναι μια από τις μεγάλες απλοχεριές της ζωής, που αν έρθεις στον κόσμο και ξεχάσεις να τις χαρείς, είναι σαν να ξέχασες γιατί ήρθες.»

«Οεοο, οεοο, οεοο έχουμε δήμαρχο τον Αχιλλέα Μπέο!» « Μπέο, Μπέο, γ..σε τους Μπέο!» Συνθήματα κάτω από την εξέδρα, όπου ξεκινά να μιλά ο νεοεκλεγείς δήμαρχος. Cut.

«Το τραινάκι μας πάει και παίζει χαρούμενα με τα μικρά τοπία του καπνού του, σαν το παιδάκι που φκιάχνει μικρές φούσκες με το καλάμι του. Πρέπει να πας άνοιξη να τον δεις και να ’ρθεις απ’ τη θάλασσα. Να τον ξακρίσεις έτσι απ’ τη μπούκα του Τρικεριού απλωμένον νωχελικά κάτω απ’ τον ήλιο, σαν παρθένα που ξυπνά από γλυκά όνειρα…»

«Αναγκάστηκα να βγω να μιλήσω πέντε-δέκα λεπτά πιο νωρίς, για να διακόψω έναν άνθρωπο χωρίς αξιοπρέπεια που αύριο ούτως ή άλλως η Κουμουνδούρου θα τον έχει στείλει στο σπίτι του.» Ο δήμαρχος αρχίζει την ομιλία του με αναφορά στον προεκλογικό του αντίπαλο. Cut.

«Τώρα που ξαναεπιστρέφω ναυαγισμένος νοσταλγός στην καθάρια του ομορφιά, οι σβησμένες εικόνες πλημμυρούν τη μνήμη μου σαν πεταλούδες. Ξαναζώ την πολιτεία ολάκερη, έτσι όπως την πρωταντίκρυσα στην πρώτη μας γνωριμιά, να κολυμπά στα καταγάλανα νερά και στη χλόη. Με τις μεταξένιες της αμμουδιές και τους παραμυθένιους της κήπους. Με τις μηλιές της, τόσο φορτωμένες, που σε κάνουν να πονάς. Με τις κερασιές που ανάβουν μεσ’ στα περιβόλια σαν κόκκινες φωτιές. Με τ’ αχλάδια, τα πεπόνια, τα ροδάκινα… να χύνουν τη μοσκοβολιά τους στην κούπα του Παγασητικού. Να είναι όλα παντού μια λιτανεία. Τα χρώματα, οι λόφοι, οι νεροσυρμές…»

«Κάθισα πραγματικά και αναρωτήθηκα: αυτός ο πόλεμος που πραγματικά δεν είχε προηγούμενο ποτέ στη μεταπολίτευση τα τελευταία σαράντα χρόνια σ’ έναν άνθρωπο, ένα ολόκληρο σύστημα που πριν τρία χρόνια με οδήγησε στη φυλακή, πάλι σήμερα απέναντί μου τις τελευταίες δέκα μέρες για να στηρίξουνε τι; Το ίδιο το σύστημα να στηρίξει αυτούς που εκπροσωπούν το σύστημα. Κι αναρωτήθηκα: οι άνθρωποι λέει, των δήθεν προοδευτικών δυνάμεων, της δήθεν κουλτούρας, των γραμμάτων, της τέχνης και της πουτ…ας της αρπαχτής» (έξαλλα χειροκροτήματα από το ακροατήριο). Cut.

«Έλα στο Βόλο ταξιδευτή, σκίσε τα νερά, κι έλα στο Βόλο – έλα όποτε να ΄ναι, μόνο έλα. Είναι όμορφη η πολιτεία την άνοιξη – μα την άνοιξη είναι όμορφες όλες οι πολιτείες. Όχι… Έλα λοιπόν φθινόπωρο. Τότε είναι που η πόλη μοσκοβολά πιο δυνατά – σα μελωμένη γυναίκα. Μα είναι και το χειμώνα όμορφη γιατί δεν ξέρει να μην είναι, γιατί και να το θέλει – άλλο από όμορφη – δε μπορεί να είναι.»

«Εμείς ρε παιδιά, για μας, η τέχνη και η μουσική είναι οι άνθρωποι που μας διασκεδάζουνε αλλά ποτέ δεν περάσανε να πάρουνε τον ιδρώτα σας απ’ τα υπουργεία πολιτισμού και δήθεν κουλτούρας. Είναι ο Καρράς ο κουμπάρος μου, είναι πώς λέμε της Πάολας θα γίνει, είναι ο Ρέμος, ο Παντελίδης, ο Οικονομόπουλος, αυτοί που τους πληρώνουμε εμείς και δεν πήραν ποτέ τον ιδρώτα σας.» Cut.

Στο επάνω διάζωμα, ο Βόλος του Μενέλαου Λουντέμη (από το Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους). Στο κάτω, ο Βόλος του Αχιλλέα Μπέου. Και κάπου ανάμεσα, ένα χαμένο στοίχημα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

29 Μαΐ 2014

Όταν η ενημέρωση στρατεύεται

Δευτέρα μετά τις εκλογές. Ζέστη πολλή, πρόωρη, καλοκαιρινή, μαζί και κούραση. Ανοίγεις να δεις τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Και βλέπεις. Τη δημοσιογράφο Μαρία Σπυράκη πρώτη σε σταυρούς από τη ΝΔ να στέλνεται από τους ψηφοφόρους πανηγυρικά στο Ευρωκοινοβούλιο.

Κάτι δε σου κάθεται καλά. Καθόλου καλά. Περνάνε από το μυαλό σου, σαν σε slide show, διάφοροι γνωστοί δημοσιογράφοι μεγάλων ειδησεογραφικών δικτύων της Ευρώπης. Για κάποιον λόγο, σου έρχεται στο νου ο Jeremy Paxman του BBC. Ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος, για χρόνια, από τη δεκαετία του ’70 στην ενημέρωση για την πολιτική επικαιρότητα, με εκπομπές που άφησαν εποχή. Φαντάζεσαι τι καταιγίδα θα ξεσπούσε αν μια ωραία πρωία ο Paxman ανακοίνωνε ότι εντάσσεται στο ψηφοδέλτιο του Συντηρητικού Κόμματος για τις ευρωεκλογές. Πόσο προδομένοι, προσβεβλημένοι θα ένιωθαν όσοι Βρετανοί τον είχαν εμπιστευτεί όλα αυτά τα χρόνια για την ενημέρωσή τους. Δεν θα ’ταν υπερβολικό να πούμε ότι σε περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο, ο Paxman μπορεί και να είχε πρόβλημα να κυκλοφορήσει στους δρόμους του Λονδίνου. Θα ερχόταν αντιμέτωπος με τη δικαιολογημένη οργή χιλιάδων τηλεθεατών, που είχαν ακουμπήσει επάνω του, για να διαμορφώσουν άποψη για όσα συνέβαιναν γύρω τους.

Επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα, σκέφτεσαι την Ελληνίδα συνάδελφό του. Που επί χρόνια, μέσα από τα δελτία ειδήσεων του Mega Channel, ενημέρωνε όσους παρακολουθούσαν γύρω από την πολιτική επικαιρότητα. Ένα πόστο, στο οποίο οφείλεις να είσαι σχολαστικά αντικειμενικός, ολοκληρωτικά ανεξάρτητος, από τη στιγμή που έχεις αναλάβει να μεταφέρεις, σε όσους βλέπουν, την πολιτική σκηνή της χώρας, χωρίς πράσινους, μπλε, κόκκινους φακούς.  Και η οποία, μια ωραία πρωία, έκανε αυτό το αδιανόητο. Εντάχτηκε στο ευρωψηφοδέλτιο της ΝΔ. Και εν συνεχεία άρχισε να εμφανίζεται, να περιφέρεται σε τηλεοπτικά πολιτικά πάνελ ως εκπρόσωπος της ΝΔ. Στα οποία πάνελ ούτε ένας από τους καταξιωμένους κατά τα άλλα συνάδελφούς της-οικοδεσπότες δεν σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αν βλέπει μια κάποια αντίφαση, μια κάποια αντινομία μεταξύ του ρόλου της ως δημοσιογράφου και της στράτευσης με ένα πολιτικό κόμμα. Αν το δεύτερο, ευτέλισε  το πρώτο. Συνέβαινε, μάλλον το αντίθετο. Έπαιρνε εύσημα τόσο από τους δημοσιογράφους-οικοδεσπότες όσο και από διάφορους άλλους συμμετέχοντες για την ετοιμότητά της να απαντήσει όταν ερωτούνταν για διάφορα και για τις επιδόσεις της στον κομματικό της ρόλο.

Μέχρι που ήρθε η μέρα των εκλογών. Και εκτός από τους συναδέλφους της δημοσιογράφους που την θαύμαζαν στα τραπέζια των τηλεσυζητήσεων, ήρθε και η επιδοκιμασία από τους πολίτες. Οι ψηφοφόροι την ανέδειξαν πρώτη μεταξύ των υποψηφίων της ΝΔ, με δεκάδες χιλιάδες σταυρούς. Προφανώς χωρίς να ενοχλούνται στο παραμικρό απ’ το ότι μια δημοσιογράφος που υποτίθεται υπηρετούσε επί χρόνια την ενημέρωση, μέσα από ρεπορτάζ και αναλύσεις, διαμορφώνοντας άποψη στους τηλεθεατές, απεδείχθη στρατιώτης ενός κόμματος. Γεγονός άκρως αποκαλυπτικό του τι είδους και επιπέδου απαιτήσεις έχουν οι πολίτες της χώρας από τους δημοσιογράφους της. Και πόσο σοβαρά παίρνουν την ενημέρωσή τους.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

26 Μαΐ 2014

Όταν τα κανάλια μου έλεγαν τι να ψηφίσω

Ευρωεκλογές 2014. Καλώς ή κακώς πήραν έναν χαρακτήρα δημοψηφίσματος και ψήφου διαμαρτυρίας των πολιτών απέναντι σε δυο κόμματα που, αφού κυβέρνησαν τη χώρα επί σαράντα συναπτά έτη επιβάλλοντας ένα καθεστώς κλεπτοκρατίας και πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτών και κομμάτων, ευνοιοκρατίας και διαφθοράς, πλέον συνεταιρίστηκαν για να συγκυβερνήσουν και να βάλουν μαζί τους τίτλους τέλους σε μια χώρα που έγινε επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα η ιδιότυπη παιδική χαρά τους.
Και κάπου εκεί, χτύπησε ένα καμπανάκι κινδύνου. Γιατί ήρθε η απειλή από τον ΣΥΡΙΖΑ και μια πλειάδα άλλων, καινούργιων κομμάτων που απειλούν να κλείσουν μια και καλή τον κύκλο αυτόν της μεταπολίτευσης και της παντοκρατορίας δυο κομμάτων που απολάμβαναν το μονοπώλιο εξουσίας στη χώρα και μοιράζονταν μεταξύ τους τα λάφυρα. Η αντίδραση σε αυτή την απειλή, ήταν άμεση και χειμαρρώδης.  
Χωρίς τον παραμικρό σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κάθε σκεπτόμενου πολίτη, τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, σαν τρίτος κυβερνητικός εταίρος επιδόθηκαν σε έναν μαραθώνιο θετικής προβολής των δυο κομμάτων της συγκυβέρνησης με παράλληλο «θάψιμο» του ΣΥΡΙΖΑ και όποιου άλλου κόμματος σήκωνε κεφάλι, απέναντι στους δυο δεινόσαυρους της πολιτικής ζωής αυτού του τόπου.
Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άνοιγες την τηλεόραση και σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τις ευρωεκλογές έβλεπες τον δημοσιογράφο-οικοδεσπότη να ανοίγει την κουβέντα κάνοντας με τη σειρά στους καλεσμένους την ίδια ερώτηση: «ποια πιστεύετε ήταν η πιο ακραία τοποθέτηση, αυτή του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ που μίλησε στη Βουλή για ειδικά δικαστήρια ή του αρχηγού του Α.Τσίπρα, που έκανε λόγο για άρση της ασυλίας του Ε.Βενιζέλου σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στην κυβέρνηση;» Αυτό που λέμε ανεξάρτητη, αντικειμενική δημοσιογραφία, είχε πια πάει περίπατο.
Δυο μέρες πριν τις εκλογές, οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν στους δέκτες τους τη θεαματική συγκέντρωση της ΝΔ με ομιλητή τον Αντώνη Σαμαρά στο Σύνταγμα, σε μια κατάμεστη πλατεία γεμάτη «γαλάζιους» ψηφοφόρους να ανεμίζουν τις σημαίες τους. Παράλληλα, στο διαδίκτυο μπορούσε να δει κανείς την πραγματικότητα: μια άδεια, εκτός από το κέντρο της, πλατεία όπου η κυκλοφορία των οχημάτων συνεχιζόταν κανονικά και μια συγκέντρωση που με διάφορα τεχνάσματα που θύμιζαν τις «χρυσές» εποχές της δεκαετίας του ’80 και τον σκηνοθέτη των υπερσυγκεντρώσεων του ΠΑΣΟΚ, Τάσο Μπιρσίμ, τα τηλεοπτικά κανάλια κατάφεραν να παρουσιάσουν σαν «μεγαλειώδη».
Μια μέρα, λίγες ώρες  πριν τις εκλογές  και μετά από καθημερινό βομβαρδισμό επί εβδομάδες των τηλεθεατών με ασύστολη προπαγάνδα υπέρ της συγκυβέρνησης και κινδυνολογία γύρω από το ενδεχόμενο να ανατραπεί ο κυβερνητικός συνεταιρισμός ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και να έρθει στα πράγματα ο - μακριά από μας - ΣΥΡΙΖΑ,  το δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 παραβιάζει κατάφωρα την εκλογική νομοθεσία καθοδηγώντας ξεκάθαρα όσους παρακολουθούν να ψηφίσουν Αντώνη Σαμαρά και «σταθερότητα». Φυσικά, όπως και όλο το προηγούμενο διάστημα, καμία αντίδραση από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το περίφημο ΕΣΡ, που όλον αυτό τον καιρό φαίνεται να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Η αφρικανοποίηση της χώρας, βρίσκεται πια σε πλήρη εξέλιξη.
*γράφτηκε για την Parallaxi