28 Ιαν 2012

Alt Ctrl Del

Στο ιντερσίτι, κατεβαίνοντας Αθήνα. Πιάνω κουβέντα στο εστιατόριο με έναν κακοντυμένο άντρα, λίγο μεγαλύτερό μου. Αναπληρωτής καθηγητής μαθηματικών, συστήνεται. Σαν μαθηματικός, έχει κάνει τους λογαριασμούς του, τακτικά, συγυρισμένα. Τα έχει όλα στο κεφάλι του σε αριθμούς, ολοστρόγγυλους αριθμούς: τα €900 ευρώ που παίρνει, τα €400 που τρώει σε μετακινήσεις για να πάει από εκεί που ζει στην πόλη που εργάζεται, τα υπόλοιπα που πληρώνει στην εφορία, τα έξοδα για το παιδί του που δεν μπορεί να φέρει βόλτα. €3.500 το μήνα θα παίρνει σε ένα σχολείο στην Αγγλία όπου ετοιμάζεται να μεταναστεύσει, από το χωριό του στη Λάρισα. Έψαξε μέσω ίντερνετ και πολλά σχολεία του έκαναν προσφορές, διάλεξε ένα και φεύγει. Στην αρχή μόνος σε ένα φτηνό νοικιαζόμενο δωματιάκι, να στρώσει το δρόμο για να ακολουθήσει η οικογένεια. Long-term; Τον ρωτάω, αγγλικά, για να τον μπάσω, σιγά-σιγά, στη νέα του γλώσσα που τον περιμένει για να πάρει τη θέση της παλιάς, της εγκαταλειμμένης, μητρικής. Ναι, μου απαντά, long-term, φεύγει με εισιτήριο χωρίς επιστροφή σε μια χώρα που δεν της αρέσουν οι επιστροφές, μια χώρα που προτιμά να σε διώχνει μια κι έξω.

Alt Ctrl Del, πέρασμα σε νέα εργασία:

Στην Αθήνα πια, σε reunion με παλιούς συμμαθητές. Κρασιά, γέλια, πειράγματα, πέφτουν σαν γέφυρες στον χρόνο, σαν για να γεμίσουν, να μπαλώσουν τα κενά που άφησαν πίσω τους περνώντας, τα χρόνια. Ένας συμμαθητής, ρωτά, «εσύ που είσαι», «που εργάζεσαι», με τη σειρά τους ομοτράπεζους. Πλησιάζει, μέσα από τις απαντήσεις των άλλων, έρχεται η σειρά μου. Και νιώθω το κολάρο στο πουκάμισο να σφίγγει, τα χέρια να ιδρώνουν, την καρέκλα να μην με βολεύει, σαν να μίκρυνε ξαφνικά: και μαζί της σαν να μικραίνω κι εγώ, να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου, να με παρατάνε μόνο κι έρημο οι λέξεις, τραβώντας γι’ αλλού. Πώς να εξηγήσω μια παραίτηση, μια δουλειά που δεν «έβγαινε», δυο πόλεις, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, που με πέταγαν η μια στην άλλη; Πώς να περιγράψω μια ολόκληρη πορεία είκοσι πέντε χρόνων, μια και δυο φυγές απ’ την Ελλάδα και επιστροφές στην αφιλόξενη, προδοτική, τραχιά, αλλά οικεία αγκαλιά της, με δυο τρεις φωναχτές φράσεις για να φτάσουν, σαν μπάλες του μπιλιάρδου, με απανωτές καραμπόλες, στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού που υπομονετικά, ατάραχος, περιμένει ο ανύποπτος συμμαθητής, σαν ένας εγκάρδιος, μα συνάμα ακλόνητος ανακριτής;

Alt Ctrl Del, πέρασμα σε νέα εργασία:

Στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, ούτε εκατό μέτρα από εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα, καθόμαστε σε ένα από τα καφέ που ξεφυτρώνουν το ένα πίσω από το άλλο. Μια πλατεία που στο πέρασμα των χρόνων έγινε ένα τεράστιο στέκι για πεινασμένους: σουβλάκια, fast food, πιτσαρίες, κρεπερί και καφέ, πολλά καφέ, εκτόπισαν τα μαγαζάκια του μεροκάματου που θυμάμαι από παλιότερες εποχές της. Εκεί που ήταν ένα σιδερωτήριο, να σου η κρεπερί. Ένα μεγάλο κατάστημα με νεωτερισμούς και είδη προικός, που λέγανε τότε, έγινε υπερμοντέρνα πιτσαρία. Περνώντας βλέπω οικογένειες βυθισμένες σε τεράστιες πίτσες σερβιρισμένες πάνω σε ολοστρόγγυλες ξυλένιες τάβλες με τέσσερα τυριά – ούτε τρία, ούτε πέντε αλλά, για κάποιον άγνωστο λόγο που μόνον οι θεοί της πίτσας γνωρίζουν, τέσσερα, πάντα τέσσερα. Παραγγέλνουμε, στο περιποιημένο καφέ, ένα πιάτο λουκουμάδες και μια ζεστή σοκολάτα. Μια ευγενέστατη, δροσερή και γλυκιά σερβιτόρα, μας γεμίζει τα ποτήρια νερό όποτε νιώσει ότι διψάμε. Και περιμένει, διακριτικά, λίγο παραπέρα απ’ το τραπέζι. Πιάνουμε ψιλοκουβεντούλα για το πόσο ωραίο, ρομαντικού στυλ έχουν φτιάξει το καφέ, τι ωραίες οι καρέκλες, τι νόστιμοι οι καναπέδες στο εσωτερικό, τι ωραίες λιχουδιές στα ολόφωτα μενού όπως μπαίνεις, να κάποια στιγμή και ο λογαριασμός: €10 οι λουκουμάδες και η σοκολάτα. Όχι, δεν είναι αυτή η πλατεία που άφησα φεύγοντας πριν χρόνια, δεν πρέπει να ’ναι και η Αθήνα που από το ’95 άφησα πίσω μου σαν μια πόλη άχαρη αλλά ζεστή, ασυμμάζευτη αλλά διαπραγματεύσιμη.

Alt Ctrl Del, πέρασμα σε νέα εργασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: