Χθες Σάββατο, στη Θεσσαλονίκη, στον Τερκενλή της Μητροπόλεως. Εκτός από τα γνωστά γλυκά το κατάστημα αυτό, χωρισμένο στα δυο, έχει και φαγώσιμα, σάντουιτς, τυρόπιττες και τέτοια. Όλα νοστιμότατα. Μπαίνουμε με τη σύζυγο και την κόρη στο καροτσάκι για να φάμε κάτι. Καθώς ψήνεται το τοστ μου, ρωτάω την κοπέλα πίσω από τον πάγκο, έχοντας εν τω μεταξύ πιάσει με το μάτι μια νεαρή να έχει ντουμανιάσει λίγο πιο πέρα τον πάγκο και τα σκαμπό που θα καθόμασταν, αν υπάρχει χώρος μη καπνιστών. ‘Έξω’, μου λέει και δείχνει κάτι τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο. Έξω όμως έχει κρύο. Έξω επίσης καπνίζουν, με νέο κέφι, φρέσκια όρεξη λόγω της πανηγυρικής μη εφαρμογής των αντικαπνιστικών μέτρων, σχεδόν άπαντες. Όπερ σημαίνει ότι μια οικογένεια μη καπνιζόντων, δεν έχει και πολλές επιλογές. Σε όσα καφέ, απ’ αυτά τα μικρά, ατμοσφαιρικά, χουχουλιάρικα καφέ του κέντρου της Θεσσαλονίκης περάσαμε απ’ έξω, χέρια με αναμμένα τσιγάρα φαίνονταν να κυριαρχούν στο εσωτερικό. Μόνο στα Starbucks, στα οποία και πριν τα υποτιθέμενα αντικαπνιστικά μέτρα δεν επιτρεπόταν το κάπνισμα, μπορεί να καθίσει κανείς χωρίς καπνούς να τον πνίγουν. Όμως, διάολε, δε θέλω να κάτσω στα Starbucks. Και πολύ ακριβά μου φαίνονται, και κάπως - τι κάπως δηλαδή - απρόσωπα. Επιλογή, όμως, ΔΕΝ υπάρχει. Ή σπίτι μας ή στα Starbucks. Άντε και στα Goody’s, που κι αυτά τηρούν την απαγόρευση. Θυμάμαι πριν λίγους μήνες τις ατέλειωτες συζητήσεις, για το ύψος του διαχωριστικού τζαμιού μεταξύ καπνιστών και μη καπνιστών στα νυχτερινά κέντρα, για την εφαρμογή των νέων μέτρων που υποτίθεται θα έδιναν τη θέση τους σε καθολική απαγόρευση του καπνίσματος αν μέχρι τον Ιανουάριο του 2010 - τώρα, δηλαδή! - δεν είχαν τηρηθεί. Αλλά αυτό στο οποίο φαίνονται να έδωσαν τη θέση τους τα μέτρα είναι η καθολική απαγόρευση του ΜΗ καπνίσματος. Και ο περιορισμός της ελευθερίας να πάει κανείς μια βόλτα, να τσιμπήσει κάτι, να πιεί έναν καφέ χωρίς να νιώθει στα ρουθούνια τον αβάσταχτο καπνό των αμέτρητων και πανταχού παρόντων καπνιστών. Συμπέρασμα; Στη γλεντούπολη αυτή που λέγεται Θεσσαλονίκη - και στην Αθήνα βεβαίως, αλλά η συμπρωτεύουσα καπνίζει ολόκληρη, έχει γίνει μια πόλη-καπνοδόχος - οικογένειες, μη καπνιστές και άλλες τέτοιες περίεργες περιπτώσεις ανθρώπων καλά θα κάναμε να το σκεφτούμε καλά πριν βγούμε για μια βόλτα.
31 Ιαν 2010
Πάμε για καφέ; Starbucks ή Goody's;
Χθες Σάββατο, στη Θεσσαλονίκη, στον Τερκενλή της Μητροπόλεως. Εκτός από τα γνωστά γλυκά το κατάστημα αυτό, χωρισμένο στα δυο, έχει και φαγώσιμα, σάντουιτς, τυρόπιττες και τέτοια. Όλα νοστιμότατα. Μπαίνουμε με τη σύζυγο και την κόρη στο καροτσάκι για να φάμε κάτι. Καθώς ψήνεται το τοστ μου, ρωτάω την κοπέλα πίσω από τον πάγκο, έχοντας εν τω μεταξύ πιάσει με το μάτι μια νεαρή να έχει ντουμανιάσει λίγο πιο πέρα τον πάγκο και τα σκαμπό που θα καθόμασταν, αν υπάρχει χώρος μη καπνιστών. ‘Έξω’, μου λέει και δείχνει κάτι τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο. Έξω όμως έχει κρύο. Έξω επίσης καπνίζουν, με νέο κέφι, φρέσκια όρεξη λόγω της πανηγυρικής μη εφαρμογής των αντικαπνιστικών μέτρων, σχεδόν άπαντες. Όπερ σημαίνει ότι μια οικογένεια μη καπνιζόντων, δεν έχει και πολλές επιλογές. Σε όσα καφέ, απ’ αυτά τα μικρά, ατμοσφαιρικά, χουχουλιάρικα καφέ του κέντρου της Θεσσαλονίκης περάσαμε απ’ έξω, χέρια με αναμμένα τσιγάρα φαίνονταν να κυριαρχούν στο εσωτερικό. Μόνο στα Starbucks, στα οποία και πριν τα υποτιθέμενα αντικαπνιστικά μέτρα δεν επιτρεπόταν το κάπνισμα, μπορεί να καθίσει κανείς χωρίς καπνούς να τον πνίγουν. Όμως, διάολε, δε θέλω να κάτσω στα Starbucks. Και πολύ ακριβά μου φαίνονται, και κάπως - τι κάπως δηλαδή - απρόσωπα. Επιλογή, όμως, ΔΕΝ υπάρχει. Ή σπίτι μας ή στα Starbucks. Άντε και στα Goody’s, που κι αυτά τηρούν την απαγόρευση. Θυμάμαι πριν λίγους μήνες τις ατέλειωτες συζητήσεις, για το ύψος του διαχωριστικού τζαμιού μεταξύ καπνιστών και μη καπνιστών στα νυχτερινά κέντρα, για την εφαρμογή των νέων μέτρων που υποτίθεται θα έδιναν τη θέση τους σε καθολική απαγόρευση του καπνίσματος αν μέχρι τον Ιανουάριο του 2010 - τώρα, δηλαδή! - δεν είχαν τηρηθεί. Αλλά αυτό στο οποίο φαίνονται να έδωσαν τη θέση τους τα μέτρα είναι η καθολική απαγόρευση του ΜΗ καπνίσματος. Και ο περιορισμός της ελευθερίας να πάει κανείς μια βόλτα, να τσιμπήσει κάτι, να πιεί έναν καφέ χωρίς να νιώθει στα ρουθούνια τον αβάσταχτο καπνό των αμέτρητων και πανταχού παρόντων καπνιστών. Συμπέρασμα; Στη γλεντούπολη αυτή που λέγεται Θεσσαλονίκη - και στην Αθήνα βεβαίως, αλλά η συμπρωτεύουσα καπνίζει ολόκληρη, έχει γίνει μια πόλη-καπνοδόχος - οικογένειες, μη καπνιστές και άλλες τέτοιες περίεργες περιπτώσεις ανθρώπων καλά θα κάναμε να το σκεφτούμε καλά πριν βγούμε για μια βόλτα.
24 Ιαν 2010
Εντυπώσεις από μια αλλιώτικη συνάντηση
Χθες το βράδυ πήγα σε ένα reunion με παλιούς συμμαθητές από το Γυμνάσιο και το Λύκειο, με τους οποίους είχαμε να βρεθούμε είκοσι δυο χρόνια. Δεν κρύβω ότι προηγουμένως είχα διάφορους ενδοιασμούς για το πώς θα ήταν. Καταρχήν, να πω ότι ήμασταν μια τάξη σε ένα δημόσιο σχολείο που το πρώτο που μαθαίναμε, από τον κάθε καθηγητή που έμπαινε για μάθημα, ήταν ότι ήμασταν 'το χειρότερο τμήμα που είχε ποτέ'. Μάλλον όμως, όπως αποδείχτηκε χθες, δεν είχαμε εμείς το πρόβλημα αλλά περισσότερο οι καθηγητές, αν κρίνω από το ότι στη συντριπτική μας πλειοψηφία οι συμμαθητές μορφωθήκαμε, παραμείναμε όπως διαπίστωσα ανέγγιχτοι από δηθενισμούς και άλλα τέτοια μικρόβια της εποχής και πάνω απ' όλα, αυτό που απλώς θα έλεγα καλά παιδιά. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που αποφάσισα να πάω σε αυτό το reunion: θυμόμουν μια τάξη με καλά παιδιά (αλλά, απ' ό, τι φαίνεται εκ των υστέρων, όχι τόσο καλούς καθηγητές). Θυμηθήκαμε τα παλιά, είδαμε ότι οι περισσότεροι - εκτός από κάποιους που είχαν λιγάκι πέσει τα μαλλιά τους (τα οποία για να τους παρηγορήσω τους είπα ότι πιθανότατα έγιναν μυαλά) και είχαν πάρει κάποια κιλάκια - είχαμε μείνει όπως ήμασταν. Και δεν εννοώ μόνο εμφανισιακά, αλλά κυρίως και αυτό θεωρώ και σημαντικότερο, χαρακτηρολογικά. Μου έδωσε μεγάλη χαρά το ότι είχαμε παραμείνει απλοί, γνήσια τέκνα της μη υλιστικής, 'ρομαντικής' για τα σημερινά δεδομένα εποχής μας. Γελάσαμε με τα ίδια αστεία που κάναμε και πριν είκοσι δυο χρόνια που αποφοιτήσαμε, κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο με αγάπη (μια λέξη που έχει κάπως χάσει το παλιό της, αλλοτινό νόημα στις μέρες μας), αλλάξαμε εμπειρίες για τις οικογένειές μας και γενικά ζήσαμε, ρουφήξαμε θα έλεγα μια ανθρώπινη ατμόσφαιρα. Παρότι προερχόμασταν από μια τάξη που ήταν το 'χειρότερο τμήμα' των καθηγητών της, είδα ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι είχαμε πεισματωδώς ακολουθήσει αυτό που μας άρεσε, είχαμε βρει το δρόμο που από την τρυφερή εκείνη ηλικία μας είχε θέλξει. Και αυτό ίσως πρόσφερε τη μεγαλύτερη, την πιο βαθιά ικανοποίηση. Αλλά μαζί με την ικανοποίηση, έρχεται κι ένας προβληματισμός. Και αλήθεια δεν ξέρω αν αυτό που θα πω δείχνει ότι απλώς μεγαλώνουμε, αλλά εκείνη η εποχή όπως την ξαναέζησα χθες, χωρίς ίντερνετ και facebook, χωρίς κινητά και ιδιωτική σκουπιδοτηλεόραση, χωρίς malls και SUV με θερμαινόμενα καθίσματα, ήταν αλλιώς. Και από κάποιες απόψεις πιο ανθρώπινη, πιο κοντά στα μέτρα τα ανθρώπινα. Ή τουλάχιστον εμείς, η γενιά μου, η τάξη μου, οι συμμαθητές, ήμασταν και παραμένουμε αλλιώς.
23 Ιαν 2010
Άνθρακες ο θησαυρός
Καμιά φορά θεωρώ υπερβολικούς, προκατειλημμένους όσους κατηγορoύν το ίντερνετ και τη μπλογκόσφαιρα για νοοτροπίες κοπαδιού, βιαστικές κρίσεις και επικρίσεις, τακτικές λαϊκού δικαστηρίου και λυντσαρίσματος. Και πράγματι, υπάρχουν πολλοί γνωστοί και φίλοι που όποτε η κουβέντα μας έρχεται στο ίντερνετ και τα blogs, φαίνονται εκ προοιμίου ‘κουμπωμένοι’. Σήμερα, με το άκουσμα της είδησης της διαλεύκανσης του εμπρησμού της εβραϊκής συναγωγής στα Χανιά, όλοι αυτοί οι ‘κουμπωμένοι’ δικαιώθηκαν - για μια ακόμη φορά. Γιατί; Διότι από την πρώτη ημέρα που έγινε γνωστός ο εμπρησμός φάνηκαν να... πήραν φωτιά τα πληκτρολόγια στον μπλογκόκοσμο. Έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις γύρω από τον βαθιά ριζωμένο αντισημιτισμό των Ελλήνων, τον ρατσισμό, τον σοβινισμό και την ξενοφοβία που κυλάνε στο αίμα του μέσου Έλληνα σαν το γάργαρο νεράκι της πηγής. Βαρύγδουπες αναλύσεις γύρω από την ιστορία του αντισημιτισμού στην Ελλάδα ακολουθούσαν η μια την άλλη, βαθυστόχαστοι ιντερνετικοί αναλυτές - απ’ αυτούς που όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν στην παιδική χαρά που λέγεται μπλογκόσφαιρα - εξηγούσαν, ερμήνευαν, ανέλυαν, δίκαζαν και καταδίκαζαν. Ώσπου σήμερα αποκαλύφθηκε ότι οι τέσσερις από τους πέντε δράστες ήταν βρετανικής και αμερικανικής υπηκοότητας. Τζάμπα λοιπόν οι ιντερνετικές τηλεδίκες, τζάμπα και οι αναλύσεις, τα εύκολα συμπεράσματα. Αμερικανοβρετανοί ήταν οι μυστηριώδεις αντισημίτες. (Χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι δεν έχει και ιστορία και ιθαγενείς υποστηρικτές ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα.) Τελικά, μετά από μια ακόμη επιβεβαίωση στην περίπτωση αυτή των υποψιών ότι στο ίντερνετ όσο εύκολα σερφάρουμε άλλο τόσο εύκολα βγάζουμε συμπεράσματα, δικάζουμε και καταδικάζουμε, μήπως έχουν και λιγάκι δίκιο οι επιφυλακτικοί φίλοι; Μήπως το ίντερνετ αποτελεί γόνιμο έδαφος όχι μόνο για ανταλλαγή σκέψεων και προβληματισμών αλλά και για κάθε λογής κινδυνολόγο και τη ρητορική του; Πολύ φοβάμαι ότι, αν μη τι άλλο, ισχύει για την ιντερνετική αγορά (έμμονων) ιδεών το όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι...
22 Ιαν 2010
Too late, too fake
Χολιγουντιανοί ηθοποιοί, performers και άλλοι εργάτες της βιομηχανίας του θεάματος στις ΗΠΑ, εμφανώς συγκλονισμένοι από τον καταστροφικό σεισμό στην Αϊτή, έχουν τελευταία επιδοθεί σε σωρεία πρωτοβουλιών για να βοηθήσουν το νησί. Σε ένα λαμπερό σόου που θα ονομαστεί «Hope for Haiti Now», θα συμμετάσχουν η Μπιγιονσέ και η Μαντόνα, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για τη χώρα που ισοπεδώθηκε από τον σεισμό, ενώ ο ηθοποιός Τζορτζ Κλούνι, που πρωτοστατεί στη διοργάνωση, ανακοίνωσε ότι θα δώσει ένα εκατομμύριο δολάρια. Η Μπιγιονσέ θα εμφανιστεί στο σόου από το Λονδίνο και η Μαντόνα θα ανεβεί στη σκηνή στη Νέα Υόρκη, καθώς ο τηλεμαραθώνιος θα μεταδίδεται από τα τέσσερα μεγαλύτερα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, δεκάδες καλωδιακά και διεθνώς από πολλές ιστοσελίδες. Ο Τζορτζ Κλούνι που θα πάρει μέρος στο σόου από το Λος Άντζελες, δήλωσε στο "Entertainment Tonight" ότι "δεν έχει κοιμηθεί εδώ και τρεις μέρες για να οργανώσει την εκδήλωση". Στον φιλανθρωπικό τηλεμαραθώνιο θα πάρουν μέρος επίσης ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, ο Μπόνο των U2, ο τραγουδιστής Μπρους Σπρίνγκστιν, ο ράπερ Jay-Z και οι ηθοποιοί Ντένζελ Ουάσινγκτον, Τζούλια Ρόμπερτς, Τομ Χανκς και Μέριλ Στριπ. Άραγε όλοι αυτοί οι άνθρωποι δε γνώριζαν την ύπαρξη και την κατάσταση της Αϊτής – οφειλόμενη ως ένα βαθμό και στις πολιτικές της πατρίδας τους, των ΗΠΑ – ΠΡΙΝ το σεισμό; Δεν γνωρίζουν την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονται εκατομμύρια άνθρωποι σε άλλες χώρες της Αφρικής, της Ασίας; Aσφαλώς και γνώριζαν. Ασφαλώς και γνωρίζουν. Αλλά φαίνεται, τελικά, ότι αυτό που μετράει περισσότερο δεν είναι η σωτηρία βασανισμένων λαών αλλά της ΔΙΚΗΣ τους ψυχής. Αν οι άνθρωποι αυτοί είχαν δείξει παρόμοια ευαισθησία για την Αϊτή ΠΡΙΝ ο σεισμός την ισοπεδώσει, ο καταστροφικός αυτός σεισμός δεν θα ήταν τόσο καταστροφικός. Αν είχαν ενδιαφερθεί να στηρίξουν οικονομικά, κοινωνικά, ανθρωπιστικά αυτή, τη φτωχότερη χώρα του βορείου ημισφαιρίου, που όλον αυτόν τον καιρό βρισκόταν δίπλα τους, τόσο κοντά στα σύνορα των ΗΠΑ, πριν την αποτελειώσει ο σεισμός, δεν θα είχαμε δει όσα είδαμε. Αλλά, δυστυχώς, απλώς επιβεβαιώνεται η υποψία ότι όλα αυτά γίνονται όχι απλώς ‘κατόπιν εορτής’ αλλά και για τους λάθος λόγους. Λόγους, που έχουν να κάνουν με το πώς θα φανούν όλοι αυτοί οι celebrities στο τεράστιο κοινό τους και στους εαυτούς τους. Αποδεικνύοντας ότι αν το Χόλιγουντ διαθέτει KAI ανθρώπινο πρόσωπο, είναι περισσότερο για να το καμαρώνει στον καθρέφτη της ματαιοδοξίας του.
17 Ιαν 2010
Κράτος εναντίον κράτους
Εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης αυτής της πολύπαθης χώρας, οι αγρότες ξανακλείνουν τους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για την έλλειψη ρευστού από το κράτος υπό μορφή επιδοτήσεων. Όπως κάνουν εδώ και τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια ταλαιπωρώντας άλλους πολίτες που αν διεκδικούσαν και αυτοί τα δίκια τους κλείνοντας δρόμους, δεν θα έμενε δρόμος ανοιχτός στην Ελλάδα. Αλλά ούτε οι δεκάδες χιλιάδες άνεργοι διαθέτουν τρακτέρ, ούτε οι μικροσυνταξιούχοι, ούτε οι δουλοπάροικοι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, ούτε οι γονείς που ‘ξηλώνονται’ για να πληρώνουν τα φροντιστήρια των παιδιών τους, ούτε οι χιλιάδες νέοι που αναγκάζονται να ζουν με το γονικό χαρτζιλίκι λόγω έλλειψης διεξόδων απασχόλησης. Όλοι αυτοί διαθέτουν μόνο την απελπισία τους, που δρόμους δε μπορεί να κλείσει. Οι αγρότες όμως μπορούν με μερικές δεκάδες τρακτέρ να εκβιάσουν, να διεκδικήσουν, να πιέσουν – ταλαιπωρώντας. Άλλωστε ξέρουν ότι απέναντι σε αυτό το κράτος μόνο ένας λόγος περνάει: αυτός του τσαμπουκά, της αγριάδας, των άκρων. Σκέφτηκα, βλέποντάς τους, να συνεννοηθώ με άλλους συναδέλφους κοινωνιολόγους που βρίσκονται είτε άνεργοι είτε υποαπασχολούμενοι, να μαζευτούμε, να στοιβάξουμε όλα μας τα βιβλία, από τα εισαγωγικά στην κοινωνιολογία μέχρι τα πιο εξειδικευμένα, βάζοντας τόμους τον ένα επάνω στον άλλο και να επιχειρήσουμε να κλείσουμε την εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, διεκδικώντας, όπως οι βαμβακοπαραγωγοί ή δεν ξέρω ποιοι άλλοι, επιδοτήσεις για να συνεχίσουμε να παράγουμε κοινωνιολογική γνώση που τελευταία δε βρίσκεται και σε μεγάλη ζήτηση. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι πριν καλοπρολάβουμε να οργανωθούμε, η αστυνομία θα μας μάζευε κακήν κακώς. Μια και ήρθα στα της κοινωνιολογίας, ένας μεγάλος κοινωνιολόγος, ο Max Weber, έλεγε ότι το κράτος διαθέτει το μονοπώλιο της έννομης χρήσης βίας – και βάσει αυτής του της ιδιότητας ορίζεται ως κράτος. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν του κράτους οι αγρότες θα μπορούσαν κάλλιστα να οριστούν ως ένα κράτος εν κράτει, εφόσον διαθέτουν το μονοπώλιο της έννομης – από τη στιγμή που γίνεται ανεκτή από το κράτος – χρήσης βίας σε βάρος των άλλων πολιτών. Οπότε έχουμε τελικά το εξής παράδοξο: το ένα κράτος ενάντια στο άλλο. Ή αν θέλετε το κράτος των αγροτών ενάντια στο άλλο, το γνωστό κράτος. Με ένα ακόμη γνώριμο κοινό μεταξύ τους: και τα δυο κράτη ταλαιπωρούν τον απλό πολίτη.
15 Ιαν 2010
Για ένα μηδενικό
Μετά τις πρώτες 100 μέρες της νέας κυβέρνησης έρχονται, λέει, (οι πρώτες;) 1.000 μέρες λιτότητας, περικοπών μισθών, νέων φόρων ώστε να μπαλωθούν οι τρύπες στην κουρελιασμένη ελληνική οικονομία. Για τις πρώτες 100 μέρες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ πολλά είχαμε ακούσει. Υποτίθεται ότι θα ήταν μια περίοδος σαρωτικών αλλαγών, ότι μέσα στις 100 αυτές μέρες θα βλέπαμε, ήδη, απτές διαφορές στην καθημερινή μας ζωή. Αλλά, κατά γενική ομολογία, αλλαγές στη ζωή μας ΔΕΝ είδαμε στις πρώτες 100 μέρες ΠΑΣΟΚ. Θα δούμε όμως στις 1.000 μέρες λιτότητας που μόλις ξεκινούν. Βέβαια, σε μια χώρα που υποτίθεται ότι τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 (απ’ όσο θυμάμαι) ζει υπό καθεστώς λιτότητας, το να προαναγγέλλονται 1.000 ακόμη μέρες λιτότητας δε λέει και πολλά. Μάλλον δε λέει απολύτως τίποτα, αν εξαιρέσουμε το ότι, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ‘λιτότητες’, υποτίθεται ότι η κατάσταση έχει πλέον φτάσει στο απροχώρητο. Δηλαδή βρισκόμαστε ακόμα πιο χρεωμένοι, τόσο ως χώρα όσο και ατομικά ως καταναλωτές, ακόμα βαθύτερα βουλιαγμένοι σε μια ‘κλειστή’ οικονομία υπηρεσιών εντός της οποίας πουλάμε ασταμάτητα υπηρεσίες ο ένας στον άλλο ελλείψει άλλων πλουτοπαραγωγικών πηγών, ακόμα πιο εξαρτημένοι από εξωτερικούς δανειστές για να συνεχίσουμε να ανταλλάσσουμε υπηρεσίες μεταξύ μας. Αλλά κάπως έτσι υπάρχει, κάπως έτσι συντηρείται η Ελλάδα ως κράτος από τη γέννησή της το 1830, με την εξαίρεση της καταναλωτικής φρενίτιδας, που αποτελεί σχετικά καινούργιο φρούτο. Άρα, οι 1.000 μέρες λιτότητας δε θα έπρεπε να μας απασχολούν, ούτε να μας ανησυχούν. Παρ’ όλα αυτά, δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή τη φορά νιώθω ότι κάτι σημαίνει αυτή η λιτότητα. Ότι κάτι θα γίνει. Ότι κάτι θα αλλάξει προς το χειρότερο για όσους (και είναι πολλοί) ήδη ζουν σε λιτότητα. Γι’ αυτό και έβγαλα το συμπέρασμα ότι δεν μας έλεγε ψέματα η κυβέρνηση όταν προανήγγειλε ότι στις πρώτες 100 μέρες θα τα βλέπαμε όλα. Απλώς είχε ξεχάσει ένα μηδενικό.ΥΓ: Η φωτογραφία για να μην αναρωτιέστε από που εμπνεύστηκε ο Γιωργάκης KAI τις ‘πρώτες 100 μέρες’.
13 Ιαν 2010
Κατά συρροή δανειοφάγοι
Είδα σήμερα τον πρωθυπουργό να διαβεβαιώνει, για να μας καθησυχάσει όσους ανησυχούμε, ότι ούτε από το ευρώ θα βγούμε, ούτε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα προσφύγουμε. Όπερ σημαίνει ότι υπάρχει πολύ σοβαρό ενδεχόμενο να συμβούν ΚΑΙ τα δυο αυτά ακριβώς όπως μας διαβεβαίωσε ότι ΔΕΝ θα συμβούν. Ιδίως αν σκεφτούμε ότι από ιδρύσεώς του πριν 180 χρόνια το ελληνικό κράτος και η ελληνική οικονομία υπάρχουν χάρη σε δάνεια των φιλεύσπλαχνων Μεγάλων Δυνάμεων αρχικά, των Αμερικανών αργότερα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης τώρα τελευταία. Δάνεια, τα οποία όλα αυτά τα κορόιδα μας έδιναν αφειδώς για να μας δουν κάποια στιγμή να προκόβουμε ως χώρα, να αποκτούμε βιομηχανία, να κάνουμε εξαγωγές, να βγαίνουμε από το ρόλο των γκαρσονιών της Ευρώπης. Όμως, τα δάνεια αυτά, ήδη από την εποχή του Καποδίστρια, του Τρικούπη, του Βενιζέλου και μέχρι σήμερα φαγώνονταν και εξακολουθούν να φαγώνονται - με τα αποτελέσματα που βλέπουμε. Και με τους ελεγκτές που ήρθαν να ελέγξουν τι τα κάνουμε, τι τα κάναμε τέλος πάντων όλα αυτά τα δισεκατομμύρια Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, του σχεδίου Μάρσαλ παλιότερα, των Προστάτιδων Δυνάμεων ακόμα παλιότερα, τόσα και τόσα χαμένα χρήματα. Τα κάναμε μερσεντές, μεζονέτες μπροστά στη θάλασσα, λογαριασμούς σε ελβετικές τράπεζες, εν ολίγοις τα φάγαμε. Και ακόμη τα τρώμε. Ας μη μας κακοφαίνεται λοιπόν που ήρθαν οι άνθρωποι να δουν ΠΟΣΟ μπορεί να φάει ένας λαός. Ούτε να μας κακοφανεί αν κάποια στιγμή οι Ευρωπαίοι εταίροι μας αγανακτήσουν και μας πετάξουν έξω από το ευρώ. Τα μεταξωτά βρακιά, λένε, θέλουν και επιδέξιους πωπούς (επί το ευγενέστερον). Και εμείς, οι κατά συρροή δανειοφάγοι, θέλαμε το μεταξωτό βρακί που λέγεται ευρώ.
11 Ιαν 2010
Τα τηλεγενέθλια
10 Ιαν 2010
Τηλεθεατέλληνες
Στην ιδιωτική τηλεόραση υπάρχουν πολλά που με απωθούν, με προβληματίζουν, με κάνουν να αναρωτιέμαι. Αλλά μπορώ να ξεχωρίσω ένα πρόσωπο που ενσαρκώνει ό, τι απεχθάνομαι: την ‘πλακίτσα’ αντί για χιούμορ, το ύπουλο, σιγαλό, συστηματικό χαμήλωμα του τηλεθεατή μέσα από ‘εύκολες’ ατάκες που απευθύνονται στα πιο ζωώδη του ένστικτα, τους ισοπεδωτικούς εξυπνακισμούς ως στάση ζωής, τη νορμαλοποίηση του ωχαδερφισμού, την υποκουλτούρα του καφενέ. Η επανεμφάνιση του προσώπου αυτού στους τηλεοπτικούς μας δέκτες ύστερα από ένα μικρό διάστημα ‘κρίσης’ της δημοτικότητάς του και η νέα του, αποκαθαρμένη από κάθε δυσάρεστη μνήμη ή σκιά σταδιοδρομία ως εθνικού πλακατζή, αποδεικνύει ότι οι νεοέλληνες εύκολα συγχωρούμε. Και ακόμη ευκολότερα επιλέγουμε να αφεθούμε, αμνήμονες, άβουλοι, ατάραχοι, στην αγκαλιά της λουσάτης, αστραφτερής χυδαιότητας που μας προσφέρεται από τηλεοράσεως ως ‘ψυχαγωγία’. Παντρεμένη με ‘ενημέρωση’ σκανδαλοθηρικού τύπου, μέσα από τα έντυπα του κυρίου αυτού. Που έχει βρει την παλιά, χρυσή συνταγή εύκολου, ανέλεγκτου, ανενδοίαστου πλουτισμού. Κατεβάζοντας συνεχώς τον πήχη, αυξάνονται οι πωλήσεις. Οπότε, με ένα ολοκληρωμένο πακέτο εφημερίδας-περιοδικού-dvd διαρκώς χαμηλότερου επιπέδου, εξασφαλίζεται η μεγιστοποίηση των κερδών. Τόσο απλά, τόσο ασυνείδητα. Αλλά και τόσο συγκροτημένα. Δεν έχει ξαναυπάρξει νομίζω, στην Ελλάδα τουλάχιστο, τόσο συγχρονισμένη, οργανωμένη, αποδοτική συνέργεια μεταξύ τηλεοράσεως και εντύπου. Με το ένα χέρι από τηλεοράσεως χαμηλώνουμε, εξαχρειώνουμε, αποβλακώνουμε τους τηλεθεατές, με το άλλο χέρι στα περίπτερα τους πουλάμε τα έντυπά μας, ειδικά διαμορφωμένα για χαμηλωμένους, εξαχρειωμένους, αποβλακωμένους αναγνώστες. Συνταγή την οποία ακολούθησαν βεβαίως και άλλοι τηλεδημοσιογράφοι-εκδότες, που όμως δεν κατάφεραν να ‘πετύχουν’ όσο ο εθνικός μας πλακατζής. Αυτοί βλέπετε εξαρχής ‘περιορίστηκαν’ στη σοβαροφάνεια των δελτίων ειδήσεων ή των ‘ερευνητικών’ εκπομπών. Δεν διέθεταν το ‘ταλέντο’ του πλακατζή. Αλλά τι να κάνουμε. Άλλοι ευνοούνται και προικίζονται με χαρίσματα και άλλοι όχι. Για να μπορούμε, οι πτωχοί πλην τίμιοι και συνεπείς στις τηλεοπτικές μας συνήθειες τηλεθεατέλληνες, να απολαμβάνουμε και να εκτιμούμε τα αστεία, το σοφτ πορνό και το όλο ‘ψυχαγωγικό’ πακέτο του εθνικού μας πλακατζή. Όχι βεβαίως ότι τρέχει και τίποτα. Την πλάκα μας κάνουμε και οι ίδιοι, ως γνήσια τέκνα της αστείας αυτής χώρας.
9 Ιαν 2010
Περί μεταναστών
Με αφορμή, από τη μια, την κουβέντα σε άλλο blog για την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας από παιδιά μεταναστών και το δικαίωμα των νόμιμων μεταναστών να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές και αιτία, από την άλλη, το σχετικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης και τον προβληματισμό που έχει προκαλέσει όχι μόνο σε εμένα νομίζω, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες σκέψεις. Η εισροή 'παράνομων' - σε εισαγωγικά η λέξη γιατί θεωρώ ισοπεδωτικό για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τον χαρακτηρισμό - μεταναστών στην Ελλάδα είναι κατά γενική ομολογία και σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές και μη χώρες. Αυτό καταρχάς σημαίνει ότι θα έπρεπε να σκεφτούμε διπλά και τριπλά την οιαδήποτε πολιτική αντιμετώπισής τους και αφομοίωσής τους στην ελληνική πραγματικότητα. Διότι όπως κι αν το δούμε, οι άνθρωποι αυτοί έρχονται κατά χιλιάδες στην Ελλάδα με το ανθρωπίνως κατανοητό αλλά καθαρά 'πρακτικό' κίνητρο της οικονομικής τους αποκατάστασης λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, που βρέχεται σχεδόν ολόκληρη από θάλασσα αλλά και γειτονεύει με χώρες με τις οποίες μοιράζεται 'χαλαρά' σύνορα, διευκολύνοντας έτσι την προσέλευσή τους. Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι θα έπρεπε - ποτέ των ποτών! - να ξεχάσουμε την ανθρωπιά μας και να φανούμε σκληροί απέναντι στους συνανθρώπους μας κάθε χρώματος και προέλευσης. Αλλά την ίδια στιγμή, ακριβώς εξαιτίας του ότι είμαστε 'ξέφραγο αμπέλι' ως χώρα - όσο βγαλμένο από τη ρητορική του ΛΑΟΣ κι αν ακούγεται αυτό -, θα έπρεπε να είμαστε πολύ πολύ προσεκτικοί στο πώς αντιμετωπίζουμε τους μετανάστες. Και αυτό διότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις μιλάμε για ανθρώπους με εντελώς διαφορετικές αξιακές αφετηρίες από αυτές τις οποίες κακήν κακώς έχουμε κληρονομήσει οι Έλληνες από το Δυτικό πολιτισμό - όπως το habeas corpus, η ανεξιθρησκεία, η δημοκρατία, η ισότητα των φύλων, η ελευθερία σκέψης και λόγου, επί παραδείγματι. Μιλάμε δηλαδή πολλές φορές για ανθρώπους που ΔΕΝ θα μας δέχονταν - ούτε θα μας ανέχονταν - στις χώρες τους ως μετανάστες με την ίδια ευκολία που τους δεχόμαστε - και τους 'ανεχόμαστε' - εμείς. Από την άλλη μπορούμε, αγνοώντας όλα αυτά, να αποφασίσουμε ότι ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και ότι, ως εκ τούτου, όπως και αν εξελιχθεί πολιτισμικά η γεωπολιτισμική οντότητα που λέγεται Ελλάδα, δεν μας καίγεται καρφί. Αλλά ισχύει κάτι τέτοιο;
Ενδοσκόπηση
Όπως ίσως έχετε αντιληφθεί, τελευταία, παρά τις συχνές αναρτήσεις, δε μου μένει πολύς χρόνος για blogging. Ανεβάζω αναρτήσεις συχνά αλλά επιπόλαια, σε άλλα blogs δεν πολυμπαίνω και όταν μπαίνω δεν πολυσχολιάζω. Γιατί; Διότι έχει γεμίσει η ‘έξω’ ζωή μου. Πέραν των ωρών που καθημερινά εργάζομαι έχει μεγαλώσει και η οικογένειά μου με τη γέννηση μιας κόρης. Γι’ αυτό και προτεραιότητα ψυχικά έχω δώσει σε όλα αυτά τα καινούργια που έχουν μπει και διαρκώς μπαίνουν στη ζωή μου, τόσο εργασιακά όσο και οικογενειακά, σε βάρος του παλιού πλέον – κοντεύει να κλείσει 3 χρόνια – blog. Παλιότερα έλεγα ότι όταν γεμίζει η ζωή μας αδειάζει το blog μας και αντιστρόφως. Αυτό ακριβώς βλέπω να επιβεβαιώνεται αυτό το διάστημα. Επιπλέον, όμως, επιβεβαιώνεται και μια άλλη υποψία μου, ότι το blogging ήταν και παραμένει ομαδικό σπορ. Τι εννοώ; Ότι αν δε συμμετέχει κανείς στο δούναι και λαβείν του μπλογκόκοσμου, αν δεν μπαίνει δηλαδή και σε άλλα blogs για να αφήσει τον οβολό-σχόλιό του – αυτό μπορεί να ακούγεται λίγο κυνικό, αλλά δεν το θεωρώ ανακριβές – σιγά-σιγά θα αραιώσουν και οι επισκέπτες του blog του. Μέχρι και το σημείο που θα αρχίσει να νιώθει ότι όσα λέει στο blog τα απευθύνει πλέον περισσότερο στον εαυτό του, παρά σε οιονδήποτε άλλο. Ουδέν το μεμπτό σε όλα αυτά. Άλλωστε ακόμα και πριν τις σαρωτικές αλλαγές στη ζωή μου είχα αρχίσει να χάνω τον αρχικό ενθουσιασμό μου για το blogging. Κι αυτό ίσως φάνηκε στις αναρτήσεις μου, που γίνονταν όλο και πιο γκρινιάρικες, όλο και πιο προβλέψιμες. Γι’ αυτό και σκέφτομαι να χαλαρώσω λίγο τους ρυθμούς: να αφήσω το blog να υπάρχει για να βρίσκω σε αυτό ένα μέσο έκφρασης, εξωτερίκευσης, αλλά χωρίς καταναγκασμούς. Ίσως έτσι επανέλθει κάποια στιγμή και ο αρχικός ενθουσιασμός, η παλιά όρεξη. Επιφυλάσσομαι λοιπόν για αραιότερες και πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις. Προς το παρόν, καλό σας σαββατοκύριακο. Και μην ξεχνάτε! Αξίζει τον κόπο να γεμίζει η ‘έξω’ ζωή μας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα αδειάσει το blog μας. ;-)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)