13 Νοε 2012

To κοροϊδάκι της δεσποινίδας

Όπως εύκολα θα μπορούσε κανείς να είχε προβλέψει σύσσωμος ο πολιτικομιντιακός κόσμος επιδίδεται αυτές τις μέρες σε πυρετώδεις συζητήσεις επί συζητήσεων γύρω από την «ανέντιμη» στάση των Ευρωπαίων που παρότι στη χρεοκοπημένη πλην τίμια Ελλάδα ψηφίσαμε, έστω με τρεις ψήφους διαφορά (που κανείς στοιχειωδώς νοήμων άνθρωπος εκτός Ελλάδος μετά από όλα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια και τις θηριώδεις παλινωδίες δεν θα έπαιρνε ούτε για ένα λεπτό σαν «εγγύηση» ότι η Ελλάδα προτίθεται να μεταρρυθμιστεί), τα μέτρα μας, δε μας δίνουν τη δόση μας. Έχουμε σα να λέμε έναν ακόμη γύρο μικροπολιτικής και μικροδημοσιογραφίας (τα δίδυμα που κατέστρεψαν σε μεγάλο βαθμό τη χώρα αυτή στο σκέπτεσθαι και πράττειν της), κατά τον οποίο πολιτικοί και τηλεδημοσιογράφοι αλλά και μεγαλοδιασκεδαστές τύπου Λάκη Λαζόπουλου, που δυστυχώς σαν opinion leaders διαμορφώνουν κατά μεγάλο μέρος την κοινή γνώμη, αναλώνονται και θα εξακολουθήσουν να αναλώνονται σε ατελείωτα απελπισμένα, αντιευρωπαϊκά «γιατί» («μα γιατί μας καθυστερούν τη δόση», «τι παιχνίδια μας παίζουν άραγε οι Ευρωπαίοι», κοκ).

Δυστυχώς οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν ήταν ποτέ παιχνιδιάρηδες. Απλώς ψάχνουν τρόπους να σώσουν μια νομισματική ένωση που θα είχε μεγάλο πρόβλημα από μια ενδεχόμενη έξοδο ακόμη και της κακομοίρας της Ελλάδας από αυτή. Και από κάποια στιγμή και ύστερα η διατήρηση της κατεστραμμένης αυτής χώρας στη νομισματική ζωή θα αρχίζει να κοστίζει περισσότερο από την έξοδό της από την ευρωπαϊκή νομισματική «οικογένεια». Μια στιγμή που ίσως και να έχει φτάσει. Ή να πλησιάζει. Αλλά πέραν αυτής, πέραν της καθαρά νομισματικής ή μη επιβίωσης της χώρας σαν μέλους της ευρωζώνης, τα προβλήματα πάνε πολύ βαθύτερα. Φτάνουν μέχρι τις ολοκληρωτικού τύπου γραφειοκρατικές υποδομές της, την ανικανότητά της να ανοιχτεί επιχειρηματικά, πολιτισμικά, μορφωτικά ή όπως αλλιώς θέλετε στην υπόλοιπη Ευρώπη και την υπόλοιπη υφήλιο παραδειγματιζόμενη, ξεπερνώντας την εκ γενετής εσωστρέφεια και αυτοαπομόνωσή της. Παραμερίζοντας το σιδηρούν παραπέτασμα από το οποίο γλίτωσε στην περίφημη μεταπολεμική «μοιρασιά» της Γιάλτας αλλά εφηύρε και έστησε η ίδια για να απομονωθεί πίσω του και να κοροϊδεύει με την ησυχία της τους «κουτόφραγκους», τα «αμερικανάκια», όλους τους άλλους λαούς που έτρωγαν βελανίδια όταν οι μακρινοί μας «πρόγονοι» μεγαλουργούσαν (για να μας δημιουργήσουν έκτοτε ατελείωτα, αξεδιάλυτα συμπλέγματα κατωτεροανωτερότητας).

Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικομιντιακοί ταγοί της μονάκριβης πατρίδας ως συνήθως αγκαλιάζουν το αγαπημένο τους δέντρο των επιδερμικών, πανικόβλητων, πυροτεχνηματικού τύπου «αναλύσεων» της τελευταίας στιγμής αντί να βλέπουν το προβληματικό δάσος ολόγυρα. Δηλαδή μια χώρα κρεμάμενη επί τρία χρόνια από το γκρεμό της χρεοκοπίας, της οικονομικής, κοινωνικής, ανθρωπιστικής καταστροφής, που παρ' όλη την τραγική, ανθρωποκτόνο πραγματικότητα που την έχει τυλίξει αδυνατεί να αλλάξει στο παραμικρό. Μια χώρα που απ’ όπου κι αν προσπάθησε ή προσπαθεί να πιάσει τον εαυτό της για να τον βελτιώσει ή να τον αναμορφώσει ματώνει το ίδιο λεπτό, μπαλώνει πρόχειρα όπως-όπως την πληγή που άνοιξε και αιμορραγεί ακατάσχετα και πάει παρακάτω, αναζητώντας ανθεκτικότερα σε παρεμβάσεις μέρη του πολύπαθου κορμιού της. Εγκλωβισμένη σε αυτόν τον φαύλο κύκλο της ελάχιστης δυνατής ζημίας.

Ποια η δεσποινίδα και ποιο το κοροϊδάκι, στην περίπτωσή μας; Νομίζω και στους δυο ρόλους πρωταγωνιστεί η Ελλάδα, με τους Ευρωπαίους να παρακολουθούν μια χώρα σε σχιζοφρένεια.

γράφτηκε για το free press Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

9 Νοε 2012

Για να ξανασηκωθείς, πρέπει πρώτα να πέσεις

Η σύγχρονη Ελλάδα γεννήθηκε ως ένα project των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής της Ελληνικής Επανάστασης. Χάρη σ’ αυτές και την παρέμβασή τους πέτυχε η Επανάσταση και δημιουργήθηκε το ελληνικό έθνος-κράτος. Αν δεν είχαν ενδιαφερθεί και παρέμβει σήμερα θα αποτελούσαμε μέρος της Τουρκίας και ανοίγοντας μια τηλεόραση, θα βλέπαμε τούρκικα σίριαλ (μάλλον περισσότερα τούρκικα σίριαλ). Οι λόγοι της καλής τους πράξης καθαρά γεωπολιτικοί, λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της νεοδημιουργηθείσας χώρας και όχι εξαιτίας του βαρύτιμου παρελθόντος της όπως πολλοί θα ήθελαν και εξακολουθούν να πιστεύουν. Βέβαια, το project Ελλάδα έκτοτε δεν πήγε και πολύ καλά, παρά τα δάνεια που αφειδώς έρεαν. Αποτυχημένοι πόλεμοι με τους γείτονες Τούρκους (όπως του 1897) και υπερφιλόδοξες εκστρατείες, δικτατορίες, από του Μεταξά μέχρι των Συνταγματαρχών, χρεοκοπίες (από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη το 1893 μέχρι τον ΓΑΠ στο Καστελόριζο το 2010), «εθνικοί διχασμοί», εμφύλιοι πόλεμοι ήδη από την εποχή της Επανάστασης μέχρι και μεταπολεμικά, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, χίλια δυο.

Από το 1974 και μετά όμως και, κυρίως, από το 1981 η Ελλάδα, μέλος πια της ΕΟΚ τότε ή της ΕΕ όπως την ξέρουμε σήμερα είχε επιτέλους την ευκαιρία, στη μακρότερη περίοδο ειρήνης και ευημερίας που γνώρισε από γεννήσεώς της, να ορθοποδήσει. Να γίνει σωστό και σοβαρό έθνος-κράτος. Άλλωστε, δεν της έλειπε τίποτα. Διέθετε άφθονο ήλιο και οι άνεμοι σάρωναν τα αμέτρητα νησιά της, θα μπορούσε να είχε αναδειχθεί σε ευρωπαϊκή υπερδύναμη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Ή, εκμεταλλευόμενη την προαναφερθείσα βαρύτιμη πολιτιστική της κληρονομιά, να είχε εξελιχθεί σε ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο κέντρο πολιτισμού, τεχνών, γραμμάτων (όμως τη στιγμή που γράφονται αυτά το πλησιέστερό μου πανεπιστήμιο, το ΑΠΘ, έχει γεμίσει ποντίκια λόγω απεργίας των εργολαβικών υπαλλήλων στην καθαριότητά του και της «περιφρούρησής» της από «αριστερές» φοιτητικές παρατάξεις). Η χώρα θα μπορούσε να είχε πορευτεί διαφορετικά, πολύ διαφορετικά, εκμεταλλευόμενη ό, τι άλλο μπορεί να βάλει κανείς με τη φαντασία του (και δυστυχώς μόνο μ’ αυτή).

Τα δάνεια, τα «πακέτα στήριξης», έρεαν ξανά. Η Ελλάδα των τελευταίων τριάντα ετών προικοδοτήθηκε, όπως συνέβαινε από τη γέννησή της, με τεράστια χρηματικά ποσά προκειμένου να πατήσει στα πόδια της, να αποκτήσει γερές, στέρεες βάσεις, να πάρει μπροστά. Αφήνοντας πίσω της όλα όσα την κρατούσαν πίσω. Αντί γι’ αυτό, όμως, έγινε η ευρωπαϊκή χώρα με τη μεγαλύτερη αναλογία καφέ-μπαρ, κομμωτηρίων, προποτζίδικων ανά κάτοικο. Η ευρωπαϊκή χώρα με τις ασχημότερες και καταθλιπτικότερες τσιμεντουπόλεις κάτω από τις οποίες θάφτηκε, μπαζώθηκε η μακρόχρονη και ενδιαφέρουσα ιστορία τους, η ιστορία της ίδιας της ελληνικής γης, των «αρχαίων ημών προγόνων» και όσων ακολούθησαν, μέχρι την Αντιπαροχή.

Με λίγα λόγια, το πράγμα δεν πήγε. Τα χρήματα που δόθηκαν κατασπαταλήθηκαν, άγνωστο πώς, από ποιους και για τι είδους σκοπούς. Και τα χρόνια πέρασαν, για πολλούς κατοίκους της σαν μέσα σε ένα τρελό υπερκαταναλωτικό όνειρο. Φτάνοντας αισίως στο 2012. Και αυτή τη στιγμή, βρισκόμενη στο χείλος του γκρεμού, η χώρα έχει γαντζωθεί από τον μεγάλο κουμπαρά που λέγεται ΕΕ – που έχει αντικαταστήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις που την δημιούργησαν σαν προτεκτοράτο τους τον 19ο αιώνα – προκειμένου να μην γκρεμιστεί.

Βρίσκεται γαντζωμένη με τρία δάχτυλα, ή τρεις ψήφους, που ήταν η διαφορά όσων υπερψήφισαν το νέο «Μνημόνιο» από όλους τους άλλους. Όλοι ξέρουν ή, αν δεν ξέρουν, διαισθάνονται ότι μια ολόκληρη χώρα κρεμασμένη από έναν γκρεμό που μόνη της, χωρίς να τη σπρώξει κανείς βρέθηκε και επέμενε να βρίσκεται κρεμάμενη από γεννήσεώς της, δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ, γαντζωμένη με τρία μόλις δάχτυλα. Κάποια στιγμή θα πέσει. Και θα πρέπει να πέσει. Μήπως και συνέλθουν οι κάτοικοί της από την αδράνεια, το λήθαργο που τους έχει τυλίξει – μοιάζουν να περιμένουν να τελειώσει ένα κακό όνειρο για να συνεχίσουν στο προηγούμενο, υπερκαταναλωτικό όνειρο που τόσο απολάμβαναν – και συνειδητοποιήσουν που βρίσκονται, από πού έρχονται, τι προκλήσεις έχουν μπροστά τους. Μήπως και επιτέλους ισοπεδωθεί ολοκληρωτικά, όπως οι παλιές μονοκατοικίες από τις μπουλντόζες των εργολάβων που τσιμεντοποίησαν την Ελλάδα, ένα πολιτικό σύστημα γέννημα θρέμμα διεφθαρμένων, σαθρών, ξεχειλωμένων κοινωνικών δεσμών. Ένα πολιτικό σύστημα ξεκάθαρα ευνοιοκρατικό και φτηνά δημαγωγικό.

Ναι, η χώρα πρέπει να πέσει. Αν είναι να ξανασηκωθεί.

* Η φωτογραφία είναι του Κωνσταντίνου Τσακαλίδη της Stereosis

γράφτηκε για το free press Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

1 Νοε 2012

Πάρε κόσμε!

Η περιοχή που βλέπετε υπό νορμάλ συνθήκες είναι εντελώς άδεια, εγκαταλελειμμένη. Δεν βλέπεις ούτε ένα αυτοκίνητο ή άνθρωπο, μόνο που και που κανένα πιτσιρίκι να μαθαίνει οδήγηση. Σήμερα το πρωί όμως άνοιξε ένα "bazaar" που για τρεις μέρες θα ξεπουλάει το στοκ της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Lidl με τιμές από ένα έως δεκαπέντε ευρώ. Και συνέρευσαν χιλιάδες κόσμου. Για την ακρίβεια, συρρέουν λεπτό το λεπτό χιλιάδες κόσμου: μανάδες με παιδιά στην αγκαλιά, νεαροί άνδρες, κοπέλες, μεγαλύτεροι. Είμαστε στην κυριολεξία αποκλεισμένοι, καθώς έχουν κλείσει οι γύρω δρόμοι, φράκαρε μέχρι και ένα περιπολικό της αστυνομίας που έσπευσε φιλοδοξώντας να βάλει κάποια τάξη στα πράγματα. Κάποια στιγμή, έπεσα πάνω σε κάποιον που κουβαλούσε μια κιθάρα που θα βρήκε σε τιμή ευκαιρίας και μάλλον κινέζικης προέλευσης. Είδα μεσόκοπες γυναίκες κολλημένες με τεράστια καρότσια γεμάτα συσκευασμένα φτηνοπράγματα στις λάσπες. Είδα, άκουσα, πολλά. 

Λαϊκό προσκύνημα στον ναό του "φτηνού" που ξεστοκάρει, την εποχή αυτή της φτωχοποίησής μας. Μια εποχή που λέξεις όπως παζάρι (ή bazaar στο πιο νεοελληνικό δήθεν του), "φτηνό", στοκ, "ευκαιρία", ξεπούλημα, μαγνητίζουν τα πλήθη, τρέχουν από στόμα σε στόμα με ανείπωτες ταχύτητες. Γιατί μέσα στην απελπισία η παραμικρή παρηγοριά, η παραμικρή διέξοδος έστω για λίγο, έστω και παροδικά από το γκρίζο της χρεοκοπίας, ακόμα και "μαϊμού", ακόμα και ύποπτης προέλευσης, θα ταξιδέψει σε όλη την πόλη βρίσκοντας ανθρώπους έτοιμους για την εικονική απόδραση. Ανθρώπους που δεν θα απεργήσουν γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν δουλειά, που δεν θα κατέβουν να διαδηλώσουν γιατί νιώθουν παραδόξως μόνοι σε μια εξαιρετικά μαζική κοινωνία, αλλά που θα δημιουργήσουν το αδιαχώρητο για να μη χάσουν την ελπίδα. Έστω κι αν αυτή θα τη βρουν σε ένα ράφι του Lidl, μισοτιμής. Ελλάδα, 2012. Καλό μήνα.

δημοσιεύτηκε στο free press Parallaxi εδώ

Όταν το φυσικό "ντεκόρ" ζωντανεύει

Περισσότεροι από σαράντα νεκροί, μια σχεδόν Ελλάδα (πάνω από οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι) χωρίς ρεύμα στις ανατολικές ΗΠΑ και τον Καναδά από την επέλαση του κυκλώνα Sandy. Ανυπολόγιστες οι ζημιές από πτώσεις δέντρων, πλημμύρες, πυρκαγιές, αλλά και οι επιπτώσεις στην οικονομία και βεβαίως την πολιτική, μιας και βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο και οι δυο προεδρικοί υποψήφιοι, όταν κάπως ηρεμήσουν τα πνεύματα κι αρχίσουν να αποτραβιούνται τα νερά, θα κοιτάξουν το δίχως άλλο να «αξιοποιήσουν», καθένας για λογαριασμό του, τη μανία της φύσης.

Μια φυσική καταστροφή λειτουργεί καθαρτικά. Μας υπενθυμίζει, στο ανθρώπινο είδος, ότι το αναντικατάστατο στήριγμα των σημερινών κοινωνιών, το προαιώνιο, πραγματικό τους θεμέλιο κάτω από τα φαντασιακά τους ερείσματα παραμένει η φύση. Όσο κι αν προσπαθήσαμε ή φιλοδοξήσαμε, ακολουθώντας έναν από τους φιλοσοφικούς θεμελιωτές της νεωτερικότητας, τον Descartes, να γίνουμε «αφέντες και κτήτορες» της φύσης. Όσο κι αν τη σνομπάρουμε ή τη θέλουμε, τη φτωχή αυτή συγγενή του σημερινού, ζαλισμένου από τις κατακτήσεις της τεχνικής και της επιστήμης πολιτισμού, μονάχα σαν διακριτικό, άφωνο, ψυχοχαλαρωτικό ντεκόρ στην κυριακάτικη εκδρομή.

Κάθε ανθρώπινος πολιτισμός διατηρούσε τη δική του ιδιαίτερη, ξεχωριστή και καθαρά φαντασιακή σχέση με τη φύση. Σε κάποιους χρησίμευσε ως ανεξάντλητη πρώτη ύλη για μύθους γύρω από τα μυστήρια της ζωής, του θανάτου ή του έρωτα, τα ατελείωτα μονοπάτια των ανθρώπινων παθών. Για άλλους, ήταν η προνομιακή κατοικία θεοτήτων, μικρότερων ή μεγαλύτερων, που αντάμειβαν ή τιμωρούσαν τους αδιόρθωτους ανθρώπους για τις σκέψεις ή τις πράξεις τους, κρατώντας κάποιες βασικές ηθικές ισορροπίες.

Η σχέση του σημερινού πολιτισμού μαζί της; Ενός πολιτισμού που δεν πιστεύει σε μάγους ή νύμφες, μύθους ή φριχτούς, εκδικητικούς θεούς; Μπορεί, νομίζω, να συνοψιστεί στα μπαζωμένα ρέματα της Αθήνας ή άλλων ελληνικών πόλεων, στα «φαγωμένα» βουνά, στα μολυσμένα ποτάμια, στις μαυρισμένες από καυσαέρια πικροδάφνες των εθνικών δρόμων. Πρόκειται για μια σχέση αναγκαστικής συνύπαρξης με ένα πολλές φορές «γραφικό» αλλά ολοζώντανο ντεκόρ. Που κάποια στιγμή θα μας καταπιεί αν συνεχίσουμε να το θεωρούμε ντεκόρ.

γράφτηκε για το free press Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

28 Οκτ 2012

Για τη σύλληψη Βαξεβάνη. Ψύχραιμα.

Τη στιγμή που όλοι χάνουν την ψυχραιμία τους είναι μεγάλη η πρόκληση να προσπαθήσεις να κρατήσεις τη δική σου. Και να μην παρασυρθείς με το ρεύμα. Σήμερα ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης συνελήφθη βάσει του νόμου περί προσωπικών δεδομένων για τη δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ». Φρόντισε ο ίδιος να ανακοινώσει τη σύλληψή του μέσω του Twitter, λέγοντας: «Μπαίνουν στο σπίτι με εισαγγελέα τώρα. Με συλλαμβάνουν. Διαδώστε.» Ταυτόχρονα δήλωνε σε ραδιοφωνικό σταθμό: «την 28η Οκτωβρίου μπούκαραν σαν ταγματασφαλίτες, το 2012, για να με συλλάβουν, το δημοσιογράφο που αποκαλύπτει την αλήθεια.»

Να πω καταρχάς ότι βρίσκω τουλάχιστον επιπόλαιη και λαϊκιστική όλη αυτή την κατοχική φρασεολογία που υιοθέτησε ο δημοσιογράφος και που έχει επικρατήσει τελευταία, με «δοσίλογους», «γερμανοτσολιάδες», «ταγματασφαλίτες» και άλλες σκοτεινές μορφές της νεοελληνικής ιστορίας να παρελαύνουν και να χρησιμοποιούνται απερίσκεπτα και ανέξοδα, με την παραμικρή σχεδόν αφορμή. Προκαλώντας ένα κλίμα πώρωσης και φανατισμού που δεν νομίζω ότι εξυπηρετεί κανέναν και τίποτα, πέραν όσων θα ήθελαν να συντηρείται ένα τέτοιο κλίμα για τους δικούς τους λόγους και σκοπούς.
 
Εν συνεχεία: αυτή η λίστα δόθηκε στον τότε υπουργό Οικονομικών για να βοηθήσει στο έργο της φορολόγησης αυτών ή άλλων προσώπων, από τη στιγμή που μπορεί να θεωρήθηκε ότι έστελναν μεγάλα χρηματικά ποσά στην Ελβετία ή αλλού προκειμένου να μη φορολογηθούν επί των πραγματικών τους εισοδημάτων. Αν τώρα ο υπουργός, το ΣΔΟΕ, ή όποιοι αρμόδιοι έπεσε στα χέρια τους αυτή τη λίστα δεν την εκμεταλλεύτηκαν όπως έπρεπε, είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί την ελληνική Βουλή ή την ελληνική Δικαιοσύνη, εφόσον κάτι τέτοιο χρειαστεί. Ενδεχομένως και τα ΜΜΕ όσον αφορά στην αμέλεια εκ μέρους των υπευθύνων αν υπήρξε, αλλά όχι για να φέρουν στο επίκεντρο της προσοχής και να δακτυλοδείξουν τους «κλέφτες» ή «προδότες του έθνους» που θεωρείται ότι κρύβονται στη λίστα - γιατί κάπως έτσι παρουσιάστηκε - και την υπονοούμενη διαπλοκή τους με τους πολιτικούς που την είχαν στα χέρια τους.
 
Δεν είναι, νομίζω, παράνομο να μετακινεί κανείς τα χρήματά του όπου και όπως νομίζει, από μια χώρα σε άλλη. Ομολογώ ανερυθρίαστα ότι και εγώ, αν είχα κάποια χρήματα στην τράπεζα, θα τα είχα στείλει στο εξωτερικό υπό τις παρούσες συνθήκες. Ούτε τον καθιστά αυτό κλέφτη ή προδότη. Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί τόσος θόρυβος και προς τι οι δραματικοί τόνοι. Μπορούν βεβαίως όλα αυτά να εξηγηθούν στα πλαίσια της κορύφωσης ενός ιδιόμορφου «επαναστατικού» πυρετού και φανατισμού που κυριαρχεί εδώ και κάποιο καιρό, στα πλαίσια του οποίου αναζητούνται αγωνιωδώς ένοχοι, προδότες, κλέφτες για να σταλούν στην γκιλοτίνα. Λες και αυτό θα έλυνε τίποτα. Ή αντί να κοιτάμε τι μπορούμε να κάνουμε οι ίδιοι οι πολίτες για να γυρίσουμε σελίδα στη χώρα μας. Η κατάσταση θυμίζει λίγο Γαλλική Επανάσταση μόνο που πήγαμε, οι Έλληνες, απευθείας στη φάση της «Τρομοκρατίας» και του διψασμένου για αίμα αγράμματου όχλου που την ακολούθησε, χωρίς να έχει γίνει προηγουμένως επανάσταση.
 
Εν τέλει: μπράβο στον Κώστα Βαξεβάνη που έβγαλε στη δημοσιότητα μια λίστα με νοικοκυρές, κοσμηματοπώλες, εφοπλιστές που έβγαλαν χρήματα στο εξωτερικό την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι τα είχαμε επίσης βγάλει από τις τράπεζες αλλά τα κρύβαμε σπίτια μας, υπό το φόβο της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος. Μπράβο του, εφόσον θεώρησε ότι αυτή του η πράξη χαστουκίζει ένα διεφθαρμένο κράτος και φορολογικό σύστημα κατάμουτρα, πράγμα που προσωπικά δεν συμμερίζομαι σαν άποψη. Ή ότι αποκαλύπτει ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί μεροληπτικά, συλλαμβάνοντας τον ίδιο για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων ενώ αφήνει ελεύθερους κάποιους άλλους που ο ίδιος «αποκαλύπτει». Συμπέρασμα που ούτε αυτό συμμερίζομαι, μια και πιστεύω ότι με το να παραβαίνεις τον νόμο και να συλλαμβάνεσαι, δεν κάνεις τίποτα παραπάνω από αυτό, ακόμα και σε μια εποχή κοινωνικοπολιτικής κρίσης. Γι’ αυτό και δεν τον θεωρώ ήρωα, όπως φαίνεται να κάνουν πολλοί άλλοι, ούτε με συγκινεί το είδος «αποκαλυπτικής» δημοσιογραφίας που υπηρετεί, απέναντι στην οποία, από εποχής Τριανταφυλλόπουλου, παραμένω εξαιρετικά καχύποπτος. Μιας δημοσιογραφίας, η οποία παίζει το παιχνίδι της στο γήπεδο του λαϊκισμού, των υψηλών, «επαναστατικών» τόνων, των «ταγματασφαλιτών» και των «διαδώστε». Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω.

26 Οκτ 2012

Eπετειακόν

Λόγω των ημερών έκανα μια μικρή, διαδικτυακή έρευνα για τον Ιωάννη Μεταξά, φτάνοντας μέχρι το site γύρω από το πρόσωπό του που έφτιαξε η 73χρονη σήμερα εγγονή του, για να μάθω λίγο καλύτερα τον κύριο "Όχι". Είδα πολλά, πράγματα που δεν γνώριζα, άλλα που γνώριζα αλλά είχα ξεχάσει και αρκετά, που είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο ως προς τον ίδιο όσο και ως προς την εποχή. Κυρίως όμως εξεπλάγην δυσάρεστα. Από την παιδεία του, που χαρακτήριζε άλλωστε αρκετούς Έλληνες πολιτικούς μέχρι περίπου και τη δεκαετία του '80, που άρχισε να ξεφτίζει το πράγμα. Κάπου εκεί ήταν που μπήκαμε στην ασυνάρτητη εποχή μας, που ζητήματα παιδείας και πολιτισμού δεν βρίσκονται στην κορυφή της λίστας - περισσότερο βρίσκουμε εκεί άλλες λίστες, όπως τη "λίστα Λαγκάρντ", δείγματα του πόσο χαμηλά έχει πέσει η δημόσια μας ζωή. Πλέον οι αντιπαραθέσεις μεταξύ πολιτικών αντιπάλων γίνονται ακολουθώντας τους νόμους της ζούγκλας, με βρυχηθμούς, γρυλίσματα, απειλές και χειρονομίες. Και με όρους ανθρωποφαγίας και αλληλοεξόντωσης, ακόμα και "δι' ασήμαντον αφορμήν".

Λέω ότι εξεπλάγην δυσάρεστα γιατί είδα ότι ένας δικτάτορας, που επί των ημερών του γίνονταν βασανιστήρια και στέλνονταν σε εξορίες οι ανεπιθύμητοι, ήταν πιο πολιτισμένος και καλλιεργημένος από τους σημερινούς δημοκράτες πολιτικούς: από τον πρόεδρο της Βουλής που βγάζει πρώτα τα παντελόνια του όταν ξεντύνεται μέχρι τον επιχειρηματία πρώην υπουργό Οικονομικών κύριο Παπακωνσταντίνου που έλεγε προχθές, με καμάρι, ότι βγήκε από την πολιτική φτωχότερος απ' ό, τι μπήκε σαν να ήταν κάποιο κατόρθωμα, αυτό το απολύτως αυτονόητο άλλων εποχών. Από τον Ευάγγελο Βενιζέλο που σαρκάζει και κοχλάζει με ασυγκράτητο, τυφλό θυμό όταν του αντιμιλάνε μέχρι τον κυβερνητικό μας εκπρόσωπο και πρώην δημοσιογράφο του ΤΕMPO TV κύριο Σίμο Κεδίκογλου, που σε τηλεοπτικό στρογγυλό τραπέζι περιέγραφε, περιχαρής για την ανακάλυψή του και τη ρητορική του δεινότητα, τη βία της Χρυσής Αυγής ως "πολιτική βία που πρέπει όλοι απερίφραστα να καταδικάσουμε".

Δυστυχώς ο έρωτας, ο βήχας και η έλλειψη πολιτισμού δεν κρύβονται. Ιδίως όταν γίνονται, έστω στιγμιαία, έστω πρόχειρα και "επετειακά", καταθλιπτικές συγκρίσεις με άλλες εποχές, όχι τόσο μακρινές χρονικά αλλά πολύ μακρινές πνευματικά, ηθικά, από τη σημερινή. Ας γίνει αυτή η επέτειος του "Όχι" η απαρχή ενός νέου, μεγάλου "Όχι" στη συνέχιση της κατρακύλας. Και ας μην μας έχει στείλει ακόμα κάποιο τελεσίγραφο, ζητώντας την πλήρη παράδοσή μας.

18 Οκτ 2012

Τα χρόνια της Ομόνοιας

Ναι, σαν σήμερα ήταν. Που ξεκίνησε η χρυσή εποποιία του ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι ακόμα, σα να μην πέρασαν από τότε τριάντα και χρόνια, κάτι φωσφορούχα πράσινα, έντονα πράσινα, βραχιολάκια και κολιεδάκια, που πουλούσαν πλανόδιοι σ’ εμάς, τα παιδιά, για να μη μείνουμε εκτός κλίματος, έξω απ’ τους πανηγυρισμούς. Γιατί οι πανηγυρισμοί ήταν ατελείωτοι. Άνθρωποι που ζούσαν επιτέλους το όνειρο της κατάργησης της δεξιοκρατίας, που για πρώτη φορά στη ζωή τους γεύονταν μια πρωτόγνωρη ελευθερία κοινωνικών φρονημάτων. Η χώρα είχε, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική της ιστορία, μια σοσιαλιστική κυβέρνηση. Και μάλιστα με το έμπα της δεκαετίας του ’80, μιας δεκαετίας αφθονίας και ευημερίας, μιας δεκαετίας της Ομόνοιας. Γιατί ήταν συχνοί οι πανηγυρισμοί στην ιστορική πλατεία, εκείνα τα χορταστικά σε συγκινήσεις χρόνια. Το ’81, το ’85 που ξαναβγήκε το ΠΑΣΟΚ – αν και θυμάμαι ο πατέρας μου, που μάλλον κάτι περισσότερο ήξερε από μένα, δεν ήθελε να ξαναπάμε όμως εγώ, που με τίποτα δεν θα έχανα το πανηγύρι επέμενα – , το ’87 που η εθνική μπάσκετ πήρε το πανευρωπαϊκό. Εποχές που κατεβαίνοντας να γιορτάσεις στην Ομόνοια συναντούσες φίλους και γνωστούς και γινόσασταν όλοι μια μεγάλη, πανηγυρίζουσα παρέα. Είτε η Αθήνα ήταν τότε πιο μικρή, είτε ο κοσμάκης πιο ενθουσιώδης. Ή απλώς όλοι ήμασταν κάπως πιο αφελείς. Και έτοιμοι. Για όλα. Χωρίς αναστολές ή περιττές ντροπές. Γιατί με μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να κρατάει τα ιδεολογικά μπόσικα μπορούσες, άνευ τύψεων και δεύτερων σκέψεων, να αφεθείς στις πιο χαμηλές, τις πιο ανόητές σου επιθυμίες και να αφοσιωθείς, ψυχή τε και σώματι, στο κυνήγι τους. Γι’ αυτό και η Ελλάδα έμοιαζε ένα μεγάλο, ανεκμετάλλευτο, παρθένο λούνα παρκ που έμενε κλειδωμένο μέχρι εκείνη την αξέχαστη μέρα του Οκτώβρη του ’81 που ήρθε ο Αντρέας, με τα μαγικά κλειδιά της Αλλαγής, και το άνοιξε. Κι εκεί να ήσουν από μια μεριά να έβλεπες τι έγινε. Μικροί μεγάλοι ξεχυθήκαμε να γευτούμε όσα μέχρι τότε είχαμε ή νομίζαμε ότι είχαμε στερηθεί. Ήταν η δεκαετία που στη γειτονιά άνοιγαν τα πρώτα φαστφουντάδικα, που μαγευόμασταν από τις ταινίες του Σπίλμπεργκ αλλά και από τις μεγάλες σοσιαλιστικές μορφές του ΠΑΣΟΚ όπως η «Μελίνα» που λατρεύονταν παλλαϊκά, εκφράζοντας, ενσαρκώνοντας το αστείρευτο μεγαλείο της μοναδικής ελληνικής ψυχής που ανέτειλε μέσα από τα πλαστικά σημαιάκια και τους θούριους. Ναι, τότε τέθηκαν οι στέρεες βάσεις, μπήκαν τα απαραίτητα θεμέλια για όσα θα ακολουθούσαν. Και όταν με το έβγα της μεθυστικής αυτής δεκαετίας μας ήρθε το «βρώμικο ‘89» και αποκαλύψεις για σκάνδαλα, αμέτρητα σκάνδαλα, μας προέκυψε η Μιμή και τα γυμνά πρωτοσέλιδα της Αυριανής, ο Κοσκωτάς, η ιδιωτική τηλεόραση, η πτώση του Τείχους και το λιώσιμο των πάγων μεταξύ «Αριστεράς» και «Δεξιάς», τα πράγματα έμπαιναν σε μια σειρά, όπως περίπου την ξέρετε και σήμερα. Και βέβαια, με τα χρόνια, το λούνα παρκ ρήμαξε. Αλλά ακόμα το χαιρόμαστε, σαν να ’ναι η πρώτη μέρα.  

12 Οκτ 2012

Στο χυτήριο του μέλλοντός μας

Πρέπει να ήταν φθινόπωρο του 1988, που είχαμε πάει με ένα φίλο μου να δούμε τον "Τελευταίο Πειρασμό" στο Ετουάλ, στην Καλλιθέα. Απ' έξω χαμός, "θεούσοι" και "θεούσες" κραδαίνοντας σταυρούς διαμαρτύρονταν ούτε μας ενδιέφερε για τι. Η διαφήμιση που της είχαν κάνει της ταινίας ήταν τέτοια, που τρελαμένοι από λαχτάρα να τη δούμε, στριμωχτήκαμε στα πλήθη περιμένοντας να βρούμε μια θέση στον ήλιο, ή μάλλον στο σκοτάδι της αίθουσας προβολής για να δούμε, να μη μείνουμε, βρε αδερφέ, έξω απ’ το πανηγύρι. Γιατί πανηγύρι ήταν αυτό που είχε στηθεί έξω απ’ το σινεμά, ένα παραθρησκευτικό πανηγύρι σαν αυτά τα καλοκαιρινά που πάει κανείς να αγοράσει φτηνά βρακιά, να φάει χαλβά Φαρσάλων, να χαζέψει το πήγαινε-έλα του ιδρωμένου κοσμάκη. Τελικά, καταφέραμε να εξασφαλίσουμε τα δυο τελευταία καθίσματα της αίθουσας, ακριανά στην πρώτη σειρά. Τι θυμάμαι; Περάσαμε δυο ώρες με τα κεφάλια πίσω κοιτώντας σχεδόν τον ουρανό για να βλέπουμε, μια και η οθόνη τεράστια και η απόστασή μας απ’ αυτή, μηδενική. Για την ταινία, δεν έχω άποψη, δεν τη θυμάμαι. Δεν έχει και σημασία, εδώ που τα λέμε. Ο Χριστός και τα θεία πάθη υπήρξαν πηγή έμπνευσης για αμέτρητους συγγραφείς και καλλιτέχνες στην ανθρώπινη ιστορία, «αιρετικούς» ή μη.

Παρομοίως, δεν έχω άποψη για τη θεατρική παράσταση που ανεβάζει ο εξαίρετος θεατρικός ηθοποιός Λαέρτης Βασιλείου στο θέατρο Χυτήριο. Όχι μόνο επειδή δεν την έχω δει, αλλά δεν ξέρω καν το στόρι. Ξέρω μόνο ότι αναβλήθηκε λέει η πρεμιέρα της επειδή κάποιοι «θεούσοι» και «θεούσες» διαμαρτύρονταν έξω απ’ το θέατρο επειδή θίγονταν τα χριστιανικά τους ιδεώδη. Και εδώ βλέπω, μέσα σ' όλες τις κραυγαλέες ομοιότητες, μια κεφαλαιώδη διαφορά με το 1988. Τότε, η ταινία προβαλλόταν κανονικά, έκανε μάλιστα λόγω της διαφήμισης που έλεγα τεράστιες εισπράξεις. Παρά τις διαμαρτυρίες. Τώρα, η παράσταση ακυρώθηκε. Σήμερα,σε αντίθεση με τότε, οι «πιστοί» έχουν στο πλευρό τους έναν μικρό στρατό από «φουσκωτούς» που αναλαμβάνουν το πιο «δυναμικό» κομμάτι της διαμαρτυρίας. Μιλάω βέβαια για τους βουλευτές (!) και άλλα μέλη της Χρυσής Αυγής, μιας ακραίας, παραπολιτικής οργάνωσης, που κατάφερε να εκπροσωπείται στο ελληνικό Κοινοβούλιο και να παρεμβαίνει «δυναμικά», όπως λένε οι ίδιοι, σε περιπτώσεις που «προσβάλλεται το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων» – πάλι όπως λένε οι ίδιοι.

Από το 1988 έχουν περάσει – καθίστε να μετρήσω – 24 χρόνια. Είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ένα παιδί που θα είχε γεννηθεί τότε, σήμερα μπορεί να εργάζεται, να κάνει ένα μεταπτυχιακό, να υπηρετεί τη θητεία του, χίλια δυο. Και όμως, έχω την εντύπωση ότι ζούμε όχι στο 2012 αλλά πολύ πριν ακόμα και από το 1988, ότι έχουμε επιστρέψει σε χρόνια που φοβόσουν να μιλήσεις ανοιχτά για όσα έπρεπε κανείς να μιλήσει ανοιχτά, που δεν ήξερες πώς και από πού θα σου έρθει η επόμενη «ρουκέτα» μισαλλοδοξίας και φανατισμού και με ποιον τρόπο να προφυλαχθείς, χωρίς ο ίδιος να έχεις κάνει κάτι. Εποχές εμφυλίου, ή μετεμφυλιακές. Εποχές δικτατορίας, που ο πατέρας μου έπρεπε, στο δρόμο για τη δουλειά του, να κρατάει την εφημερίδα διπλωμένη προς τα μέσα, για να μη φαίνεται ο τίτλος. Η πρεμιέρα της ταινίας αναβλήθηκε για απόψε, στις 11 το βράδυ. Από τις 6 το απόγευμα, λέει, θα πάνε απ' έξω από το θέατρο καλλιτεχνικά σωματεία για να την περιφρουρήσουν. Όχι οι απλοί πολίτες. Δεν είναι ότι φοβούνται, όπως τότε στη δικτατορία. Απλά θα περιμένουν μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης ή του κομπιούτερ τους να δουν τι θα γίνει. Γιατί δεν έχουμε δικτατορία, αλλά δημοκρατία. Αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Όπερ σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να παλέψεις για τίποτα, να διεκδικήσεις τίποτα, να υψώσεις το ανάστημά σου απέναντι σε ό, τι σε προσβάλλει. Όλα τα κάνουν κάποιοι άλλοι, που σε αντιπροσωπεύουν. Ιδίως στα δύσκολα. Σε σημείο οι μόνοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι που θα βρεθούν εκεί απόψε να είναι αυτοί της Χρυσής Αυγής. Και οι μόνοι απλοί πολίτες κάποιοι που θα ψάλλουν «Τη Υπερμάχω».

11 Οκτ 2012

Μια "εύκολη και γρήγορη"... ραπτομηχανή



Ιδού και μια διαφήμιση ραπτομηχανής (!) με σαφή σεξουαλικά υπονοούμενα. Μια «προκλητική» γυναίκα πλησιάζει αινιγματικά και γονατίζει μπροστά σε έναν άνδρα συνάδελφό της. Όποιος παρακολουθεί ωθείται να φανταστεί, από το βλέμμα της γυναίκας, το ύφος του άνδρα και το όλο σκηνικό, ότι θα του κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού και θα ακολουθήσoυν τα σχετικά. Όμως αυτή εν τέλει του φτιάχνει το στρίφωμα του παντελονιού, εκστομίζοντας την πολυσήμαντη ατάκα «σ' έφτιαξα για τώρα... αλλά πρέπει να το τελειώσουμε στο σπίτι μου...».

Οι διαφημίσεις προδίδουν νομίζω πολλά για το που βρίσκεται και πώς πορεύεται - ή πώς θέλει να πορευτεί - μια κοινωνία. Αποκαλύπτουν τις πιο μύχιες σκέψεις και ανάγκες της, τα «θέλω» και τα «πρέπει» της. Και αυτό γιατί κάθε διαφήμιση είναι προσεκτικά, με χειρουργική ακρίβεια δημιουργημένη και μελετημένη, ώστε  να «κερδίσει» όσο το δυνατόν ταχύτερα το κοινό της, να πουλήσει το προϊόν της όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά και αβίαστα.

Δεν ήμουν ποτέ «πουριτανός» ούτε σεμνότυφος αλλά θεωρώ ότι ζούμε μια πρωτοφανή, άνευ προηγουμένου επέλαση μιας «σέξι» φτήνιας, κυρίως μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που καθρεφτίζουν άλλωστε την ευρύτερη κοινωνία. Μια σαρωτική εμπορευματοποίηση του ερωτισμού και των ερωτικών ενστίκτων, με αποκλειστικό στόχο την προσέλκυση μεγάλων κοινών, εν προκειμένω πελατών, και κατ’ επέκταση το εύκολο, «φτηνό» κέρδος. Μια επίθεση, που δεν άφησε αλώβητη ούτε καν τη «θρυλική» ραπτομηχανή Singer. Και η οποία σε κάνει να αναρωτιέσαι, αν εχουμε φτάσει σε μια εποχή που για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα και σκοπιμότητες, ακόμα και μιας... ταπεινής ραπτομηχανής, θα χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατό μέσο, χωρίς τις παραμικρές ηθικές αναστολές. Ιδίως αν πρόκειται να «πιάσει» το κοινό από χαμηλά...

10 Οκτ 2012

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Δείγμα πολιτισμού;

«Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Οκτωβρίου, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για τα ψυχικά νοσήματα», μαθαίνουμε.

Έχοντας εργαστεί και ζήσει, στα πλαίσια της δουλειάς μου, για μερικούς μήνες σε ίδρυμα για άτομα με νοητική στέρηση και ψυχικές ασθένειες – να διευκρινίσω ότι πολλά τέτοια ιδρύματα λειτουργούν ως ταυτόχρονα γηροκομεία, ψυχιατρεία και ιδρύματα για άτομα με νοητική αναπηρία, τρία σε ένα – έχω να πω ότι στις σημερινές, πολιτισμένες κοινωνίες, η ποινή του θανάτου δια της ρίψης στον Καιάδα που επέβαλλαν οι σκληροί, απολίτιστοι Σπαρτιάτες σε όσους γεννιούνταν διαφορετικοί, έχει πλέον μετατραπεί μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια «προόδου», σε ποινή ισόβιας κάθειρξης σε ευαγή ιδρύματα. Ιδρύματα όπου «φιλοξενούνται» σχιζοφρενείς μαζί με άτομα με αυτισμό ή με σύνδρομο Down, έχοντας σαν παρέα ανθρώπους με καθαρή νοητική στέρηση (χωρίς δηλαδή κάποια ψυχική πάθηση) ή απλά κοινωνικά απόβλητους: όλοι οι «καλοί» χωράνε, ιδίως αν δεν νοιάζεται κανείς γι’ αυτούς, και πρώτοι απ’ όλους οι δικοί τους.

Τα προβλήματα, απ’ όσο είδα ιδίοις όμμασι, πολλά: προσωπικό ανειδίκευτο, ακατάλληλο και πλήρως «ιδρυματοποιημένο» – η δουλειά σε ένα τέτοιο ίδρυμα αποτελεί για πολλούς το πλησιέστερο υποκατάστατο της εξασφάλισης στο δημόσιο, νιώθουν και λειτουργούν σαν δημόσιοι υπάλληλοι με όλα τα αρνητικά που αυτό συμπεριλαμβάνει, όπως η απέχθεια για κάθε είδους αλλαγές ή εκσυγχρονισμούς –, διοικήσεις άσχετες ή με τα εντελώς δικά τους συμφέροντα – πολύ συχνά τέτοιοι χώροι γίνονται πεδία παιχνιδιών εξουσίας και σκοπιμοτήτων, στις «πλάτες» των τροφίμων και εν ονόματί τους –, αδιάφορους ή εγκληματικά αμελείς (αν δεν μιλάμε και για περιπτώσεις σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης από βρεφική ηλικία) γονείς και συγγενείς, που «πετάνε» σε αυτά τα ιδρύματα τα παιδιά τους, τα αδέρφια τους, τα ανίψια τους, εκτός αν έχουν συμφέρον να τα κρατήσουν σπίτι για να εισπράττουν επιδόματα.

Όσον αφορά το προσωπικό, επειδή οι συνθήκες τόσο από άποψης απολαβών όσο και γενικότερα – φαντάζεστε τι εννοώ – δεν είναι και οι καλύτερες, τα ιδρύματα αυτά δύσκολα θα προσελκύσουν το απαιτούμενο εξειδικευμένο προσωπικό. Με συνέπεια να μαζεύουν σαν προσωπικό κάθε καρυδιάς – ανειδίκευτο – καρύδι, που δεν γνωρίζει πώς να χειριστεί, πώς να αντιμετωπίσει, τους τροφίμους: άνθρωποι, περισσότερο γυναίκες, μέτριας μόρφωσης που πιστεύουν ακράδαντα ότι με μοναδικό όπλο την «αγάπη» όλα θα λυθούν, όλα θα βρουν το δρόμο τους. Αντιμετωπίζοντας, βολικά για τις ίδιες, τους τροφίμους που φροντίζουν σαν μωρά (στο ίδρυμα που ο ίδιος εργάστηκα έτσι τους αποκαλούσαν) χωρίς ιδιαίτερες ανθρώπινες ανάγκες, πέραν αυτών ενός βρέφους. Ακόμα και άτομα με ελαφρότερης μορφής στέρηση, νέα παιδιά με αυτό που θα λέγαμε ψυχοκοινωνικά προβλήματα, θύματα περισσότερο κακών γονιών και ατυχιών στη ζωή τους τσουβαλιάζονται και ιδρυματοποιούνται ακόμα και αν διαμένουν σε «σπίτια στην κοινότητα» ή σε άλλους χώρους εκτός ιδρυμάτων, εξαιτίας, ξανά, του ανειδίκευτου, ανυποψίαστου προσωπικού, που μπορεί κι αυτά να τα αντιμετωπίζει σαν υπερμεγέθη βρέφη ή απλώς να μην ξέρει τι να κάνει.

Όσον αφορά τις διοικήσεις, βρίσκονται σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου για εξεύρεση πόρων με κύριο αντίπαλο ένα αδιάφορο, απρόσωπο, ανάλγητο κράτος αλλά πολλές φορές και γονείς και συγγενείς που αρνούνται να συνεργαστούν ή να βοηθήσουν, έχοντας τα χίλια δυο δικά τους προβλήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες οικονομικής λιμοκτονίας, οι δυνατότητες ακόμα και της πιο υγιούς και φιλόδοξης διοίκησης σε ένα τέτοιο ίδρυμα παραμένουν, το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς, περιορισμένες, εξαναγκάζοντάς την απλώς να προσπαθεί να μην ισχύει το «κάθε πέρσι και καλύτερα». Αν βεβαίως μιλάμε για διοικήσεις που ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτούς τους ανθρώπους και όχι με τις δικές τους μικροπολιτικές επιδιώξεις, που πολλές φορές βλέπουν ένα τέτοιο ίδρυμα απλώς και μόνο ως σκαλοπάτι για κάτι «ψηλότερο».

Αν τώρα έρθουμε στους γονείς και τους λοιπούς οικείους, μιλάμε για ανθρώπους που πολλές φορές αδυνατούν να βοηθήσουν τα ίδια τους τα παιδιά ή ευθύνονται οι ίδιοι κατά μεγάλο μέρος για την κατάστασή τους. Και στις περιπτώσεις αυτές αποτελούν περισσότερο μέρος του προβλήματος παρά της λύσης. Περιπτώσεις δηλαδή παιδιών με ήπιας μορφής νοητική στέρηση που εξαιτίας της έπεσαν θύματα γονεϊκής εκμετάλλευσης (οικονομικής, σεξουαλικής ή άλλης) με συνέπεια η κατάστασή τους να χειροτερέψει ή να συνοδευτεί από κάποια ψυχική πάθηση ή βαριά ψυχολογικά προβλήματα (και από εκεί και πέρα αυτοτραυματισμούς και άλλα που επιβαρύνουν την υγεία τους και δυσκολεύουν την αντιμετώπισή τους). Υπάρχουν βέβαια και οι γονείς που πραγματικά αγαπάνε τα παιδιά τους και ενδιαφέρονται, ψάχνουν απελπισμένα πώς να τα βοηθήσουν, αλλά βρίσκονται και νιώθουν μόνοι απέναντι στο προαναφερθέν ανύπαρκτο έως εντελώς αδιάφορο κράτος και μια επίσης αδιάφορη έως ρατσιστική, απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό, κοινωνία.

Πάντα πίστευα ότι ο πολιτισμός μιας κοινωνίας αντανακλάται στο πώς φέρεται σε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, στους «πιο αδύναμους κρίκους» της. Εκεί φαίνεται κατά πόσον αυτή η κοινωνία ακολουθεί στενές, εργαλειακές λογικές ή βαθύτερες, ουσιαστικότερες, ανθρώπινες. Και νομίζω μπορεί ο καθένας να βγάλει ως προς αυτό τα συμπεράσματά του, από τα δείγματα που μέχρι σήμερα έχουμε.

γράφτηκε για το free press Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

30 Σεπ 2012

Στα Πετράλωνα της εποχής των παγετώνων

Επιστρέφοντας από ένα σαββατοκύριακo στη Χαλκιδική, είπα να κάνω ένα πέρασμα από την τελευταία εποχή των παγετώνων. Μιλάω βεβαίως για το περίφημο σπήλαιο των Πετραλώνων, όπου βρέθηκε και το ομώνυμο απολιθωμένο κρανίο του παλαιότερου (μετά τον Κων. Μητσοτάκη) ανθρώπου του ελλαδικού χώρου - πιθανώς μέχρι και εφτακοσίων χιλιάδων ετών. Φτάσαμε πάνω ακριβώς που θα αναχωρούσε για εκεί ένα ωραιότατο τρενάκι, που σε γλίτωνε απ' τον ποδαρόδρομο (μια και αυτοκίνητα δεν πάνε). Αφού μας γκρίνιαξαν οι υπόλοιποι που τους καθυστερούσαμε μέσα στο λιοπύρι, μπήκαμε στο ολόδικό μας, πριβέ βαγόνι, μιας και δεν χωρούσαμε σε αυτό που είχαν στριμωχτεί όλοι οι άλλοι. Μεγαλεία, σας λέω!

 
Και να που φτάσαμε στην είσοδο του σπηλαίου.
 
 
Μια επιγραφή μας ενημερώνει πότε ανακαλύφθηκε.
 
 
Τώρα θα περιμένατε να δείτε το εσωτερικό και πράγματι θα ήταν ωραιότατα αν θα μπορούσατε να βλέπατε τους μαγευτικούς σταλαγμίτες και σταλακτίτες εντός αλλά, όπως λέει και η παρακάτω επιγραφή την οποία σεβάστηκα...
 
 
Άραγε τι έβλεπε ο αρχάνθρωπος καμιά εξακοσαριά χιλιάδες χρόνια πριν σαν ξεμύτιζε από τη σπηλιά του να πάρει λίγο φρέσκο αέρα, που θα του 'χε φάει τα κοκκαλάκια η υγρασία;
 
 
Καθοδόν για το μουσείο με τα ευρήματα από τη σπηλιά, μερικά συμπαθή ζωάκια (αρκούδες, ρινόκεροι, λιοντάρια κ.α.) που ζούσαν εκεί γύρω και κρατούσαν συντροφιά των μακρινών προγόνων μας.
 
 
Μπαίνοντας στο μουσείο, ορίστε δυο χελώνες (με χελωνάκι) της τελευταίας εποχής των παγετώνων.
 
 
Όχι, δεν πρόκειται για κομμάτια από σουσαμένια κουλούρια (μα έμοιαζαν!) αλλά, όπως λέει και η ταμπελίτσα, βραχιόνιο και δεξιά κερκίδα λιονταριού.
 
 
Και το περίφημο κρανίο, σε εκμαγείο.
 
 
Αλλά και αναπαράσταση του σημείου στο σπήλαιο όπου βρέθηκε, σαν απολίθωμα (το βλέπετε κάτω αριστερά).
 
 
Αν ποτέ σας φέρει ο δρόμος σας από τα Πετράλωνα (το χωριό της Χαλκιδικής, όχι αυτά που κάνει στάση ο ηλεκτρικός), θα σας πρότεινα ένα πέρασμα από το σπήλαιο. Θα δείτε ότι τελικά υπήρχε ζωή στη Χαλκιδική πολύ πριν αυτή γίνει τουριστικό θέρετρο, ασχέτως αν πολλοί την προσπερνούν μάλλον αδιάφορα. Και αν, πάλι, δεν σας εντυπωσίασαν όλα αυτά, καθοδόν θα δείτε και το... Κρεμλίνο (σε κέντρο διασκέδασης). Όχι παίζομε!