
Αυτό το διάστημα - φέτος δηλαδή - διδάσκω κοινωνιολογία στους φοιτητές ενός κολεγίου. Τα μαθήματα γίνονται στα αγγλικά και αυτά τα παιδιά, 18 και 19 χρόνων, όσο να' ναι δυσκολεύονται να εκφραστούν στην ξένη γλώσα, αλλά όποτε δίνεται η ευκαιρία μου τα λένε χύμα και τσουβαλάτα στη μητρική. Αυτό που βρίσκω ανεκτίμητο στην επαφή μου με τ' αγόρια και τα κορίτσια αυτά που έχουν τα μισά μου χρόνια και με φωνάζουν "κύριε", είναι η βιοθεωρία τους. Η πρώτη εντύπωση που έχω είναι ότι τα παιδιά αυτά δε μασάνε. Δε γουστάρουν υποκρισίες, πολλές-πολλές ευγένεις και υπεκφυγές. Και έχουν απίστευτα δυνατές κεραίες, τίποτα δεν περνά τις συμπληγάδες τους αν δεν είναι αυθεντικό. Όταν, αντίθετα, τους μιλά κανείς ανυστερόβουλα και απροκάλυπτα, είναι όλο αυτιά. Με μια λέξη, και παρά τα όσα πίστευα μέχρι πρόσφατα, αυτά τα παιδιά είναι αυθεντικά. Ζούνε βέβαια ακόμα το σοκ της διαπίστωσης ότι ποτέ δεν πρόκειται να προσαρμοστεί η κοινωνία σε αυτούς και ότι δυστυχώς πρέπει αυτοί - και μάλιστα ο καθένας τους ξεχωριστά - να προσαρμοστούν στην κοινωνία. Έχουν και μεγάλη οργή έναντι των πολιτικών και της πολιτικής όπως την ξέρουμε γενικότερα. Θα ήθελαν να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τα πράγματα που κάνουν όπως ακριβώς θέλουν. Προτιμούν δηλαδή να αλλάξει ο κόσμος κατά πως τον θέλουν παρά να αλλάξουν οι ίδιοι στο παραμικρό. Πιστεύουν μάλιστα ακράδαντα και ειλικρινά ότι αυτό είναι δυνατό και μάλιστα όχι και τόσο δύσκολο, αρκεί να μην τους πολυφωνάζουν οι μεγάλοι, να μην τους πρήζουν με συμβουλές και να μην τους γεμίζουν υποχρεώσεις. Το θαυμάζω αυτό, για όσο αντέξουν βέβαια. Γιατί κάποια στιγμή όλοι μας συνειδητοποιήσαμε ότι αν δε νοθεύαμε τη νεανική προσωπικότητά μας και τα πιστεύω της, δεν θα επιβιώναμε. Αυτά τα παιδιά ακόμη δεν το έχουν καταλάβει αυτό και πραγματικά το χαίρομαι κι εγώ μαζί τους, απολαμβάνω τη σοφή τους άγνοια.












