26 Ιαν 2014

To κυνήγι



Χαμός αυτό τον καιρό στην κατά τα άλλα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας Άρτα. Αφορμή; Ένας δάσκαλος σε ένα δημοτικό σχολείο που κατηγορείται ότι έβαζε άλλους μαθητές να χτυπούν συμμαθητή τους. Ένα περιστατικό, που κάνει το γύρο των ΜΜΕ και κουβεντιάζεται ανά την Ελλάδα. Η μιντιακή προβολή του, καθώς και η συνολική καταδίκη της στάσης των συναδέλφων του δασκάλου που έσπευσαν να τον υπερασπιστούν, μου έφεραν στο νου μια εξαιρετική δανέζικη ταινία. 
Η ταινία κινείται γύρω από τον Lucas, έναν παιδαγωγό σε ένα νηπιαγωγείο που κατηγορείται από ένα κοριτσάκι, κόρη του καλύτερού του φίλου, το οποίο μπέρδεψε μια ανάλογη φωτογραφία που του είχε δείξει ο μεγαλύτερος αδερφός του με την πραγματικότητα, ότι της έδειξε τα γεννητικά του όργανα. Αμέσως ο Lucas καλείται από τους ανωτέρους του να δώσει εξηγήσεις και παρότι αρνείται κατηγορηματικά ότι θα έκανε κάτι τέτοιο και το κοριτσάκι στα όσα το ίδιο λέει δείχνει εμφανώς μπερδεμένο, η καταδίκη του από πλευράς της κοινότητας στην οποία ζει και η απομόνωσή του, είναι αμείλικτη. Σκαλί σκαλί η ζωή του καταστρέφεται, αποσυντίθεται, γίνεται τόσο ο ίδιος όσο και δικοί του άνθρωποι στόχος βιαιοτήτων, εμφανίζονται κι άλλα παιδάκια που λένε ότι τα κακοποίησε στο υπόγειο του σπιτιού του (παρότι το σπίτι του δεν είχε ποτέ υπόγειο) και ο κατήφορος, δεν έχει τελειωμό. 
Χαρακτήρισα την ταινία εξαιρετική γιατί ανατέμνει, μέσα από την ιστορία του Lucas, μια κοινωνία βαθιά ενοχική, με χίλια δυο δικά της συμπλέγματα, συμπλέγματα ανεπάρκειας απέναντι ιδίως στα νεότερα μέλη της, που εξαιτίας τους αντιδρά σπασμωδικά, τυφλά, στην παραμικρή υπόνοια ότι μπορεί να βλάφτηκε ένα παιδί. Μια κοινωνία μη υγιής, που προκειμένου να αναπληρώσει διάφορα καθαρά δικά της ελλείμματα δαιμονοποιεί, ρίχνει στην κοινωνική πυρά έναν άνθρωπο σαν για να ξορκίσει τις δικές της φοβίες, τις δικές της ενοχές, τις δικές της ανασφάλειες. Δεν θέλω να πω, με όλα αυτά, ότι ο δάσκαλος της Άρτας είναι αθώος - ό, τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό. Απλώς, ότι τέτοια περιστατικά και η αντιμετώπισή τους από τα ΜΜΕ και τον κοινωνικό περίγυρο μπορεί κάποιες φορές να λένε πολλά περισσότερα για την ίδια την κοινωνία, παρά για τον κάθε συγκεκριμένο δάσκαλο.

18 Ιαν 2014

Γυρίζοντας στο σήμερα

Απαγόρευση καπνίσματος στην Ελλάδα. Μια σαπουνόπερα όχι όπως τα γνωστά «τούρκικα» αλλά αμιγώς ελληνικής παραγωγής. Με άγνωστο μέχρι στιγμής αριθμό επεισοδίων και μεγάλο, εντυπωσιακό καστ θεριακλήδων. Και μια ακόμη αντικαπνιστική εγκύκλιο να φεύγει αυτό τον καιρό από το υπουργείο Υγείας προς άπαντες τους «αρμόδιους φορείς», για να εφαρμοστεί μια ανεφάρμοστη νομοθεσία.

Ελλείψει δημοτικών αστυνομικών που δεν υφίστανται πλέον, το βάρος των ελέγχων θα πέσει σε «κλιμάκια ελέγχου» διαφόρων ανά τη χώρα υγειονομικών υπηρεσιών. Και το έργο, συνεχίζεται. Ένα έργο που ξεκίνησε πριν αρκετά χρόνια, με την Ελλάδα που «έσβηνε το τσιγάρο». Και πέρασε μια περίοδο ακμής με υποτιθέμενους ελεγκτικούς μηχανισμούς που θα απλώνονταν στη χώρα, μέτρα περιορισμού των καπνιζόντων μέχρι και στους ναούς αυτούς του νεοελληνικού πολιτισμού που λέγονται κέντρα διασκέδασης, με φουτουριστικές διαχωριστικές κατασκευές. Μια περίοδος όπου πραγματικά θαμπώνονταν κανείς από τις εξαγγελίες, τις λεπτομέρειες στις οποίες έφταναν τα λαμβανόμενα μέτρα, τις προσεκτικές διατυπώσεις της νομοθεσίας, τους μικρούς στρατούς φροντισμένων ελεγκτών. Αλλά που ύστερα από τη σύντομη αυτή λάμψη, ήρθε η κατάπτωση. Αργά αλλά με βαριά, καθοριστικά βήματα τα κρυμμένα τασάκια ξαναβγήκαν στην επιφάνεια, οι έλεγχοι ατόνησαν μέχρι που μας άφησαν χρόνους, οι καπνιστές με φρέσκια όρεξη ανακατέλαβαν, μετά από ένα πολύ σύντομο διάλειμμα εφαρμογής του νόμου, τους δημόσιους χώρους. Πανηγυρικά και άνευ ιδιαίτερης φασαρίας. 

Το χειρότερο με όλα αυτά; Ανήκουν, σύσσωμα, σε έναν χρόνο τετελεσμένο. Παρελθόντα. Ένα κράτος, που λειτουργεί με χρονοβόρες στην εφαρμογή τους, βαρετές και αλλεπάλληλες εγκυκλίους. Μια χώρα, οι πολίτες της οποίας περιμένουν από εγκυκλίους. Και ύστερα τα κλιμάκια. Τα πρόστιμα, τους καβγάδες. Τους συνδέσμους εστιατόρων, ιδιοκτητών καφέ ή όποιους άλλους να φωνάξουν στα ΜΜΕ ότι αν εφαρμοστεί η αντικαπνιστική νομοθεσία οι επιχειρήσεις τους θα μαραθούν. Παρότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, ΗΠΑ και Αυστραλία θα βρει κανείς και κράτη που λειτουργούν. Νόμους που εφαρμόζονται. Πολίτες που δεν περιμένουν κλιμάκια και πρόστιμα. Επαγγελματίες, εστιάτορες, ιδιοκτήτες καφέ ή μπαρ που κι αυτοί ως πολίτες σέβονται τους νόμους που ψηφίζονται από τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους – ιδίως όταν αφορούν στη δημόσια υγεία. Χωρίς να παίρνουν την όποια δυσάρεστη νομοθεσία στα χέρια τους, για να την ξανασερβίρουν σαν εξωτικό κοκτέιλ: πασπαλισμένη με εκφράσεις και δάκρυα απόγνωσης, εμπλουτισμένη με κραυγές διαμαρτυρίας, διανθισμένη με σενάρια καταστροφής.

Μια υπόθεση του χθες – η αντικαπνιστική νομοθεσία – που με κάθε της επανάκαμψη σαν να μας γυρίζει ακόμα πιο πίσω, σ’ ένα παρωχημένο προχθές. Μια χώρα – η Ελλάδα – σ’ ένα δύσκολο μεταίχμιο, μεταξύ ενός ανεξάντλητου παρελθόντος κι ενός παρόντος που όλο και φεύγει μπροστά. Και, στη μέση, όσοι, καπνιστές ή μη, θα ήθελαν να γυρίσουν τα ρολόγια τους στο σήμερα. Και ξέρουν ότι αν δεν βάλουν κι αυτοί ένα χεράκι, δεν θα τα γυρίσει καμία εγκύκλιος, κανένα κλιμάκιο ή βλοσυρός ελεγκτής για λογαριασμό τους. 

*γράφτηκε για την Parallaxi εδώ

24 Δεκ 2013

Μια βίαιη ενηλικίωση

Ελλάδα,  αφήνοντας το 2013 για να έρθει το «νέον έτος» μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα, όχι και τόσο γιορτινή. Περισσότερο καπνισμένη από τζάκια, που πασχίζουν να σπάσουν την κρυάδα της εξαθλίωσης. Εξαθλίωσης όχι αποκλειστικά και μόνον οικονομικής. Μετά τα όσα διαδραματίστηκαν, σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση με τον bon viveur Μιχάλη Λιάπη, αγαπημένο ανιψιό του «εθνάρχη» μας, ο έτερος ανεπάγγελτος ανιψιός, που χρημάτισε και πρωθυπουργός - έπρεπε να το πιει αυτό το πικρό ποτήρι, να βγάλει την υποχρέωση απέναντι στη χώρα - στις Άλπεις για τις γιορτές. Ο άλλος, ο  υπουργός του, προτίμησε πιο θερμά κλίματα στην εξωτική Μαλαισία. Και οι υπήκοοι-ψηφοφόροι στην καθόλου εξωτική Ελλάδα όσο ο ένας θα κάνει το σκι του κι ο άλλος θα κολυμπά, τρέχουν για τα τέλη κυκλοφορίας τους, τα χαράτσια τους, την εφορία τους, να κλείσουν τις υποχρεώσεις της χρονιάς. 

Οι άνθρωποι που χρεοκόπησαν αυτή τη χώρα, διαλύοντας τις κοινωνικές δομές της, βυθίζοντας στην αθλιότητα τους ανθρώπους της, καταστρέφοντας ολόκληρες γενιές, ζωές, δεν ζήτησαν ποτέ μια απλή συγγνώμη - ούτε ένας εξ αυτών. Δεν έδειξαν ακόμα και μπροστά στις πιο σκληρές εικόνες ανθρωπιστικής καταστροφής να νιώθουν την παραμικρή ενοχή για το που κατέληξε, υπό τις εντολές τους, υπό τη διαχείρισή τους, η Ελλάδα. Ο Κώστας Καραμανλής, επέλεξε να «εξαφανιστεί». Τα ΜΜΕ, επέλεξαν να τον «εξαφανίσουν» τον ίδιο και τα πέντε χρόνια πρωθυπουργίας του ώστε να μπορεί να ταξιδεύει στις χριστουγεννιάτικες Άλπεις, να ζει στη χώρα που ο ίδιος οδήγησε στη χρεοκοπία αμέριμνος, ανενόχλητος από θυμωμένους υπηκόους-ψηφοφόρους. Προστατευμένος από την πραγματική ζωή, από πραγματικούς, εργαζόμενους (ή μη) ανθρώπους, από πραγματικά συναισθήματα. Τόσο ο ίδιος, ως πρωταίτιος, όσο και οι λοιποί υπαίτιοι της καταστροφής. Εκτός αν τύχει - από ατυχία ή από «κάρφωμα» - να πέσουν σαν κοινοί εγκληματίες στα χέρια της αστυνομίας, όπως ο ξάδερφος και να αποκαλυφθεί για λιγάκι, όσο πατάει η γάτα, ένα μικρό δείγμα της παρακμιακής, ηθικά τελματωμένης τους ύπαρξης.
Ίσως το χειρότερο σε αυτή την ιστορία κατάρρευσης, που ζούμε από την άνοιξη του 2010 να 'ναι αυτό. Ότι συνυπάρχουν, σε μια τόσο μικρή, τόση δα χώρα, δυο τόσο αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι: αυτός των Άλπεων, της Μαλαισίας και ο άλλος, που ξέρουμε όλοι. Σαν η ίδια η ιστορία να θέλησε να μας εκδικηθεί για τον τόσο άδοξο, αντιηρωικό θάνατο των ιδεολογιών επανεμφανίζοντας μπροστά στα έκπληκτα, αθώα, μεταμοντέρνα μάτια μας, τρίβοντάς μας κυριολεκτικά στα μούτρα τις συνθήκες ακραίων ανισοτήτων, απάνθρωπων αδικιών, αναίτιας ένδειας μέσα από τις οποίες γεννήθηκαν και θέριεψαν οι κοινωνικές διεκδικήσεις, τα κινήματα, τα ιδεολογικά οράματα του παρελθόντος. Φέρνοντάς μας μπροστά σε μια βίαιη ενηλικίωση. Are we up to the task?
*γράφτηκε για την Parallaxi, εδώ

10 Νοε 2013

Φθινοπωρινή λίμνη

Η Κερκίνη, μια τεχνητή λίμνη ούτε μια ώρα από τη Θεσσαλονίκη, παρότι ανθρώπινο και όχι φυσικό δημιούργημα, αποτελεί μοναδικό υδροβιότοπο με πάνω από τριακόσια είδη πουλιών αλλά και τον μεγαλύτερο πληθυσμό βουβαλιών στην Ελλάδα (τα λέω κι εδώ, σε μια άλλη επίσκεψη στην ανοιξιάτικη Κερκίνη). Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς ή άλλοι την επισκέπτονται αυθημερόν για μια βόλτα, ίσως λίγη ιππασία με τα πολλά ενοικιαζόμενα άλογα που κυκλοφορούν και φαγητό. Έτσι χάνουν όμως την ευκαιρία να ζήσουν για λιγάκι τα πολύ περιποιημένα χωριά πέριξ και τη δυνατότητα για δραστηριότητες άλλες: ποδηλατάδες, βαρκάδες, περιήγηση με κανό και όσα άλλα μπορεί και θέλει κανείς να κάνει για να ξεχάσει ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να επιστρέψει στο κλεινόν άστυ.

Μια μικρή βόλτα με το ποδήλατο σε περνάει από τοπία που κατά κανόνα στο βάθος περιλαμβάνουν κάποια από τα αμέτρητα βουβάλια της περιοχής να βόσκουν, πριν ορισμένα από αυτά καταλήξουν σε κάποια γάστρα, ως έδεσμα.


Στο ομώνυμο χωριό, την Κερκίνη, η ανθρώπινη παρουσία ευπρεπέστατη, με σπιτάκια με τακτοποιημένους κήπους γεμάτους λουλούδια και ανθρώπους λιτούς, λιγόλογους, σαν να φοβούνται μη χαλάσουν την ησυχία του μέρους.


Το αγροτικό τοπίο σε ακολουθεί, με κάθε βήμα.


Αυτό που πραγματικά σε φέρνει σε μια κάποια επαφή με τη ζωή της Κερκίνης, τα αμέτρητα είδη πουλιών που έχουν βρει εδώ το σπίτι τους; Μια βαρκάδα. Για να δεις, ας πούμε, τους αργυροπελεκάνους να ανταλλάσσουν τα πρωινά νέα.


Η περιοχή, γεμάτη Σκοπιανούς και Βούλγαρους που έρχονται για να χαρούν τη φύση και φυσικά να ψαρέψουν. Ιδού και το όρος Μπέλες (Κερκίνη στο ελληνικό του) που ορίζει τα σύνορά μας με τη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ, να ξεπροβάλλει - η κορυφή του - πάνω απ' το πρωινό σύννεφο.


Όταν το σύννεφο διαλύεται, το όρος αποκαλύπτεται. Χωρίς στο παραμικρό να διαταράξει την ειρήνη τη δική σου ή των φτερωτών κατοίκων της πρωινής λίμνης.


Η έστω διήμερη παραμονή σε ένα τέτοιο μέρος, σου κάνει πολλά. Κυρίως, σε μορφώνει. Όπως μόνο οι απλές, ανεπιτήδευτες αλήθειες ενός τέτοιου τοπίου μπορούν να το κάνουν.

4 Νοε 2013

Ας ξανασυστηθούμε

Αυτές τις  μέρες μια φωτογραφία δε μπορεί να βγει απ' το νου μου. Ένα γλυκό, χαμογελαστό  παιδάκι αγκαλιάζει την αδερφή του, ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Down, σε μια φωτογραφία μαζί με φίλους του. Μεγαλώνοντας, σπούδασε φυσιοθεραπευτής το παιδάκι αυτό και πήρε την αδερφή του υπό την προστασία του. Μέχρι ένα βράδυ, προχτές. Που επειδή το παιδάκι αυτό, νεαρός πια βρισκόταν στο λάθος μέρος, τη λάθος ώρα, έξω από τα γραφεία της λάθος οργάνωσης, γαζώθηκε από άγνωστους. Που τον αποτελείωσαν με μια χαριστική βολή στο κεφάλι. Ναι, η φωτογραφία ήταν του Γιώργου Φουντούλη, από το facebook.
Ο Γιώργος, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, έπαψε να ‘ναι όλα τα παραπάνω και πολλά περισσότερα  που συμπλήρωναν το ψηφιδωτό της  προσωπικότητάς του. Και έγινε ένας ακόμα κρίκος σε μια αλυσίδα αίματος που οι άνθρωποι δεν έχουν ονόματα, οικογένειες, ηλικία παρά μόνο ταμπέλες, που κρύβουν από τα μάτια κάποιων συμπολιτών τους όλη τους την ύπαρξη: «τρομοκράτης», «Χρυσαυγίτης», «δικός μας», «δικός τους», «φασίστας», «φιλελές», «κομμούνι» και πάει λέγοντας. Μια αλυσίδα, που έχει απλώσει και ολοένα απλώνει στη χώρα. Και την έχει ζώσει.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο ο Παύλος Φύσσας, ένας καλλιτέχνης της ραπ, μαχαιρώθηκε στην καρδιά από έναν θερμοκέφαλο σε έναν δρόμο της Αμφιάλης. Γι’ αυτόν τον θερμοκέφαλο ο Παύλος δεν ήταν ο Παύλος. Ήταν ένας «Αριστερός».
Τον Μάιο του 2010 η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου εγκλωβίστηκαν και ξεψύχησαν  μέσα σε μια τράπεζα, από βόμβες μολότοφ  που τους πέταξαν κάποιοι από  τη διαδήλωση που περνούσε απ’  έξω. Για αυτούς τους κάποιους η Παρασκευή, ο Επαμεινώνδας και η Αγγελική δεν ήταν η Παρασκευή, ο Επαμεινώνδας και η Αγγελική. Ήταν «απεργοσπάστες»  που έπρεπε να τιμωρηθούν με την  αυστηρότερη των ποινών, αυτή του  θανάτου, για την επιλογή τους – που δεν ήταν καν δική τους – να βρίσκονται εκείνες τις ώρες μέσα στην τράπεζα. Κάπως όπως και  ο Παύλος ήταν «Αριστερός» και ο Γιώργος, για τους εκτελεστές του, «Χρυσαυγίτης». Και όχι ένας νεαρός που μέσα στα αδιέξοδά του – τα τεράστια, ασφυκτικά, βασανιστικά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει στη χρεοκοπημένη Ελλάδα η γενιά του – στράφηκε σε μια ακροδεξιά, εθνικιστική οργάνωση αναζητώντας μια κάποια ταυτότητα, μια κάποια απάντηση, μια κάποια διέξοδο στα ερωτήματά του.
Τον Δεκέμβρη του 2008 ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος  ξεψύχησε σε ένα πεζοδρόμιο των Εξαρχείων  πυροβολημένος εν ψυχρώ από έναν ειδικό φρουρό, για τον οποίο ο  Αλέξανδρος ήταν ένας «αναρχικός». Και  όχι ένα δεκαπεντάχρονο παιδί  που είχε βγει βόλτα με ένα φίλο του σε μια κεντρική συνοικία των  Αθηνών. Κάπως όπως η Παρασκευή, ο  Επαμεινώνδας και η Αγγελική ήταν «απεργοσπάστες», ο Παύλος «Αριστερός» και ο Γιώργος «Χρυσαυγίτης». 
Τον Ιανουάριο  του 2009  ένας νεαρός αστυνομικός  είκοσι ενός ετών, ο Διαμαντής Μαντζούνης, γαζώθηκε από άγνωστους στα Εξάρχεια. Σε αντίθεση με όλους τους προαναφερθέντες, ο Διαμαντής τη γλίτωσε. Και, κάποια στιγμή, παρά τα τραύματά του, κατάφερε και πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο. Γι’ αυτούς που τον γάζωσαν, ο  Διαμαντής δεν ήταν ο Διαμαντής. Ήταν ο «μπάτσος». Κάπως όπως η Παρασκευή, ο Επαμεινώνδας και η Αγγελική ήταν «απεργοσπάστες», ο Παύλος «Αριστερός», ο Γιώργος «Χρυσαυγίτης» και ο Αλέξανδρος «αναρχικός». 
Όλοι τους, κρίκοι στην αλυσίδα. Μια  μαύρη, κατάμαυρη αλυσίδα μισαλλοδοξίας που πρέπει να σπάσει αν θέλουμε, στη χώρα αυτή, να ξαναβρούμε τα ονόματά μας, τα πρόσωπά μας. Τα δικά μας, αλλά κυρίως των άλλων. Να ξανασυστηθούμε.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

3 Νοε 2013

Μέρες βήτα εξώστη

Πριν κάποιο καιρό είχα παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Gilles Jacob, τον άνθρωπο στο τιμόνι του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών από το 1978. Δεν θα επιχειρήσω να μετρήσω πόσους διευθυντές άλλαξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης από το 1978. Δεν θα είχε νόημα. Άλλωστε, θα έσπευδε κανείς να σημειώσει εδώ δεν υπάρχει  - στη χώρα αυτή - συνέχεια στην Υγεία, την Παιδεία, με κάθε κυβέρνηση από καταβολής ελληνικών κυβερνήσεων να βγάζει τους «άλλους» και να βάζει τους «δικούς της», τα δικά της πλάνα, τα δικά της μέτρα και σταθμά με κάθε άνοδο στην εξουσία θα υπάρχει σε ένα ταπεινό, ταπεινότατο για μια χώρα όπου ο πολιτισμός δεν αποτελεί, δεν αποτελούσε ποτέ πρώτη προτεραιότητα των κυβερνώντων της, φεστιβάλ κινηματογράφου; Απορία εύλογη, χωρίς καμιά αμφιβολία.
Ούτε νομίζω θα μονοπωλούν την τελετή έναρξης του φεστιβάλ των Καννών με ανάλατες, ανιαρές ομιλίες υπουργοί, σύμβουλοι παρά τω πρωθυπουργώ και άλλοι καρεκλοκένταυροι που έχουν όση σχέση με την καλλιτεχνική δημιουργία και τον κινηματογράφο όση ο γράφων με το χόκεϊ επί χόρτου. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε πάλι κανείς να πει έλα τώρα, ξέρεις ότι η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα. Ναι, είναι μια μικρή χώρα η Ελλάδα. Καμιά φορά, μικρότερη απ' ό, τι είναι στην πραγματικότητα. Σε σημείο να ανοίγει τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, πάλι στη Θεσσαλονίκη πριν λίγο καιρό ένας ρασοφόρος, ο νούμερο ένα της εκκλησίας στην πόλη, ο μητροπολίτης Άνθιμος, κάνοντάς σε να αναρωτιέσαι τι είδους ιδιαίτερη ή προνομιακή σχέση μπορεί να έχει με το βιβλίο αυτός ο μαυροφορεμένος γέρων για να γίνεται κάτι τέτοιο. Και το φεστιβάλ κινηματογράφου υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι. Όχι γιατί είναι σινεφίλ, άνθρωποι του σινεμά, όπως ούτε ο Άνθιμος ήταν ποτέ γνωστός ως βιβλιόφιλος, αλλά επειδή έτσι προστάζει το πρωτόκολλο.
Φέτος, υπήρχε και μια ιδιαιτερότητα, κάτι καινούργιο στην επικράτεια των πρωτόκολλων. Οι άνθρωποι αυτοί, ο υπουργός - ο υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού που τον εκπροσωπούσε - και οι συν αυτώ εκπροσωπούν όχι μια ακόμα ελληνική κυβέρνηση αλλά μια κυβέρνηση που έκλεισε την ΕΡΤ, έναν μεγάλο, συνεπή, πολύτιμο αιμοδότη του ελληνικού κινηματογράφου, τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα την ελληνική κινηματογραφία. Εκπροσωπούν μια κυβέρνηση που σαν να μην έφτανε αυτό έβαλε και επίσημο «Χορηγό Επικοινωνίας» του φετινού φεστιβάλ το αποκρουστικό, αναχρονιστικό κατασκεύασμα που αναγκάστηκε μετά από διαταγή του ΣτΕ να βάλει στη θέση της καταργηθείσας δημόσιας τηλεόρασης, τη ΔΤ.
Μέσα σ’ όλα αυτά ακούει κανείς ότι στην τελετή έναρξης κάποιοι «επίσημοι» αποδοκιμάστηκαν από τους παριστάμενους, σε μια ατμόσφαιρα που θύμιζε εποχές του περίφημου Β’ Εξώστη. Ε, καιρός ήταν.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

19 Οκτ 2013

Ένα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη

Αυτές τις μέρες ο γράφων βρέθηκε στην Αθήνα. Και είπε να κάνει  μια βόλτα από την αγορά. Μην πάει ο νους σας σε τίποτα Ερμού. Μιλάω για την αγορά της όπως ήταν καμιά εικοσιπενταριά αιώνες πίσω.Την Αρχαία Αγορά. Καταρχήν, προσέγγιση του χώρου από τα ψηλά, να δούμε περί τίνος πρόκειται. Πλαισιωμένη από ένα αχανές τσιμεντόδασος βλέπεις τη δεντρόφυτη αυτή όαση, που εκτείνεται από τη Στοά του Αττάλου στα δεξιά μέχρι το Ναό του Ηφαίστου που ίσα που διακρίνεται στ' αριστερά.


Ας κατηφορίσουμε. Ο πεζόδρομος έξω απ' την αγορά γεμάτος ένδοξους απόγονους των Αρχαίων που απολαμβάνουν τη φραπεδιά τους, κάτω απ' τον αττικό ήλιο. Η είσοδος στην αγορά, μια καγκελόπορτα που δεν την πιάνει το μάτι σου. Και ορθάνοιχτη, δεν τη λες. Ίσα που χωράς, αν το παράκανες με τα χθεσινά σουβλάκια. 


Αριστερά όπως μπαίνεις, το ταμείο. Τέσσερα ευρώ η είσοδος, και αποζημιώνεσαι μετά με το παραπάνω. Αυτό που κάπως σου κάνει εντύπωση, ότι όλοι οι απ' έξω προτίμησαν να καταβάλουν το ανάλογο ποσό για έναν ακόμη καφέ αλλά όχι για να μπουν σ' αυτόν τον μαγικό τόπο. Ναι, με την εξαίρεση κάποιων ξεναγών και των φυλάκων, ήμουν ο μόνος Έλληνας. Παρέα μου, όλες οι φυλές της γης. Πλην της δικής μας.


Λίγα βήματα από το ταμείο σε περιμένει, ωραιότατα διατηρημένος, ο Ναός του Ηφαίστου. Περίπτερος ναός, δωρικού ρυθμού λέει η ταμπελίτσα εμπρός του. Τώρα, βλέποντας αυτό το "περίπτερος" μη φανταστείς ότι μέσα πουλούσαν τσιγάρα, σοκολάτες, εφημερίδες και τα τοιαύτα. Έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική του, και σημαίνει ότι ο κύριος εσωτερικός του χώρος περικλείεται από μια σειρά κίονες. 


Μιλάμε για τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στην Ελλάδα, που στο εσωτερικό του έβρισκε κανείς χάλκινα αγάλματα του Ήφαιστου και της Αθηνάς. Και όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας, έτσι ώστε όλα αυτά τα αριστουργήματα να αποκτήσουν τον ακαλαίσθητο τσιμεντένιο τους διάκοσμο, εδώ, σ' αυτό τον ναό, κοινοποιήθηκε το σχετικό βασιλικό διάταγμα. 


Συνεχίζοντας, φτάνεις εδώ. Μπορεί σήμερα να μη σου γεμίζει το μάτι, όμως βλέπουμε το Βουλευτήριο, όπου συνεδρίαζε το νομοπαρασκευαστικό σώμα της Αρχαίας Αθήνας, η Βουλή των Πεντακοσίων. Αποτελούμενη από κληρωτούς πολίτες, πενήντα από κάθε μια από τις δέκα αθηναϊκές φυλές, προετοίμαζε τα νομοσχέδια τα οποία εν συνεχεία υποβάλλονταν για ψήφιση στην Εκκλησία του Δήμου.


Άποψη της αγοράς καθ' οδόν προς το κεντρικό της κομμάτι, τη Στοά του Αττάλου.


Τι ήταν η Στοά του Αττάλου; Τόπος συνάντησης, περιπάτου και εμπορικό κέντρο της εποχής. Όταν λέμε εμπορικό κέντρο, μην πάει ο νους σας σε τίποτα Mall. Εδώ δεν θα έρθουμε για ρούχα ή παπούτσια της μοδός, αλλά να θαυμάσουμε ωραιότατα αγάλματα. 


Όπως αυτή η γυναίκα που ποζάρει με χάρη και το χέρι στη μέση. Σαφώς κομψότερη από την επώνυμη που ακολουθεί. Ποια η επώνυμη; 


Μα η Θέμις. Όχι η Μπαζάκα, η άλλη, η προσωποποίηση της δικαιοσύνης. Που όσο να 'ναι ασχολούμενη με την επιβολή της ηθικής τάξης, τους πονοκεφάλους της και τα άγχη της τα έχει, εξ ου και κάποια ενδεχόμενα κιλάκια. 


Η θέα από τον επάνω όροφο. Μπορεί να φανταστεί κανείς αρχαία ζευγαράκια να ρομαντζάρουν, ακουμπισμένα στα παράθυρα. Και, φυσικά, κάποια στιγμή θα θέλανε και να απομονωθούν απ' την πολυκοσμία. 


Τι καλύτερο λοιπόν από ένα μυστικό πέρασμα, να σαν αυτό που ανακάλυψα και με υπερηφάνεια παρουσιάζω. Έπαιρναν τα ζεύγη τα σκαλοπατάκια και μην τους είδατε. 


Το ωραίο με την Αρχαία Αγορά; Όπου και να κοιτάξεις, χαμηλά ή ψηλά, υπάρχει κάτι. Που σαν πέσει πάνω του η ματιά, δύσκολα το αφήνει. Έχει κάτι το μαγνητικό, ένα πράγμα πολύ ιδιαίτερο αυτό το μέρος. 


Καμιά φορά τα λόγια, είτε από τις επεξηγηματικές ταμπέλες μπροστά στα μνημεία είτε από μένα, περιττεύουν. Σαν να σου μιλάνε, από μόνα τους.


Και να η περίφημη Οδός των  Παναθηναίων, κεντρικότερος δρόμος της Αρχαίας Αθήνας, που όταν γιόρταζε η Πολιούχος Αθηνά, χαλούσε ο κόσμος: τι ιππικοί ή μουσικοί αγώνες, τι αγωνίσματα στίβου, το έλα να δεις γινόταν. Και πάνω που στεκόμουν προσπαθώντας να φανταστώ την κοσμοβοή, ακούστηκαν σφυρίχτρες. Και φωνές: "close time" φώναζαν επαναλαμβανόμενα, σφυρίζοντας οι φύλακες. Η ώρα, ούτε τρεις το μεσημέρι. Πλησίασα μια φύλακα και ρώτησα, μα τόσο νωρίς; Πάνω στο καλύτερο φως της μέρας, πάνω που η Αρχαία Αγορά σαν να ξαναζωντάνευε λουσμένη στον προαιώνιο αττικό ήλιο; "Δεν υπάρχει φύλαξη", απάντησε. "Σάματις κι εμάς που είμαστε εδώ, νομίζεις μας πληρώνουν;" 

10 Οκτ 2013

Με μια τροπολογία

Ναι, ξέρω, δεν πρέπει να γίνεται  αυτό. Να σταματά κανείς να σκεφτεί  όσα μας συμβαίνουν. Σαν να έχουμε υπογράψει ένα συμβόλαιο να μην  σκαλώνουμε στην τσουλήθρα που έχουμε μπει μέχρι να δούμε που θα βγάλει. Καμιά φορά, όμως, δεν αντέχεις. Και κάνεις μια βιαστική στάση να σκεφτείς. Αν χειρότερο κι από τη φτωχοποίηση, την ανεργία, τα ψέματα των πολιτικών-«σωτήρων» είναι κάτι άλλο, μη αναστρέψιμο δυστυχώς στις συνέπειές του, ιδίως για τις γενιές που έρχονται: το ξερίζωμα της καρδιάς αυτής της χώρας.
Το ότι κάποιοι απίθανοι τύποι, από τις εξαχρειωμένες εφεδρείες ενός ημιθανούς πολιτικού συστήματος, δευτεροκλασάτοι που περίμεναν την πτώση των «μεγάλων» ώστε να πάρουν σειρά για τη «σωτηρία της χώρας» θα έκλειναν τον εθνικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα, την ΕΡΤ, χωρίς ούτε καν μια συζήτηση στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αλλά με μια τροπολογία, σε ένα άσχετο νομοσχέδιο.
Ένα ραδιόφωνο, που σε ζέσταινε με την πεποίθηση ότι αυτή η έρμη χώρα διέθετε ακόμη πολιτισμό, έναν πολιτισμό ολόδικό της που σου γέμιζε το σπίτι, το αυτοκίνητο, τη ζωή με μελωδίες πολύ πάνω από την περιρρέουσα κακοφωνία, με φωνές ανθρώπων που τ’ αγαπούσαν όλο αυτό: την άλλη, αξιοπρεπή, ανέγγιχτη από τις αισθητικές του εφήμερου Ελλάδα που μετέφεραν μέσα από τις ραδιοσυχνότητες στα πέρατα της γης.
Μια τηλεόραση, που ήταν μακράν η μόνη που αντιστεκόταν στην επιδρομή μιας φτήνιας-Λερναίας Ύδρας, που χρόνια τώρα βρήκε τον ιδανικό βιότοπό της στους ιδιωτικούς σταθμούς. Οι οποίοι πριν λίγες μέρες, με την προσθήκη μερικών γραμμών σε ένα πολυνομοσχέδιο, έγιναν νόμιμοι και χωρίς καμία υποχρέωση απέναντι στο ελληνικό δημόσιο για τη χρήση των δημόσιων συχνοτήτων, περιουσίας του ελληνικού λαού, εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια.
Μέσα σε διάστημα μόλις λίγων μηνών, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: υποβάθμιση, σε βαθμό κλεισίματος ενός δημόσιου φορέα που κρατούσε τα μπόσικα, τα όποια μπόσικα απέναντι στην επέλαση της ευτέλειας και νομιμοποίηση, με συγχωροχάρτι για τις όποιες οικονομικές υποχρεώσεις τους, των ιδιωτικών παρόχων τηλεοπτικού προγράμματος για να συνεχίσουν να επιτελούν ανενόχλητοι το θεάρεστο έργο τους. Ασφαλτοστρώνοντας πλέον την οδό της γενετικά τροποποιημένης αμεριμνησίας, της λήθης, της παραίτησης από όλα όσα ξεφεύγουν από την επικράτεια του αγοραίου και θα μπορούσαν να παρασύρουν σε επικίνδυνες ατραπούς: να μην περιμένεις από τις ομιλούσες κεφαλές των «δελτίων ειδήσεων» να σου σχηματίσουν ολοστρόγγυλη την άποψη για τα πράγματα, να μην έχεις χαμηλώσει τόσο τον εσωτερικό πήχη ώστε να ξεκαρδίζεσαι με τα βιντεάκια του Θέμου.
Και, κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι σαν πολύ να κράτησε αυτή η στάση για σκέψη. Η ζωή συνεχίζεται. Παρότι θα έπαιρνες όρκο ότι έχει σταματήσει.
*Γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

26 Σεπ 2013

Blue Jasmine

Αν δεν υπήρχε ο Woody Allen, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Ένας σκηνοθέτης, που κατ' ουσίαν δεν σκηνοθετεί. Ή  έτσι δείχνει. Στις ταινίες του παρακολουθείς, χωρίς κράχτες και ενοχλητικούς μεσάζοντες, ζωές: με τα σκαμπανεβάσματά  τους, τις σχεδόν κωμικές αλλά και  λιγότερο νόστιμες στιγμές τους χωρίς  τις φασαριόζικες υπερβολές στις οποίες μας έχει συνηθίσει το αμερικανικό  σινεμά. Άλλωστε η ίδια η ζωή, αν την αφήσεις απείραχτη σου  φυλάει τις μεγαλύτερες συγκινήσεις. Αρκεί να την ακούσεις, σαν κάνεις απόλυτη ησυχία.
Η μόνη παρέμβαση που μπορείς να πεις ότι από τις πρώτες κιόλας ταινίες του σε περιμένει, πιστή  στο ραντεβού; Όλα αυτά δίνονται με μιαν απαράμιλλη τζαζ διάθεση που  επιτρέπει να απορροφηθείς από όσα  βλέπεις στο πανί, συχνά σε καταιγιστικό τέμπο, να συμβαίνουν σε άλλους κοινούς  και κατατρεγμένους θνητούς. Τρέχοντας  μαζί, να προλάβετε τους ρυθμούς  των ζωών τους.
Στη γλυκόπικρη "Blue Jasmine", συμβαίνει ακριβώς αυτό. Παρακολουθείς  τη ζωή μιας γυναίκας που τα έχασε  όλα. Μαζί και ένα αξιοσημείωτο κομμάτι  της προσωπικότητάς της, που το ψάχνει σε χάπια, αλλεπάλληλα μαρτίνι και  άλλα μαγικά τρικ που θα μπορούσαν  από κάπου να της εμφανίσουν τα χαμένα κομμάτια του παζλ. Κατά πρώτο  λόγο, βλέπεις την ανώμαλη προσγείωσή της από την "καλή κοινωνία" στον άχαρο, ρυπαρό, κουραστικό, ψυχοφθόρο  κόσμο των καθημερινών ανθρώπων.
Δεν μπορείς να μη νιώσεις  συμπάθεια για την ηρωίδα αυτή. Τον έκπτωτο, όχι άγγελο, αλλά αμέριμνο καταναλωτή. Που από τις ακριβές  λεωφόρους του Μανχάταν ξέπεσε στις φτωχογειτονιές των βιοπαλαιστών: ατελείωτων λαϊκών τύπων που πολιορκούν σαν  τις μύγες γύρω από τη λάμπα  την αδερφή της. Σαν να μην της  έφτανε η τσουλήθρα από τον  κόσμο του (πολύ) χρήματος στον πλανήτη  των συνηθισμένων ανθρώπων. Οι οποίοι παρελαύνουν σε μια σειρά από  έντεχνα σμιλευμένους "δεύτερους" χαρακτήρες που ουκ ολίγες φορές  κλέβουν την παράσταση, αποσπούν για λίγο το βλέμμα από τη, χαρισματική  όπως και να την κάνεις, πρωταγωνίστρια: το καλό, τακτοποιημένο πλην σεξουαλικά στερημένο παιδί στο πρόσωπο  του οδοντιάτρου-εργοδότη της, ο  λαϊκός οικοδόμος, πρώτος άντρας της  αδερφής της που θα αναδειχθεί σε ένα βαθιά τραγικό, ανθρώπινο  πρόσωπο στη ροή της ταινίας - ίσως πιο τραγικό και από την  ίδια τη Jasmine -, ο επόμενος σύντροφος  της εξαρτημένης από μια ανδρική  παρουσία δίπλα της αδερφής, μονίμως  μουντζουρωμένος από τον ημερήσιο κάματο αλλά γεμάτος καθαρά, απαστράπτοντα  αισθήματα. Και άλλοι, πολλοί, τόσο προσεκτικά πλασμένοι, τόσο αντιφατικοί - τη μια  τους φοβάσαι, στις εκρήξεις τους, την  άλλη θες να τους νοιαστείς, σαν τους παίρνουν τα κλάματα - που θα μπορούσαν  να κάθονται, πραγματικοί, στο κάθισμα  δίπλα.
Η όλη πλοκή, εξέλιξη και  κορύφωση της ταινίας, πλήρως αντιηρωική. Ηρωικά αντιηρωική. Δεν έρχεται το ρημάδι το happy end, στο οποίο τόσο μας  έχουν εθίσει αμέτρητες δημιουργίες  του αμερικανικού κινηματογράφου. Όπως πολλές φορές δεν έρχεται στις Jasmine του κόσμου τούτου. Και η ταινία σε αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση  ζωής. Ελάχιστα φιλτραρισμένης από  τον δημιουργό της, τόσο, όσο χρειάζεται για να βγεις από τη σκοτεινή αίθουσα  σιγοτραγουδώντας το Blue Moon.
* γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

21 Σεπ 2013

Ποιος τελικά φταίει για τη Χρυσή Αυγή;

Η δολοφονία ενός ανθρώπου σε μια γειτονιά του Κερατσινίου πριν πολύ λίγες μέρες ξεκίνησε ένα κυνήγι θησαυρού σε τηλεοράσεις, social media, εφημερίδες, γύρω από το πώς γεννήθηκε και πήρε τις διαστάσεις που πήρε, σαν κοινωνικό πρόβλημα, η Χρυσή Αυγή. Βλέπει κανείς μέχρι και ανθρώπους να δηλώνουν με καμάρι "όχι, εγώ δεν ήμουν εκεί, στο Σύνταγμα", θεωρώντας, μέσα στο χάος ερμηνειών, απόψεων, θεωριών ότι το φαινόμενο "Χρυσή Αυγή" ίσως και να βλάστησε με τα συνθήματα έξω από το Κοινοβούλιο, την εποχή των "Αγανακτισμένων".

Ε λοιπόν όχι. Για τη Χρυσή Αυγή δε φταίμε όσοι βγήκαμε στις πλατείες εκείνο τον Μάη του 2011. Ούτε όσοι, ένα χρόνο νωρίτερα, την άνοιξη της Μαρφίν, πλημμύρισαν τους αθηναϊκούς δρόμους για να διαμαρτυρηθούν γι' αυτό που ερχόταν. Για το ότι περισσότεροι από 400.000 άνθρωποι ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή στις τελευταίες εκλογές δε φταίνε όσοι προσπάθησαν και προσπαθούν, όπως μπορούσε και μπορεί ο καθένας, να αντιδράσουν στη βία που ασκήθηκε και ασκείται σε έντεκα εκατομμύρια ζωές, καταστρέφοντας, ναυαγώντας, διαβρώνοντας, ερειπώνοντάς τις.

Για το φαινόμενο "Χρυσή Αυγή" ευθύνεται το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα. Ένα πολιτικό σύστημα που αποτελείται από ανθρώπους που αδυνατούν να καθίσουν και να κουβεντιάσουν ψύχραιμα ακόμα και για να "καταδικάσουν τη βία απ' όπου κι αν προέρχεται". Ανθρώπους που τα έχουν τρία χρόνια τώρα χαμένα και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να κατηγορούν για τα δεινά μιας ολόκληρης χώρας ο ένας τον άλλο με ύβρεις, επιθέσεις, χαρακτηρισμούς. Κάνοντας ό, τι μπορούν για να δημιουργηθεί ένα κλίμα σύγχυσης και έντασης γύρω τους - με τη συνδρομή, εδώ, των μεγάλων τηλεοπτικών καναλιών, που ακούραστα ανεβάζουν τα "σόου" ασυνεννοησίας. Περιμένοντας, κατά δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού, ένα θαύμα της Παναγίας τον δεκαπενταύγουστο για να βγει η χώρα που οι ίδιοι οδήγησαν στην πτώχευση από τον λάκκο που έχει πέσει.

Αν η Χρυσή Αυγή είναι, κατά τη γνωστή έκφραση, το αυγό του φιδιού, το φίδι δεν είναι παρά ένα σαθρό, πανικόβλητο, ανεπαρκές, διάτρητο από τη διαφθορά, τους άτεγκτους κομματικούς μηχανισμούς αναξιοκρατίας, την οικογενειοκρατία, την κολλητοκρατία, πολιτικό σύστημα. Το ίδιο που έδιωξε και διώχνει καθημερινά πολίτες προς πάσα κατεύθυνση: προς χώρες του εξωτερικού, ακόμα και προς την κατεύθυνση μιας εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης.

Το ότι έφτασαν, σήμερα, πολίτες να κατηγορούν άλλους πολίτες επειδή αντέδρασαν στο βιασμό των ζωών τους θεωρώντας ότι αυτή η αντίδραση γέννησε και γιγάντωσε τη Χρυσή Αυγή, αποδεικνύει ένα πράγμα: πόσο αδυνατεί η ελληνική κοινωνία να συγκροτηθεί σε ώριμη, ψύχραιμη, σκεπτόμενη κοινωνία πολιτών, που θα γεννήσει καινούργια κοινωνικά κινήματα, νέες εκφράσεις της βούλησης των πολιτών που θα πάρουν τη θέση των πεθαμένων, μουμιοποιημένων κομμάτων της αντιπολίτευσης τα οποία υπερέβησαν προ πολλού την ημερομηνία λήξης τους.  

19 Σεπ 2013

H κοινοτοπία του Κακού

Η ασημαντότητα, η κοινοτοπία του Κακού. Κάπως έτσι θα μπορούσε να μεταφραστεί ελληνικά η περίφημη φράση της πολιτικής φιλοσόφου Hannah Arendt γύρω από τον Adolf Eichmann, τον Ναζί αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος για τα τρένα που μετέφεραν εκατομμύρια μελλοθάνατους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και του οποίου τη δίκη παρακολούθησε, ως ανταποκρίτρια του “New Yorker”, μεταπολεμικά στην Ιερουσαλήμ.Η άποψη της Arendt; Το Κακό δεν προέρχεται, δεν μας ήρθε στη γη από κάποιους άλλους πλανήτες, έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, πέραν της καθημερινής, θνητής ύπαρξής μας. Εκπροσωπείται και διαπράττεται από συνηθισμένους ανθρώπους, που αναθέτουν σε κάποιον άλλον να αποφασίσει για λογαριασμό τους περί καλού και κακού, περί σωστού και λάθους. O Eichmann το είχε αναθέσει στον Hitler, ο Γιώργος Ρουπακιάς στα πρωτοκλασάτα στελέχη-“καθοδηγητές” της Χρυσής Αυγής. Δεν θα έπρεπε δηλαδή να “ντύνουμε” το Κακό με εξωπραγματικές διαστάσεις, να του προσδίδουμε εξωγήινα, αλλόκοσμα χαρακτηριστικά.
Ο Γιώργος Ρουπακιάς ήταν απλώς ένας άνθρωπος που επέλεξε να επιλέγουν κάποιοι άλλοι γι' αυτόν. Και να γίνει εκτελεστικό τους όργανο. Παραδίδοντας τη νομοθετική εξουσία, τους ηθικούς νόμους που ρύθμιζαν τη ζωή του, που διέπουν τις ζωές όλων μας, σ' αυτούς. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο δηλαδή από έναν άνθρωπο που έδωσε τα κλειδιά του εαυτού του σε κάποιους άλλους, ποιος ξέρει για ποιους λόγους. Για ένα... χαρτζιλίκι όπως ο ίδιος είπε; Για την αίσθηση του ανήκειν σε μια κάποια ομάδα, ακόμη και μια περιθωριακή ακροδεξιά παραστρατιωτική οργάνωση, προκειμένου να μη μείνει μόνος σε ένα πεδίο μάχης, όπως γίνονται όλο και περισσότερες γειτονιές της Αθήνας, της Ελλάδας; Όλα αυτά χρήζουν διερεύνησης. Και ίσως να μας αφορούν περισσότερο, απ' όσο νομίζουμε. Γιατί το μείζον ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν πρέπει ή όχι να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Αλλά γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι παραδίδουν σ' αυτή ή σε όποια άλλη Χρυσή Αυγή προκύψει, αν η συγκεκριμένη τεθεί εκτός νόμου, τα νήματα της ζωής τους.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ