28 Οκτ 2012

Για τη σύλληψη Βαξεβάνη. Ψύχραιμα.

Τη στιγμή που όλοι χάνουν την ψυχραιμία τους είναι μεγάλη η πρόκληση να προσπαθήσεις να κρατήσεις τη δική σου. Και να μην παρασυρθείς με το ρεύμα. Σήμερα ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης συνελήφθη βάσει του νόμου περί προσωπικών δεδομένων για τη δημοσιοποίηση της «λίστας Λαγκάρντ». Φρόντισε ο ίδιος να ανακοινώσει τη σύλληψή του μέσω του Twitter, λέγοντας: «Μπαίνουν στο σπίτι με εισαγγελέα τώρα. Με συλλαμβάνουν. Διαδώστε.» Ταυτόχρονα δήλωνε σε ραδιοφωνικό σταθμό: «την 28η Οκτωβρίου μπούκαραν σαν ταγματασφαλίτες, το 2012, για να με συλλάβουν, το δημοσιογράφο που αποκαλύπτει την αλήθεια.»

Να πω καταρχάς ότι βρίσκω τουλάχιστον επιπόλαιη και λαϊκιστική όλη αυτή την κατοχική φρασεολογία που υιοθέτησε ο δημοσιογράφος και που έχει επικρατήσει τελευταία, με «δοσίλογους», «γερμανοτσολιάδες», «ταγματασφαλίτες» και άλλες σκοτεινές μορφές της νεοελληνικής ιστορίας να παρελαύνουν και να χρησιμοποιούνται απερίσκεπτα και ανέξοδα, με την παραμικρή σχεδόν αφορμή. Προκαλώντας ένα κλίμα πώρωσης και φανατισμού που δεν νομίζω ότι εξυπηρετεί κανέναν και τίποτα, πέραν όσων θα ήθελαν να συντηρείται ένα τέτοιο κλίμα για τους δικούς τους λόγους και σκοπούς.
 
Εν συνεχεία: αυτή η λίστα δόθηκε στον τότε υπουργό Οικονομικών για να βοηθήσει στο έργο της φορολόγησης αυτών ή άλλων προσώπων, από τη στιγμή που μπορεί να θεωρήθηκε ότι έστελναν μεγάλα χρηματικά ποσά στην Ελβετία ή αλλού προκειμένου να μη φορολογηθούν επί των πραγματικών τους εισοδημάτων. Αν τώρα ο υπουργός, το ΣΔΟΕ, ή όποιοι αρμόδιοι έπεσε στα χέρια τους αυτή τη λίστα δεν την εκμεταλλεύτηκαν όπως έπρεπε, είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί την ελληνική Βουλή ή την ελληνική Δικαιοσύνη, εφόσον κάτι τέτοιο χρειαστεί. Ενδεχομένως και τα ΜΜΕ όσον αφορά στην αμέλεια εκ μέρους των υπευθύνων αν υπήρξε, αλλά όχι για να φέρουν στο επίκεντρο της προσοχής και να δακτυλοδείξουν τους «κλέφτες» ή «προδότες του έθνους» που θεωρείται ότι κρύβονται στη λίστα - γιατί κάπως έτσι παρουσιάστηκε - και την υπονοούμενη διαπλοκή τους με τους πολιτικούς που την είχαν στα χέρια τους.
 
Δεν είναι, νομίζω, παράνομο να μετακινεί κανείς τα χρήματά του όπου και όπως νομίζει, από μια χώρα σε άλλη. Ομολογώ ανερυθρίαστα ότι και εγώ, αν είχα κάποια χρήματα στην τράπεζα, θα τα είχα στείλει στο εξωτερικό υπό τις παρούσες συνθήκες. Ούτε τον καθιστά αυτό κλέφτη ή προδότη. Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί τόσος θόρυβος και προς τι οι δραματικοί τόνοι. Μπορούν βεβαίως όλα αυτά να εξηγηθούν στα πλαίσια της κορύφωσης ενός ιδιόμορφου «επαναστατικού» πυρετού και φανατισμού που κυριαρχεί εδώ και κάποιο καιρό, στα πλαίσια του οποίου αναζητούνται αγωνιωδώς ένοχοι, προδότες, κλέφτες για να σταλούν στην γκιλοτίνα. Λες και αυτό θα έλυνε τίποτα. Ή αντί να κοιτάμε τι μπορούμε να κάνουμε οι ίδιοι οι πολίτες για να γυρίσουμε σελίδα στη χώρα μας. Η κατάσταση θυμίζει λίγο Γαλλική Επανάσταση μόνο που πήγαμε, οι Έλληνες, απευθείας στη φάση της «Τρομοκρατίας» και του διψασμένου για αίμα αγράμματου όχλου που την ακολούθησε, χωρίς να έχει γίνει προηγουμένως επανάσταση.
 
Εν τέλει: μπράβο στον Κώστα Βαξεβάνη που έβγαλε στη δημοσιότητα μια λίστα με νοικοκυρές, κοσμηματοπώλες, εφοπλιστές που έβγαλαν χρήματα στο εξωτερικό την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι τα είχαμε επίσης βγάλει από τις τράπεζες αλλά τα κρύβαμε σπίτια μας, υπό το φόβο της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος. Μπράβο του, εφόσον θεώρησε ότι αυτή του η πράξη χαστουκίζει ένα διεφθαρμένο κράτος και φορολογικό σύστημα κατάμουτρα, πράγμα που προσωπικά δεν συμμερίζομαι σαν άποψη. Ή ότι αποκαλύπτει ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί μεροληπτικά, συλλαμβάνοντας τον ίδιο για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων ενώ αφήνει ελεύθερους κάποιους άλλους που ο ίδιος «αποκαλύπτει». Συμπέρασμα που ούτε αυτό συμμερίζομαι, μια και πιστεύω ότι με το να παραβαίνεις τον νόμο και να συλλαμβάνεσαι, δεν κάνεις τίποτα παραπάνω από αυτό, ακόμα και σε μια εποχή κοινωνικοπολιτικής κρίσης. Γι’ αυτό και δεν τον θεωρώ ήρωα, όπως φαίνεται να κάνουν πολλοί άλλοι, ούτε με συγκινεί το είδος «αποκαλυπτικής» δημοσιογραφίας που υπηρετεί, απέναντι στην οποία, από εποχής Τριανταφυλλόπουλου, παραμένω εξαιρετικά καχύποπτος. Μιας δημοσιογραφίας, η οποία παίζει το παιχνίδι της στο γήπεδο του λαϊκισμού, των υψηλών, «επαναστατικών» τόνων, των «ταγματασφαλιτών» και των «διαδώστε». Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω.

26 Οκτ 2012

Eπετειακόν

Λόγω των ημερών έκανα μια μικρή, διαδικτυακή έρευνα για τον Ιωάννη Μεταξά, φτάνοντας μέχρι το site γύρω από το πρόσωπό του που έφτιαξε η 73χρονη σήμερα εγγονή του, για να μάθω λίγο καλύτερα τον κύριο "Όχι". Είδα πολλά, πράγματα που δεν γνώριζα, άλλα που γνώριζα αλλά είχα ξεχάσει και αρκετά, που είχαν εξαιρετικό ενδιαφέρον τόσο ως προς τον ίδιο όσο και ως προς την εποχή. Κυρίως όμως εξεπλάγην δυσάρεστα. Από την παιδεία του, που χαρακτήριζε άλλωστε αρκετούς Έλληνες πολιτικούς μέχρι περίπου και τη δεκαετία του '80, που άρχισε να ξεφτίζει το πράγμα. Κάπου εκεί ήταν που μπήκαμε στην ασυνάρτητη εποχή μας, που ζητήματα παιδείας και πολιτισμού δεν βρίσκονται στην κορυφή της λίστας - περισσότερο βρίσκουμε εκεί άλλες λίστες, όπως τη "λίστα Λαγκάρντ", δείγματα του πόσο χαμηλά έχει πέσει η δημόσια μας ζωή. Πλέον οι αντιπαραθέσεις μεταξύ πολιτικών αντιπάλων γίνονται ακολουθώντας τους νόμους της ζούγκλας, με βρυχηθμούς, γρυλίσματα, απειλές και χειρονομίες. Και με όρους ανθρωποφαγίας και αλληλοεξόντωσης, ακόμα και "δι' ασήμαντον αφορμήν".

Λέω ότι εξεπλάγην δυσάρεστα γιατί είδα ότι ένας δικτάτορας, που επί των ημερών του γίνονταν βασανιστήρια και στέλνονταν σε εξορίες οι ανεπιθύμητοι, ήταν πιο πολιτισμένος και καλλιεργημένος από τους σημερινούς δημοκράτες πολιτικούς: από τον πρόεδρο της Βουλής που βγάζει πρώτα τα παντελόνια του όταν ξεντύνεται μέχρι τον επιχειρηματία πρώην υπουργό Οικονομικών κύριο Παπακωνσταντίνου που έλεγε προχθές, με καμάρι, ότι βγήκε από την πολιτική φτωχότερος απ' ό, τι μπήκε σαν να ήταν κάποιο κατόρθωμα, αυτό το απολύτως αυτονόητο άλλων εποχών. Από τον Ευάγγελο Βενιζέλο που σαρκάζει και κοχλάζει με ασυγκράτητο, τυφλό θυμό όταν του αντιμιλάνε μέχρι τον κυβερνητικό μας εκπρόσωπο και πρώην δημοσιογράφο του ΤΕMPO TV κύριο Σίμο Κεδίκογλου, που σε τηλεοπτικό στρογγυλό τραπέζι περιέγραφε, περιχαρής για την ανακάλυψή του και τη ρητορική του δεινότητα, τη βία της Χρυσής Αυγής ως "πολιτική βία που πρέπει όλοι απερίφραστα να καταδικάσουμε".

Δυστυχώς ο έρωτας, ο βήχας και η έλλειψη πολιτισμού δεν κρύβονται. Ιδίως όταν γίνονται, έστω στιγμιαία, έστω πρόχειρα και "επετειακά", καταθλιπτικές συγκρίσεις με άλλες εποχές, όχι τόσο μακρινές χρονικά αλλά πολύ μακρινές πνευματικά, ηθικά, από τη σημερινή. Ας γίνει αυτή η επέτειος του "Όχι" η απαρχή ενός νέου, μεγάλου "Όχι" στη συνέχιση της κατρακύλας. Και ας μην μας έχει στείλει ακόμα κάποιο τελεσίγραφο, ζητώντας την πλήρη παράδοσή μας.

18 Οκτ 2012

Τα χρόνια της Ομόνοιας

Ναι, σαν σήμερα ήταν. Που ξεκίνησε η χρυσή εποποιία του ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι ακόμα, σα να μην πέρασαν από τότε τριάντα και χρόνια, κάτι φωσφορούχα πράσινα, έντονα πράσινα, βραχιολάκια και κολιεδάκια, που πουλούσαν πλανόδιοι σ’ εμάς, τα παιδιά, για να μη μείνουμε εκτός κλίματος, έξω απ’ τους πανηγυρισμούς. Γιατί οι πανηγυρισμοί ήταν ατελείωτοι. Άνθρωποι που ζούσαν επιτέλους το όνειρο της κατάργησης της δεξιοκρατίας, που για πρώτη φορά στη ζωή τους γεύονταν μια πρωτόγνωρη ελευθερία κοινωνικών φρονημάτων. Η χώρα είχε, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική της ιστορία, μια σοσιαλιστική κυβέρνηση. Και μάλιστα με το έμπα της δεκαετίας του ’80, μιας δεκαετίας αφθονίας και ευημερίας, μιας δεκαετίας της Ομόνοιας. Γιατί ήταν συχνοί οι πανηγυρισμοί στην ιστορική πλατεία, εκείνα τα χορταστικά σε συγκινήσεις χρόνια. Το ’81, το ’85 που ξαναβγήκε το ΠΑΣΟΚ – αν και θυμάμαι ο πατέρας μου, που μάλλον κάτι περισσότερο ήξερε από μένα, δεν ήθελε να ξαναπάμε όμως εγώ, που με τίποτα δεν θα έχανα το πανηγύρι επέμενα – , το ’87 που η εθνική μπάσκετ πήρε το πανευρωπαϊκό. Εποχές που κατεβαίνοντας να γιορτάσεις στην Ομόνοια συναντούσες φίλους και γνωστούς και γινόσασταν όλοι μια μεγάλη, πανηγυρίζουσα παρέα. Είτε η Αθήνα ήταν τότε πιο μικρή, είτε ο κοσμάκης πιο ενθουσιώδης. Ή απλώς όλοι ήμασταν κάπως πιο αφελείς. Και έτοιμοι. Για όλα. Χωρίς αναστολές ή περιττές ντροπές. Γιατί με μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να κρατάει τα ιδεολογικά μπόσικα μπορούσες, άνευ τύψεων και δεύτερων σκέψεων, να αφεθείς στις πιο χαμηλές, τις πιο ανόητές σου επιθυμίες και να αφοσιωθείς, ψυχή τε και σώματι, στο κυνήγι τους. Γι’ αυτό και η Ελλάδα έμοιαζε ένα μεγάλο, ανεκμετάλλευτο, παρθένο λούνα παρκ που έμενε κλειδωμένο μέχρι εκείνη την αξέχαστη μέρα του Οκτώβρη του ’81 που ήρθε ο Αντρέας, με τα μαγικά κλειδιά της Αλλαγής, και το άνοιξε. Κι εκεί να ήσουν από μια μεριά να έβλεπες τι έγινε. Μικροί μεγάλοι ξεχυθήκαμε να γευτούμε όσα μέχρι τότε είχαμε ή νομίζαμε ότι είχαμε στερηθεί. Ήταν η δεκαετία που στη γειτονιά άνοιγαν τα πρώτα φαστφουντάδικα, που μαγευόμασταν από τις ταινίες του Σπίλμπεργκ αλλά και από τις μεγάλες σοσιαλιστικές μορφές του ΠΑΣΟΚ όπως η «Μελίνα» που λατρεύονταν παλλαϊκά, εκφράζοντας, ενσαρκώνοντας το αστείρευτο μεγαλείο της μοναδικής ελληνικής ψυχής που ανέτειλε μέσα από τα πλαστικά σημαιάκια και τους θούριους. Ναι, τότε τέθηκαν οι στέρεες βάσεις, μπήκαν τα απαραίτητα θεμέλια για όσα θα ακολουθούσαν. Και όταν με το έβγα της μεθυστικής αυτής δεκαετίας μας ήρθε το «βρώμικο ‘89» και αποκαλύψεις για σκάνδαλα, αμέτρητα σκάνδαλα, μας προέκυψε η Μιμή και τα γυμνά πρωτοσέλιδα της Αυριανής, ο Κοσκωτάς, η ιδιωτική τηλεόραση, η πτώση του Τείχους και το λιώσιμο των πάγων μεταξύ «Αριστεράς» και «Δεξιάς», τα πράγματα έμπαιναν σε μια σειρά, όπως περίπου την ξέρετε και σήμερα. Και βέβαια, με τα χρόνια, το λούνα παρκ ρήμαξε. Αλλά ακόμα το χαιρόμαστε, σαν να ’ναι η πρώτη μέρα.  

12 Οκτ 2012

Στο χυτήριο του μέλλοντός μας

Πρέπει να ήταν φθινόπωρο του 1988, που είχαμε πάει με ένα φίλο μου να δούμε τον "Τελευταίο Πειρασμό" στο Ετουάλ, στην Καλλιθέα. Απ' έξω χαμός, "θεούσοι" και "θεούσες" κραδαίνοντας σταυρούς διαμαρτύρονταν ούτε μας ενδιέφερε για τι. Η διαφήμιση που της είχαν κάνει της ταινίας ήταν τέτοια, που τρελαμένοι από λαχτάρα να τη δούμε, στριμωχτήκαμε στα πλήθη περιμένοντας να βρούμε μια θέση στον ήλιο, ή μάλλον στο σκοτάδι της αίθουσας προβολής για να δούμε, να μη μείνουμε, βρε αδερφέ, έξω απ’ το πανηγύρι. Γιατί πανηγύρι ήταν αυτό που είχε στηθεί έξω απ’ το σινεμά, ένα παραθρησκευτικό πανηγύρι σαν αυτά τα καλοκαιρινά που πάει κανείς να αγοράσει φτηνά βρακιά, να φάει χαλβά Φαρσάλων, να χαζέψει το πήγαινε-έλα του ιδρωμένου κοσμάκη. Τελικά, καταφέραμε να εξασφαλίσουμε τα δυο τελευταία καθίσματα της αίθουσας, ακριανά στην πρώτη σειρά. Τι θυμάμαι; Περάσαμε δυο ώρες με τα κεφάλια πίσω κοιτώντας σχεδόν τον ουρανό για να βλέπουμε, μια και η οθόνη τεράστια και η απόστασή μας απ’ αυτή, μηδενική. Για την ταινία, δεν έχω άποψη, δεν τη θυμάμαι. Δεν έχει και σημασία, εδώ που τα λέμε. Ο Χριστός και τα θεία πάθη υπήρξαν πηγή έμπνευσης για αμέτρητους συγγραφείς και καλλιτέχνες στην ανθρώπινη ιστορία, «αιρετικούς» ή μη.

Παρομοίως, δεν έχω άποψη για τη θεατρική παράσταση που ανεβάζει ο εξαίρετος θεατρικός ηθοποιός Λαέρτης Βασιλείου στο θέατρο Χυτήριο. Όχι μόνο επειδή δεν την έχω δει, αλλά δεν ξέρω καν το στόρι. Ξέρω μόνο ότι αναβλήθηκε λέει η πρεμιέρα της επειδή κάποιοι «θεούσοι» και «θεούσες» διαμαρτύρονταν έξω απ’ το θέατρο επειδή θίγονταν τα χριστιανικά τους ιδεώδη. Και εδώ βλέπω, μέσα σ' όλες τις κραυγαλέες ομοιότητες, μια κεφαλαιώδη διαφορά με το 1988. Τότε, η ταινία προβαλλόταν κανονικά, έκανε μάλιστα λόγω της διαφήμισης που έλεγα τεράστιες εισπράξεις. Παρά τις διαμαρτυρίες. Τώρα, η παράσταση ακυρώθηκε. Σήμερα,σε αντίθεση με τότε, οι «πιστοί» έχουν στο πλευρό τους έναν μικρό στρατό από «φουσκωτούς» που αναλαμβάνουν το πιο «δυναμικό» κομμάτι της διαμαρτυρίας. Μιλάω βέβαια για τους βουλευτές (!) και άλλα μέλη της Χρυσής Αυγής, μιας ακραίας, παραπολιτικής οργάνωσης, που κατάφερε να εκπροσωπείται στο ελληνικό Κοινοβούλιο και να παρεμβαίνει «δυναμικά», όπως λένε οι ίδιοι, σε περιπτώσεις που «προσβάλλεται το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων» – πάλι όπως λένε οι ίδιοι.

Από το 1988 έχουν περάσει – καθίστε να μετρήσω – 24 χρόνια. Είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ένα παιδί που θα είχε γεννηθεί τότε, σήμερα μπορεί να εργάζεται, να κάνει ένα μεταπτυχιακό, να υπηρετεί τη θητεία του, χίλια δυο. Και όμως, έχω την εντύπωση ότι ζούμε όχι στο 2012 αλλά πολύ πριν ακόμα και από το 1988, ότι έχουμε επιστρέψει σε χρόνια που φοβόσουν να μιλήσεις ανοιχτά για όσα έπρεπε κανείς να μιλήσει ανοιχτά, που δεν ήξερες πώς και από πού θα σου έρθει η επόμενη «ρουκέτα» μισαλλοδοξίας και φανατισμού και με ποιον τρόπο να προφυλαχθείς, χωρίς ο ίδιος να έχεις κάνει κάτι. Εποχές εμφυλίου, ή μετεμφυλιακές. Εποχές δικτατορίας, που ο πατέρας μου έπρεπε, στο δρόμο για τη δουλειά του, να κρατάει την εφημερίδα διπλωμένη προς τα μέσα, για να μη φαίνεται ο τίτλος. Η πρεμιέρα της ταινίας αναβλήθηκε για απόψε, στις 11 το βράδυ. Από τις 6 το απόγευμα, λέει, θα πάνε απ' έξω από το θέατρο καλλιτεχνικά σωματεία για να την περιφρουρήσουν. Όχι οι απλοί πολίτες. Δεν είναι ότι φοβούνται, όπως τότε στη δικτατορία. Απλά θα περιμένουν μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης ή του κομπιούτερ τους να δουν τι θα γίνει. Γιατί δεν έχουμε δικτατορία, αλλά δημοκρατία. Αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Όπερ σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να παλέψεις για τίποτα, να διεκδικήσεις τίποτα, να υψώσεις το ανάστημά σου απέναντι σε ό, τι σε προσβάλλει. Όλα τα κάνουν κάποιοι άλλοι, που σε αντιπροσωπεύουν. Ιδίως στα δύσκολα. Σε σημείο οι μόνοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι που θα βρεθούν εκεί απόψε να είναι αυτοί της Χρυσής Αυγής. Και οι μόνοι απλοί πολίτες κάποιοι που θα ψάλλουν «Τη Υπερμάχω».

11 Οκτ 2012

Μια "εύκολη και γρήγορη"... ραπτομηχανή



Ιδού και μια διαφήμιση ραπτομηχανής (!) με σαφή σεξουαλικά υπονοούμενα. Μια «προκλητική» γυναίκα πλησιάζει αινιγματικά και γονατίζει μπροστά σε έναν άνδρα συνάδελφό της. Όποιος παρακολουθεί ωθείται να φανταστεί, από το βλέμμα της γυναίκας, το ύφος του άνδρα και το όλο σκηνικό, ότι θα του κατεβάσει το φερμουάρ του παντελονιού και θα ακολουθήσoυν τα σχετικά. Όμως αυτή εν τέλει του φτιάχνει το στρίφωμα του παντελονιού, εκστομίζοντας την πολυσήμαντη ατάκα «σ' έφτιαξα για τώρα... αλλά πρέπει να το τελειώσουμε στο σπίτι μου...».

Οι διαφημίσεις προδίδουν νομίζω πολλά για το που βρίσκεται και πώς πορεύεται - ή πώς θέλει να πορευτεί - μια κοινωνία. Αποκαλύπτουν τις πιο μύχιες σκέψεις και ανάγκες της, τα «θέλω» και τα «πρέπει» της. Και αυτό γιατί κάθε διαφήμιση είναι προσεκτικά, με χειρουργική ακρίβεια δημιουργημένη και μελετημένη, ώστε  να «κερδίσει» όσο το δυνατόν ταχύτερα το κοινό της, να πουλήσει το προϊόν της όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά και αβίαστα.

Δεν ήμουν ποτέ «πουριτανός» ούτε σεμνότυφος αλλά θεωρώ ότι ζούμε μια πρωτοφανή, άνευ προηγουμένου επέλαση μιας «σέξι» φτήνιας, κυρίως μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που καθρεφτίζουν άλλωστε την ευρύτερη κοινωνία. Μια σαρωτική εμπορευματοποίηση του ερωτισμού και των ερωτικών ενστίκτων, με αποκλειστικό στόχο την προσέλκυση μεγάλων κοινών, εν προκειμένω πελατών, και κατ’ επέκταση το εύκολο, «φτηνό» κέρδος. Μια επίθεση, που δεν άφησε αλώβητη ούτε καν τη «θρυλική» ραπτομηχανή Singer. Και η οποία σε κάνει να αναρωτιέσαι, αν εχουμε φτάσει σε μια εποχή που για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα και σκοπιμότητες, ακόμα και μιας... ταπεινής ραπτομηχανής, θα χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατό μέσο, χωρίς τις παραμικρές ηθικές αναστολές. Ιδίως αν πρόκειται να «πιάσει» το κοινό από χαμηλά...

10 Οκτ 2012

Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας. Δείγμα πολιτισμού;

«Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Οκτωβρίου, προκειμένου να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για τα ψυχικά νοσήματα», μαθαίνουμε.

Έχοντας εργαστεί και ζήσει, στα πλαίσια της δουλειάς μου, για μερικούς μήνες σε ίδρυμα για άτομα με νοητική στέρηση και ψυχικές ασθένειες – να διευκρινίσω ότι πολλά τέτοια ιδρύματα λειτουργούν ως ταυτόχρονα γηροκομεία, ψυχιατρεία και ιδρύματα για άτομα με νοητική αναπηρία, τρία σε ένα – έχω να πω ότι στις σημερινές, πολιτισμένες κοινωνίες, η ποινή του θανάτου δια της ρίψης στον Καιάδα που επέβαλλαν οι σκληροί, απολίτιστοι Σπαρτιάτες σε όσους γεννιούνταν διαφορετικοί, έχει πλέον μετατραπεί μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια «προόδου», σε ποινή ισόβιας κάθειρξης σε ευαγή ιδρύματα. Ιδρύματα όπου «φιλοξενούνται» σχιζοφρενείς μαζί με άτομα με αυτισμό ή με σύνδρομο Down, έχοντας σαν παρέα ανθρώπους με καθαρή νοητική στέρηση (χωρίς δηλαδή κάποια ψυχική πάθηση) ή απλά κοινωνικά απόβλητους: όλοι οι «καλοί» χωράνε, ιδίως αν δεν νοιάζεται κανείς γι’ αυτούς, και πρώτοι απ’ όλους οι δικοί τους.

Τα προβλήματα, απ’ όσο είδα ιδίοις όμμασι, πολλά: προσωπικό ανειδίκευτο, ακατάλληλο και πλήρως «ιδρυματοποιημένο» – η δουλειά σε ένα τέτοιο ίδρυμα αποτελεί για πολλούς το πλησιέστερο υποκατάστατο της εξασφάλισης στο δημόσιο, νιώθουν και λειτουργούν σαν δημόσιοι υπάλληλοι με όλα τα αρνητικά που αυτό συμπεριλαμβάνει, όπως η απέχθεια για κάθε είδους αλλαγές ή εκσυγχρονισμούς –, διοικήσεις άσχετες ή με τα εντελώς δικά τους συμφέροντα – πολύ συχνά τέτοιοι χώροι γίνονται πεδία παιχνιδιών εξουσίας και σκοπιμοτήτων, στις «πλάτες» των τροφίμων και εν ονόματί τους –, αδιάφορους ή εγκληματικά αμελείς (αν δεν μιλάμε και για περιπτώσεις σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης από βρεφική ηλικία) γονείς και συγγενείς, που «πετάνε» σε αυτά τα ιδρύματα τα παιδιά τους, τα αδέρφια τους, τα ανίψια τους, εκτός αν έχουν συμφέρον να τα κρατήσουν σπίτι για να εισπράττουν επιδόματα.

Όσον αφορά το προσωπικό, επειδή οι συνθήκες τόσο από άποψης απολαβών όσο και γενικότερα – φαντάζεστε τι εννοώ – δεν είναι και οι καλύτερες, τα ιδρύματα αυτά δύσκολα θα προσελκύσουν το απαιτούμενο εξειδικευμένο προσωπικό. Με συνέπεια να μαζεύουν σαν προσωπικό κάθε καρυδιάς – ανειδίκευτο – καρύδι, που δεν γνωρίζει πώς να χειριστεί, πώς να αντιμετωπίσει, τους τροφίμους: άνθρωποι, περισσότερο γυναίκες, μέτριας μόρφωσης που πιστεύουν ακράδαντα ότι με μοναδικό όπλο την «αγάπη» όλα θα λυθούν, όλα θα βρουν το δρόμο τους. Αντιμετωπίζοντας, βολικά για τις ίδιες, τους τροφίμους που φροντίζουν σαν μωρά (στο ίδρυμα που ο ίδιος εργάστηκα έτσι τους αποκαλούσαν) χωρίς ιδιαίτερες ανθρώπινες ανάγκες, πέραν αυτών ενός βρέφους. Ακόμα και άτομα με ελαφρότερης μορφής στέρηση, νέα παιδιά με αυτό που θα λέγαμε ψυχοκοινωνικά προβλήματα, θύματα περισσότερο κακών γονιών και ατυχιών στη ζωή τους τσουβαλιάζονται και ιδρυματοποιούνται ακόμα και αν διαμένουν σε «σπίτια στην κοινότητα» ή σε άλλους χώρους εκτός ιδρυμάτων, εξαιτίας, ξανά, του ανειδίκευτου, ανυποψίαστου προσωπικού, που μπορεί κι αυτά να τα αντιμετωπίζει σαν υπερμεγέθη βρέφη ή απλώς να μην ξέρει τι να κάνει.

Όσον αφορά τις διοικήσεις, βρίσκονται σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου για εξεύρεση πόρων με κύριο αντίπαλο ένα αδιάφορο, απρόσωπο, ανάλγητο κράτος αλλά πολλές φορές και γονείς και συγγενείς που αρνούνται να συνεργαστούν ή να βοηθήσουν, έχοντας τα χίλια δυο δικά τους προβλήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες οικονομικής λιμοκτονίας, οι δυνατότητες ακόμα και της πιο υγιούς και φιλόδοξης διοίκησης σε ένα τέτοιο ίδρυμα παραμένουν, το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς, περιορισμένες, εξαναγκάζοντάς την απλώς να προσπαθεί να μην ισχύει το «κάθε πέρσι και καλύτερα». Αν βεβαίως μιλάμε για διοικήσεις που ενδιαφέρονται πραγματικά για αυτούς τους ανθρώπους και όχι με τις δικές τους μικροπολιτικές επιδιώξεις, που πολλές φορές βλέπουν ένα τέτοιο ίδρυμα απλώς και μόνο ως σκαλοπάτι για κάτι «ψηλότερο».

Αν τώρα έρθουμε στους γονείς και τους λοιπούς οικείους, μιλάμε για ανθρώπους που πολλές φορές αδυνατούν να βοηθήσουν τα ίδια τους τα παιδιά ή ευθύνονται οι ίδιοι κατά μεγάλο μέρος για την κατάστασή τους. Και στις περιπτώσεις αυτές αποτελούν περισσότερο μέρος του προβλήματος παρά της λύσης. Περιπτώσεις δηλαδή παιδιών με ήπιας μορφής νοητική στέρηση που εξαιτίας της έπεσαν θύματα γονεϊκής εκμετάλλευσης (οικονομικής, σεξουαλικής ή άλλης) με συνέπεια η κατάστασή τους να χειροτερέψει ή να συνοδευτεί από κάποια ψυχική πάθηση ή βαριά ψυχολογικά προβλήματα (και από εκεί και πέρα αυτοτραυματισμούς και άλλα που επιβαρύνουν την υγεία τους και δυσκολεύουν την αντιμετώπισή τους). Υπάρχουν βέβαια και οι γονείς που πραγματικά αγαπάνε τα παιδιά τους και ενδιαφέρονται, ψάχνουν απελπισμένα πώς να τα βοηθήσουν, αλλά βρίσκονται και νιώθουν μόνοι απέναντι στο προαναφερθέν ανύπαρκτο έως εντελώς αδιάφορο κράτος και μια επίσης αδιάφορη έως ρατσιστική, απέναντι σε κάθε τι διαφορετικό, κοινωνία.

Πάντα πίστευα ότι ο πολιτισμός μιας κοινωνίας αντανακλάται στο πώς φέρεται σε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, στους «πιο αδύναμους κρίκους» της. Εκεί φαίνεται κατά πόσον αυτή η κοινωνία ακολουθεί στενές, εργαλειακές λογικές ή βαθύτερες, ουσιαστικότερες, ανθρώπινες. Και νομίζω μπορεί ο καθένας να βγάλει ως προς αυτό τα συμπεράσματά του, από τα δείγματα που μέχρι σήμερα έχουμε.

γράφτηκε για το free press Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

30 Σεπ 2012

Στα Πετράλωνα της εποχής των παγετώνων

Επιστρέφοντας από ένα σαββατοκύριακo στη Χαλκιδική, είπα να κάνω ένα πέρασμα από την τελευταία εποχή των παγετώνων. Μιλάω βεβαίως για το περίφημο σπήλαιο των Πετραλώνων, όπου βρέθηκε και το ομώνυμο απολιθωμένο κρανίο του παλαιότερου (μετά τον Κων. Μητσοτάκη) ανθρώπου του ελλαδικού χώρου - πιθανώς μέχρι και εφτακοσίων χιλιάδων ετών. Φτάσαμε πάνω ακριβώς που θα αναχωρούσε για εκεί ένα ωραιότατο τρενάκι, που σε γλίτωνε απ' τον ποδαρόδρομο (μια και αυτοκίνητα δεν πάνε). Αφού μας γκρίνιαξαν οι υπόλοιποι που τους καθυστερούσαμε μέσα στο λιοπύρι, μπήκαμε στο ολόδικό μας, πριβέ βαγόνι, μιας και δεν χωρούσαμε σε αυτό που είχαν στριμωχτεί όλοι οι άλλοι. Μεγαλεία, σας λέω!

 
Και να που φτάσαμε στην είσοδο του σπηλαίου.
 
 
Μια επιγραφή μας ενημερώνει πότε ανακαλύφθηκε.
 
 
Τώρα θα περιμένατε να δείτε το εσωτερικό και πράγματι θα ήταν ωραιότατα αν θα μπορούσατε να βλέπατε τους μαγευτικούς σταλαγμίτες και σταλακτίτες εντός αλλά, όπως λέει και η παρακάτω επιγραφή την οποία σεβάστηκα...
 
 
Άραγε τι έβλεπε ο αρχάνθρωπος καμιά εξακοσαριά χιλιάδες χρόνια πριν σαν ξεμύτιζε από τη σπηλιά του να πάρει λίγο φρέσκο αέρα, που θα του 'χε φάει τα κοκκαλάκια η υγρασία;
 
 
Καθοδόν για το μουσείο με τα ευρήματα από τη σπηλιά, μερικά συμπαθή ζωάκια (αρκούδες, ρινόκεροι, λιοντάρια κ.α.) που ζούσαν εκεί γύρω και κρατούσαν συντροφιά των μακρινών προγόνων μας.
 
 
Μπαίνοντας στο μουσείο, ορίστε δυο χελώνες (με χελωνάκι) της τελευταίας εποχής των παγετώνων.
 
 
Όχι, δεν πρόκειται για κομμάτια από σουσαμένια κουλούρια (μα έμοιαζαν!) αλλά, όπως λέει και η ταμπελίτσα, βραχιόνιο και δεξιά κερκίδα λιονταριού.
 
 
Και το περίφημο κρανίο, σε εκμαγείο.
 
 
Αλλά και αναπαράσταση του σημείου στο σπήλαιο όπου βρέθηκε, σαν απολίθωμα (το βλέπετε κάτω αριστερά).
 
 
Αν ποτέ σας φέρει ο δρόμος σας από τα Πετράλωνα (το χωριό της Χαλκιδικής, όχι αυτά που κάνει στάση ο ηλεκτρικός), θα σας πρότεινα ένα πέρασμα από το σπήλαιο. Θα δείτε ότι τελικά υπήρχε ζωή στη Χαλκιδική πολύ πριν αυτή γίνει τουριστικό θέρετρο, ασχέτως αν πολλοί την προσπερνούν μάλλον αδιάφορα. Και αν, πάλι, δεν σας εντυπωσίασαν όλα αυτά, καθοδόν θα δείτε και το... Κρεμλίνο (σε κέντρο διασκέδασης). Όχι παίζομε!
 
 

28 Σεπ 2012

Μεγάλα λόγια μεγάλων ανδρών (και γυναικών βεβαίως)

"Ίσως ρωτήσετε, ποια είναι η δημοκρατία που ονειρεύομαι. Θα σας απαντήσω: ονειρεύομαι μια ανεξάρτητη, ελεύθερη, πολυφωνική, οικονομικά αναπτυγμένη και κοινωνικά δίκαιη δημοκρατία, δηλαδή μια ανθρώπινη δημοκρατία, που υπηρετεί τους ανθρώπους και έχει πρόσωπο να ζητήσει από τους ανθρώπους να την υπηρετούν. Ονειρεύομαι μια δημοκρατία σκεπτόμενων ανθρώπων. Χωρίς αυτούς δεν μπορεί να λυθεί κανένα από τα προβλήματά μας, είτε οικονομικό είναι αυτό, είτε οικολογικό, είτε κοινωνικό ή πολιτικό [...] Είναι καιρός να μάθουμε πως η πολιτική δεν είναι μόνο η τέχνη του εφικτού, δηλαδή η τέχνη των μυστικών συμφωνιών, των ελιγμών και των υπολογισμών, αλλά μπορεί επίσης να είναι η τέχνη του ανέφικτου: η τέχνη να κάνουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας καλύτερο [...] Πίστευα πάντοτε, και εξακολουθώ να πιστεύω σήμερα, ότι η πηγή όλων των προβλημάτων που υπάρχουν γύρω μας είναι η ηθική κρίση της κοινωνίας και ότι καμία άλλη κρίση - οικονομική, πολιτική ή οικολογική - δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αν πρώτα η κοινωνία δεν ξεπεράσει την ηθική της κρίση. Και το κύριο στοιχείο της ηθικής κρίσης είναι η ιδεολογία της μικροαστικής καταναλωτικής αδιαφορίας και της παραίτησης από τα κοινά, με την οποία έχει ποτιστεί τόσο βαθιά η κοινωνία μας."

Βάτσλαβ Χάβελ, Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας (μετέπειτα Τσεχίας)

"Η χώρα μας δεν είναι ποδοσφαιρική ομάδα. Είναι κυρίαρχη χώρα που αποφασίζει ως κυρίαρχη και δεν δέχεται πιέσεις, ούτε βεβαίως απειλές."

Κριστίνα Φερνάντες, Πρόεδρος της Αργεντινής, απαντώντας στην Κριστίν Λαγκάρντ του ΔΝΤ ότι θα βγάλει της Αργεντινής "κόκκινη κάρτα" αν δεν διορθωθούν οι στατιστικές της, αν δεν συμμορφωθεί με τους "κανόνες"

 
"Θα κατέβω στην αρένα, δεν θα πάω μόνο νομικά και σαλονάτα. Δεν με περιορίζει το κουστούμι του Προέδρου της Βουλής. Μπορώ να βγάλω αυτό το κουστούμι άμα λάχει. Όταν βγάζω το κουστούμι, βγάζω πρώτα το παντελόνι μου."

Ευάγγελος Μεϊμαράκης, Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων

22 Σεπ 2012

Για τον locus publicus

Τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές νιώθω συγκλονισμένος. Είχε καιρό που δεν έγραφε στο blog του. Δεν απόρησα. Απαυδισμένος από τις εξελίξεις στην ελληνική πραγματικότητα που διορατικά, προφητικά, είχε περιγράψει πολύ πριν συμβούν στο blog του, από την ηρεμία της μακρινής Βοστώνης που του επέτρεπε μια πιο ψύχραιμη, πιο διεισδυτική ματιά στα πράγματα, σκέφτηκα, θα σταμάτησε να ασχολείται. Τα posts του πάντα αξιόλογα, πάντα ενδιαφέροντα, με βάθος σκέψης και χαρακτηριστικά πολυεπίπεδα, λόγω του απίστευτου πλούτου των εμπειριών, των ενδιαφερόντων του. Ήταν ένα blog, αυτό του φίλου locus publicus – κατά κόσμον Μάκη Πανταζή –, πραγματικό στολίδι για την ελληνική μπλογκόσφαιρα.
 
Ήταν ένας homo universalis ο Μάκης, ένας παντογνώστης αναγεννησιακός άνθρωπος διακτινισμένος στην εποχή μας που τον ενδιέφεραν τα πάντα, από τη μουσική – που έπαιζε – και την επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών μέχρι κοινωνική ανθρωπολογία, από οικονομικά μέχρι ιστορία και πολιτικές επιστήμες, από όλους είχε κάτι να μάθει και σε όλους κάτι να πει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο. Και με την χαρακτηριστική του ευγένεια, σε κάθε περίπτωση.
 
Αυτός ο άνθρωπος, που είχα την τύχη να τον γνωρίσω κι από κοντά σε μια συνάντηση bloggers που είχε διοργανώσει ο ίδιος στην Αθήνα σε ένα από τα ταξίδια του στην Ελλάδα – σαν να τον βλέπω ακόμα, στο καφέ του «Ιανού», να μας περιμένει με ένα αυτοσχέδιο καρτελάκι με το διαδικτυακό όνομά του που είχε φτιάξει πάνω στο τραπέζι, χαμογελαστός – έφυγε από τη ζωή, μαθαίνω. Και δεν μπορώ να το πιστέψω. Ένας άνθρωπος νέος, γεμάτος ζωή, ενδιαφέροντα, εμπειρίες και γνώσεις να μοιραστεί με τους άλλους, τους διαδικτυακούς του και όχι μόνο φίλους. Αιωνία σου η μνήμη, φίλε μου. Ήσουν ένα από τα απρόσμενα θαύματα του internet, ένας πραγματικά σπάνιος άνθρωπος με τον οποίο ένιωσα μια μοναδική ψυχική συγγένεια, και ως τέτοιο θα σε θυμάμαι.

18 Σεπ 2012

O πόλεμος των κόσμων

Συνήθως ο χειμώνας προηγείται της άνοιξης. Στο μουσουλμανικό κόσμο, όμως, συνέβη κάπως ανάποδα η αλλαγή των εποχών. Την πολλά υποσχόμενη Αραβική Άνοιξη, κατά την οποία είδαμε, σε χώρες που δε γνώρισαν ποτέ αυτό που στη Δύση ξέρουμε ως δημοκρατία, εκατομμύρια να ξεσηκώνονται, να «σηκώνουν κεφάλι» απέναντι σε προαιώνιους, βαθιά ριζωμένους δικτάτορες, ακολουθεί, αυτές τις μέρες, ένας θεοκρατικός χειμώνας. Ένας χειμώνας αδιαλλαξίας, μισαλλοδοξίας, θρησκευτικού φανατισμού, αντιδυτικού παροξυσμού. Αφορμή, μια κινηματογραφική ταινία που παρουσίαζε τον προφήτη Μωάμεθ με τρόπο «προσβλητικό». Και με συνέπεια το θάνατο του Αμερικανού πρέσβη στη Λιβύη, την πολιορκία από θιγμένους πιστούς άλλων δυτικών πρεσβειών σε άλλες μουσουλμανικές χώρες, διαδηλώσεις, θανάτους, τραυματισμούς – το χάος.

Με όλα αυτά συνειδητοποιεί κανείς – όχι χωρίς μια κάποια «εθνική» υπερηφάνεια – ότι, με όλα τα στραβά του, ο δυτικός πολιτισμός θα ανεχτεί μερικούς «θεούσους» και «θεούσες» να διαδηλώνουν κραδαίνοντας σταυρούς έξω από κινηματογράφους που παίζουν τον «Τελευταίο Πειρασμό», όπως έγινε στην Ελλάδα με την προβολή της «βλάσφημης» ταινίας πριν αρκετά χρόνια – ανεβάζοντας τα ύψη τις πωλήσεις εισιτηρίων, βεβαίως – , αλλά μέχρις εκεί. Εφόσον μιλάμε για έναν πολιτισμό χτισμένο πάνω στο διπλό θεμέλιο φιλοσοφίας – μιας φιλοσοφίας που κάποια στιγμή ξεπέρασε τη «θεολογική» της φάση, επιτρέποντας στην ανθρώπινη σκέψη να επιβιώσει από το «θάνατο του Θεού» κατά τη ρήση του Νίτσε – και δημοκρατίας, που και οι δυο ανοίγουν, η κάθε μια με τον τρόπο της, δρόμους για κριτική, αμφισβήτηση και αυτοαμφισβήτηση, ανεκτικότητα και πλουραλισμό. Πάνω και πέρα από θέσφατα, ιερά βιβλία, θρησκευτικές παραδόσεις και φανατισμούς.

«Είμαστε ένας πλουραλιστικός πολιτισμός, διότι επιτρέπουμε να χτίζονται τζαμιά στη χώρα μας, και δεν μπορούμε να αλλάξουμε επειδή στην Καμπούλ φυλακίζουν τους χριστιανούς προπαγανδιστές. Αν το κάναμε, θα γινόμασταν κι εμείς Ταλιμπάν. Η παράμετρος της ανοχής της διαφορετικότητας είναι ασφαλώς μία από τις πιο ισχυρές και τις πιο αδιαμφισβήτητες και θεωρούμε τον πολιτισμό μας ώριμο, επειδή ξέρει να ανέχεται τη διαφορά, ενώ χαρακτηρίζουμε ως βαρβάρους αυτούς που ανήκουν στην ίδια μας την κουλτούρα και δεν ανέχονται τη διαφορά. Τελεία και παύλα. Αλλιώς θα ήταν σαν να αποφασίζουμε ότι, αφού σε κάποια γωνιά του πλανήτη υπάρχουν κανίβαλοι, εμείς θα πάμε να τους φάμε για να μάθουν», λέει ο Ουμπέρτο Έκο (στο Με το βήμα του κάβουρα, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2006, σελ. 326). Για να συνεχίσει υποστηρίζοντας ότι «είναι μεγάλη η σύγχυση στην υφήλιο. Την εποχή αυτή συμβαίνουν πολύ παράξενα πράγματα. Είναι λες και η υπεράσπιση των αξιών της Δύσης να έχει γίνει μπαντιέρα της Δεξιάς, ενώ η Αριστερά είναι συνήθως φιλοϊσλαμική» (σελ. 327).

Άραγε, η ανοχή της διαφορετικότητας, όσο αυτή μπορεί να υπερισχύσει της δυστυχώς έμφυτης στον άνθρωπο – όπως δείχνει η ανθρώπινη ιστορία μέχρι σήμερα – δυσανεξίας στο διαφορετικό, αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του δυτικού πολιτισμού; “Το ερώτημα… «Μήπως είστε ευρωκεντρικός;» είναι ένα ευρωκεντρικό ερώτημα. Είναι ένα ερώτημα που είναι δυνατό στην Ευρώπη, αλλά δεν βλέπω κάποιον στην Τεχεράνη να ρωτάει τον αγιατολάχ Χομεϊνί αν είναι ιρανοκεντρικός ή ισλαμοκεντρικός”, έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης (σε συνέντευξη στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, τιτλοφορημένη «Υπάρχουν πολιτισμοί πιο ίσοι από τους άλλους;» δημοσιευμένη στις 9 Ιανουαρίου 2000, σελ. 18), προκειμένου να τονίσει αυτή την, ας πούμε, ιδιαιτερότητα της Δύσης: την αναγνώριση της ίδιας ως ενός πολιτισμού ανάμεσα σε άλλους, του Χριστιανισμού ως μιας ακόμη θρησκείας ανάμεσα σε άλλες, του δυτικού ανθρώπου ως ενός απλού περαστικού στη μεγάλη, πολυσύχναστη λεωφόρο πολιτισμών του πλανήτη.

Βέβαια, δεν ήταν πάντα έτσι, αν θυμηθούμε την αιματηρή αποίκηση της Αμερικής, τις σταυροφορίες, την αποικιοκρατία σε κάθε γωνιά του πλανήτη, χίλια δυο άλλα, μελανά σημεία της ιστορίας του δυτικού πολιτισμού. Για να φτάσουμε στο σήμερα που, όπως έλεγε και ο Έκο, η ανοχή της μαντίλας, των τζαμιών, των αλλόθρησκων στη Γηραιά Ήπειρο έχει γίνει αντικείμενο διαξιφισμών, ένα μπαλάκι που πηγαινοέρχεται στην πολιτική σκηνή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, με την πρώτη να υπερασπίζεται τους δυτικούς τρόπους ζωής και τη δεύτερη το δικαίωμα των μεταναστών από άλλες κουλτούρες και πολιτισμούς να ζουν στις χώρες υποδοχής τους όπως και στις πατρίδες τους.

Ασχέτως αν κανείς συμφωνεί με Έκο και Καστοριάδη, ασχέτως τι θέση παίρνει στην πολιτική αυτή διαμάχη γύρω από το που πρέπει να μπουν τα όρια της ανεκτικότητας, της ανοχής στο διαφορετικό, γύρω από το πόσο διατεθειμένοι είμαστε, όσοι ζούμε στη Δύση, να αφομοιώσουμε ανοιχτά και χωρίς προκαταλήψεις ανθρώπους που πράγματι ποτέ δε γνώρισαν Αναγέννηση, Διαφωτισμό, επιστημονικές επαναστάσεις, δημοκρατία και φιλοσοφία όπως εμείς τις ξέρουμε – αλλά και Άουσβιτς, εθνοκαθάρσεις, φυλετικά γκέτο, για να τα λέμε όλα – δεχόμενοι τη διαφορετικότητά τους, τη σχετικότητα του δικού μας πολιτισμού, παραμένει το γεγονός ενός διχασμένου πλανήτη.

Πριν μερικά χρόνια ένας Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας, ο Samuel P. Huntington, βλέποντας αυτές τις διαχωριστικές γραμμές, χαραγμένες κυρίως πάνω σε θρησκευτικές βάσεις, είπε ότι μετά το άδοξο τέλος των ιδεολογιών στον 20ο αιώνα, μετά το ακόμα πιο άδοξο τέλος του Ψυχρού Πολέμου με την εκκωφαντική πτώση του Τείχους η ανθρωπότητα, προκειμένου να περάσει την ώρα της όπως της αρέσει και ξέρει καλύτερα, δηλαδή με αιματοχυσίες, θα επιστρέψει στις παλιές, «παραδοσιακές» διαχωριστικές της γραμμές, στα προπατορικά χαρακώματα των θρησκευτικών φανατισμών, των ιερών πολέμων. Και τα όσα βλέπουμε αυτό τον καιρό να διαδραματίζονται στις μουσουλμανικές χώρες τον επιβεβαιώνουν, με τον πιο άσχημο, πιο εξόφθαλμο τρόπο.

Μένει να δούμε, στη συνέχεια, αν το ανθρώπινο γένος, στην εποχή αυτή των νέων τεχνολογιών, της παγκοσμιοποίησης, μπορεί να βρει και άλλους τρόπους να περνά τον καιρό του απ’ το να επιστρέφει σε όσα φανατίζουν και να τους επιτρέπει να κυριαρχούν, αναιρώντας αιώνες προσπαθειών να γίνουμε, οι άνθρωποι, κάπως πιο ανθρώπινοι – ό, τι κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει.

γράφτηκε για το free press Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

14 Σεπ 2012

Η λογική του "αριστερού" εν Ελλάδι παραλόγου

Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει αρνήθηκε να καταδικάσει τη βία της ΧΑ. Γιατί; Διότι, σε ένα σχετικό ψήφισμα της Βουλής, μπροστά από τη λέξη «βία» δεν υπήρχε ο επιθετικός προσδιορισμός «ρατσιστική». Εδώ κάθεσαι λίγο να σκεφτείς: εντάξει, δίκιο έχουν τα παιδιά, οι ΧΑυγίτες είναι σαφώς ρατσιστές. Μισούν τους μετανάστες.  Μήπως όμως, ξανασκέφτεσαι, η βία τους δεν είναι αποκλειστικά ρατσιστική; Μήπως αποτελεί αναφαίρετο κομμάτι της ιδεολογίας τους, μιας ιδεολογίας φανατισμού, τσαμπουκά, μισαλλοδοξίας; Άραγε, τα νερά στη Ρένα Δούρου, τα χαστούκια στη Λιάνα Κανέλλη, ήταν ρατσιστικά; Σαφώς, θα σου απαντήσουν οι του ΣΥΡΙΖΑ, καθότι και οι δυο γυναίκες. Δηλαδή ασθενές φύλο, κοκ. Μάλιστα, πολύ ωραία. Αν όμως τα νερά ή τα χαστούκια είχαν πάρει τον Πάκη ή το συντονιστή της συζήτησης (κάτι που άνετα θα συνέβαινε αν είχαν προκαλέσει τον θερμόαιμο Κασιδιάρη, όπως έκαναν οι γυναίκες της παρέας); Θα ήταν αποτέλεσμα του χυδαίου ρατσισμού έναντι των ασπρομάλληδων, ή του πασίγνωστου ρατσισμού σε βάρος των συντονιστών τηλεοπτικών συζητήσεων, που διέπει την παλιοκενωνία μας; Αποτελώντας ένα ακόμα παράδειγμα καταδικαστέας «ρατσιστικής βίας»; Έχω την εντύπωση ότι, κάπου εδώ, εισερχόμαστε – αν δεν έχουμε ήδη μπει, με τα τσαρούχια – στη λογική του παραλόγου. Και, για να γινόμαστε πιο σαφείς, ενός κακώς εννοούμενου «αριστερού» παραλόγου, ενός παραλογισμού,  που βασιλεύει σε αυτή τη χώρα. Και που κερδίζει συνεχώς έδαφος. Ενός παραλογισμού που, προκειμένου να εξυπηρετήσει κάποιες ψευτοϊδεολογικές σκοπιμότητες, δεν διστάζει να ξεφύγει σε διαδρομές στις οποίες ο οιοσδήποτε έχων σώας τας φρένας αδυνατεί να ακολουθήσει. Διαδρομές οι οποίες κάποια στιγμή οδηγούν, μαντέψτε που: στη βία. Όχι βεβαίως στην παλαιάς κοπής, φασιστική, συμπλεγματική, μικροαστική βία της ΧΑ. Όχι. Μας πάνε ντιρέκτ στην «ψαγμένη» βία. Τη «δική μας», μη ρατσιστική, βία. Μας οδηγούν στη βία των «ιδεολόγων» νεαρών που έκαψαν την Αθήνα το Δεκέμβρη του ’08, στην «επαναστατική», «προχώ» βία των μπαχαλάκηδων και κουκουλοφόρων που παρεισφρέουν σε κάθε διαδήλωση στην Αθήνα. Οπότε, κατανοητή η αδυναμία του δεύτερου αυτή τη στιγμή κόμματος της χώρας να καταδικάσει τη βία της ΧΑ. Δεν είχε, στο ψήφισμα της Βουλής, τη σωστή, «ρατσιστική» απόχρωση, που θα την ξεχώριζε από τις άλλες, τις λιγότερο βίαιες βίες.