24 Δεκ 2013

Μια βίαιη ενηλικίωση

Ελλάδα,  αφήνοντας το 2013 για να έρθει το «νέον έτος» μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα, όχι και τόσο γιορτινή. Περισσότερο καπνισμένη από τζάκια, που πασχίζουν να σπάσουν την κρυάδα της εξαθλίωσης. Εξαθλίωσης όχι αποκλειστικά και μόνον οικονομικής. Μετά τα όσα διαδραματίστηκαν, σε πανελλήνια τηλεοπτική μετάδοση με τον bon viveur Μιχάλη Λιάπη, αγαπημένο ανιψιό του «εθνάρχη» μας, ο έτερος ανεπάγγελτος ανιψιός, που χρημάτισε και πρωθυπουργός - έπρεπε να το πιει αυτό το πικρό ποτήρι, να βγάλει την υποχρέωση απέναντι στη χώρα - στις Άλπεις για τις γιορτές. Ο άλλος, ο  υπουργός του, προτίμησε πιο θερμά κλίματα στην εξωτική Μαλαισία. Και οι υπήκοοι-ψηφοφόροι στην καθόλου εξωτική Ελλάδα όσο ο ένας θα κάνει το σκι του κι ο άλλος θα κολυμπά, τρέχουν για τα τέλη κυκλοφορίας τους, τα χαράτσια τους, την εφορία τους, να κλείσουν τις υποχρεώσεις της χρονιάς. 

Οι άνθρωποι που χρεοκόπησαν αυτή τη χώρα, διαλύοντας τις κοινωνικές δομές της, βυθίζοντας στην αθλιότητα τους ανθρώπους της, καταστρέφοντας ολόκληρες γενιές, ζωές, δεν ζήτησαν ποτέ μια απλή συγγνώμη - ούτε ένας εξ αυτών. Δεν έδειξαν ακόμα και μπροστά στις πιο σκληρές εικόνες ανθρωπιστικής καταστροφής να νιώθουν την παραμικρή ενοχή για το που κατέληξε, υπό τις εντολές τους, υπό τη διαχείρισή τους, η Ελλάδα. Ο Κώστας Καραμανλής, επέλεξε να «εξαφανιστεί». Τα ΜΜΕ, επέλεξαν να τον «εξαφανίσουν» τον ίδιο και τα πέντε χρόνια πρωθυπουργίας του ώστε να μπορεί να ταξιδεύει στις χριστουγεννιάτικες Άλπεις, να ζει στη χώρα που ο ίδιος οδήγησε στη χρεοκοπία αμέριμνος, ανενόχλητος από θυμωμένους υπηκόους-ψηφοφόρους. Προστατευμένος από την πραγματική ζωή, από πραγματικούς, εργαζόμενους (ή μη) ανθρώπους, από πραγματικά συναισθήματα. Τόσο ο ίδιος, ως πρωταίτιος, όσο και οι λοιποί υπαίτιοι της καταστροφής. Εκτός αν τύχει - από ατυχία ή από «κάρφωμα» - να πέσουν σαν κοινοί εγκληματίες στα χέρια της αστυνομίας, όπως ο ξάδερφος και να αποκαλυφθεί για λιγάκι, όσο πατάει η γάτα, ένα μικρό δείγμα της παρακμιακής, ηθικά τελματωμένης τους ύπαρξης.
Ίσως το χειρότερο σε αυτή την ιστορία κατάρρευσης, που ζούμε από την άνοιξη του 2010 να 'ναι αυτό. Ότι συνυπάρχουν, σε μια τόσο μικρή, τόση δα χώρα, δυο τόσο αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι: αυτός των Άλπεων, της Μαλαισίας και ο άλλος, που ξέρουμε όλοι. Σαν η ίδια η ιστορία να θέλησε να μας εκδικηθεί για τον τόσο άδοξο, αντιηρωικό θάνατο των ιδεολογιών επανεμφανίζοντας μπροστά στα έκπληκτα, αθώα, μεταμοντέρνα μάτια μας, τρίβοντάς μας κυριολεκτικά στα μούτρα τις συνθήκες ακραίων ανισοτήτων, απάνθρωπων αδικιών, αναίτιας ένδειας μέσα από τις οποίες γεννήθηκαν και θέριεψαν οι κοινωνικές διεκδικήσεις, τα κινήματα, τα ιδεολογικά οράματα του παρελθόντος. Φέρνοντάς μας μπροστά σε μια βίαιη ενηλικίωση. Are we up to the task?
*γράφτηκε για την Parallaxi, εδώ

10 Νοε 2013

Φθινοπωρινή λίμνη

Η Κερκίνη, μια τεχνητή λίμνη ούτε μια ώρα από τη Θεσσαλονίκη, παρότι ανθρώπινο και όχι φυσικό δημιούργημα, αποτελεί μοναδικό υδροβιότοπο με πάνω από τριακόσια είδη πουλιών αλλά και τον μεγαλύτερο πληθυσμό βουβαλιών στην Ελλάδα (τα λέω κι εδώ, σε μια άλλη επίσκεψη στην ανοιξιάτικη Κερκίνη). Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς ή άλλοι την επισκέπτονται αυθημερόν για μια βόλτα, ίσως λίγη ιππασία με τα πολλά ενοικιαζόμενα άλογα που κυκλοφορούν και φαγητό. Έτσι χάνουν όμως την ευκαιρία να ζήσουν για λιγάκι τα πολύ περιποιημένα χωριά πέριξ και τη δυνατότητα για δραστηριότητες άλλες: ποδηλατάδες, βαρκάδες, περιήγηση με κανό και όσα άλλα μπορεί και θέλει κανείς να κάνει για να ξεχάσει ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να επιστρέψει στο κλεινόν άστυ.

Μια μικρή βόλτα με το ποδήλατο σε περνάει από τοπία που κατά κανόνα στο βάθος περιλαμβάνουν κάποια από τα αμέτρητα βουβάλια της περιοχής να βόσκουν, πριν ορισμένα από αυτά καταλήξουν σε κάποια γάστρα, ως έδεσμα.


Στο ομώνυμο χωριό, την Κερκίνη, η ανθρώπινη παρουσία ευπρεπέστατη, με σπιτάκια με τακτοποιημένους κήπους γεμάτους λουλούδια και ανθρώπους λιτούς, λιγόλογους, σαν να φοβούνται μη χαλάσουν την ησυχία του μέρους.


Το αγροτικό τοπίο σε ακολουθεί, με κάθε βήμα.


Αυτό που πραγματικά σε φέρνει σε μια κάποια επαφή με τη ζωή της Κερκίνης, τα αμέτρητα είδη πουλιών που έχουν βρει εδώ το σπίτι τους; Μια βαρκάδα. Για να δεις, ας πούμε, τους αργυροπελεκάνους να ανταλλάσσουν τα πρωινά νέα.


Η περιοχή, γεμάτη Σκοπιανούς και Βούλγαρους που έρχονται για να χαρούν τη φύση και φυσικά να ψαρέψουν. Ιδού και το όρος Μπέλες (Κερκίνη στο ελληνικό του) που ορίζει τα σύνορά μας με τη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ, να ξεπροβάλλει - η κορυφή του - πάνω απ' το πρωινό σύννεφο.


Όταν το σύννεφο διαλύεται, το όρος αποκαλύπτεται. Χωρίς στο παραμικρό να διαταράξει την ειρήνη τη δική σου ή των φτερωτών κατοίκων της πρωινής λίμνης.


Η έστω διήμερη παραμονή σε ένα τέτοιο μέρος, σου κάνει πολλά. Κυρίως, σε μορφώνει. Όπως μόνο οι απλές, ανεπιτήδευτες αλήθειες ενός τέτοιου τοπίου μπορούν να το κάνουν.

4 Νοε 2013

Ας ξανασυστηθούμε

Αυτές τις  μέρες μια φωτογραφία δε μπορεί να βγει απ' το νου μου. Ένα γλυκό, χαμογελαστό  παιδάκι αγκαλιάζει την αδερφή του, ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Down, σε μια φωτογραφία μαζί με φίλους του. Μεγαλώνοντας, σπούδασε φυσιοθεραπευτής το παιδάκι αυτό και πήρε την αδερφή του υπό την προστασία του. Μέχρι ένα βράδυ, προχτές. Που επειδή το παιδάκι αυτό, νεαρός πια βρισκόταν στο λάθος μέρος, τη λάθος ώρα, έξω από τα γραφεία της λάθος οργάνωσης, γαζώθηκε από άγνωστους. Που τον αποτελείωσαν με μια χαριστική βολή στο κεφάλι. Ναι, η φωτογραφία ήταν του Γιώργου Φουντούλη, από το facebook.
Ο Γιώργος, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, έπαψε να ‘ναι όλα τα παραπάνω και πολλά περισσότερα  που συμπλήρωναν το ψηφιδωτό της  προσωπικότητάς του. Και έγινε ένας ακόμα κρίκος σε μια αλυσίδα αίματος που οι άνθρωποι δεν έχουν ονόματα, οικογένειες, ηλικία παρά μόνο ταμπέλες, που κρύβουν από τα μάτια κάποιων συμπολιτών τους όλη τους την ύπαρξη: «τρομοκράτης», «Χρυσαυγίτης», «δικός μας», «δικός τους», «φασίστας», «φιλελές», «κομμούνι» και πάει λέγοντας. Μια αλυσίδα, που έχει απλώσει και ολοένα απλώνει στη χώρα. Και την έχει ζώσει.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο ο Παύλος Φύσσας, ένας καλλιτέχνης της ραπ, μαχαιρώθηκε στην καρδιά από έναν θερμοκέφαλο σε έναν δρόμο της Αμφιάλης. Γι’ αυτόν τον θερμοκέφαλο ο Παύλος δεν ήταν ο Παύλος. Ήταν ένας «Αριστερός».
Τον Μάιο του 2010 η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου εγκλωβίστηκαν και ξεψύχησαν  μέσα σε μια τράπεζα, από βόμβες μολότοφ  που τους πέταξαν κάποιοι από  τη διαδήλωση που περνούσε απ’  έξω. Για αυτούς τους κάποιους η Παρασκευή, ο Επαμεινώνδας και η Αγγελική δεν ήταν η Παρασκευή, ο Επαμεινώνδας και η Αγγελική. Ήταν «απεργοσπάστες»  που έπρεπε να τιμωρηθούν με την  αυστηρότερη των ποινών, αυτή του  θανάτου, για την επιλογή τους – που δεν ήταν καν δική τους – να βρίσκονται εκείνες τις ώρες μέσα στην τράπεζα. Κάπως όπως και  ο Παύλος ήταν «Αριστερός» και ο Γιώργος, για τους εκτελεστές του, «Χρυσαυγίτης». Και όχι ένας νεαρός που μέσα στα αδιέξοδά του – τα τεράστια, ασφυκτικά, βασανιστικά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει στη χρεοκοπημένη Ελλάδα η γενιά του – στράφηκε σε μια ακροδεξιά, εθνικιστική οργάνωση αναζητώντας μια κάποια ταυτότητα, μια κάποια απάντηση, μια κάποια διέξοδο στα ερωτήματά του.
Τον Δεκέμβρη του 2008 ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος  ξεψύχησε σε ένα πεζοδρόμιο των Εξαρχείων  πυροβολημένος εν ψυχρώ από έναν ειδικό φρουρό, για τον οποίο ο  Αλέξανδρος ήταν ένας «αναρχικός». Και  όχι ένα δεκαπεντάχρονο παιδί  που είχε βγει βόλτα με ένα φίλο του σε μια κεντρική συνοικία των  Αθηνών. Κάπως όπως η Παρασκευή, ο  Επαμεινώνδας και η Αγγελική ήταν «απεργοσπάστες», ο Παύλος «Αριστερός» και ο Γιώργος «Χρυσαυγίτης». 
Τον Ιανουάριο  του 2009  ένας νεαρός αστυνομικός  είκοσι ενός ετών, ο Διαμαντής Μαντζούνης, γαζώθηκε από άγνωστους στα Εξάρχεια. Σε αντίθεση με όλους τους προαναφερθέντες, ο Διαμαντής τη γλίτωσε. Και, κάποια στιγμή, παρά τα τραύματά του, κατάφερε και πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο. Γι’ αυτούς που τον γάζωσαν, ο  Διαμαντής δεν ήταν ο Διαμαντής. Ήταν ο «μπάτσος». Κάπως όπως η Παρασκευή, ο Επαμεινώνδας και η Αγγελική ήταν «απεργοσπάστες», ο Παύλος «Αριστερός», ο Γιώργος «Χρυσαυγίτης» και ο Αλέξανδρος «αναρχικός». 
Όλοι τους, κρίκοι στην αλυσίδα. Μια  μαύρη, κατάμαυρη αλυσίδα μισαλλοδοξίας που πρέπει να σπάσει αν θέλουμε, στη χώρα αυτή, να ξαναβρούμε τα ονόματά μας, τα πρόσωπά μας. Τα δικά μας, αλλά κυρίως των άλλων. Να ξανασυστηθούμε.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

3 Νοε 2013

Μέρες βήτα εξώστη

Πριν κάποιο καιρό είχα παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για τον Gilles Jacob, τον άνθρωπο στο τιμόνι του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών από το 1978. Δεν θα επιχειρήσω να μετρήσω πόσους διευθυντές άλλαξε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης από το 1978. Δεν θα είχε νόημα. Άλλωστε, θα έσπευδε κανείς να σημειώσει εδώ δεν υπάρχει  - στη χώρα αυτή - συνέχεια στην Υγεία, την Παιδεία, με κάθε κυβέρνηση από καταβολής ελληνικών κυβερνήσεων να βγάζει τους «άλλους» και να βάζει τους «δικούς της», τα δικά της πλάνα, τα δικά της μέτρα και σταθμά με κάθε άνοδο στην εξουσία θα υπάρχει σε ένα ταπεινό, ταπεινότατο για μια χώρα όπου ο πολιτισμός δεν αποτελεί, δεν αποτελούσε ποτέ πρώτη προτεραιότητα των κυβερνώντων της, φεστιβάλ κινηματογράφου; Απορία εύλογη, χωρίς καμιά αμφιβολία.
Ούτε νομίζω θα μονοπωλούν την τελετή έναρξης του φεστιβάλ των Καννών με ανάλατες, ανιαρές ομιλίες υπουργοί, σύμβουλοι παρά τω πρωθυπουργώ και άλλοι καρεκλοκένταυροι που έχουν όση σχέση με την καλλιτεχνική δημιουργία και τον κινηματογράφο όση ο γράφων με το χόκεϊ επί χόρτου. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε πάλι κανείς να πει έλα τώρα, ξέρεις ότι η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα. Ναι, είναι μια μικρή χώρα η Ελλάδα. Καμιά φορά, μικρότερη απ' ό, τι είναι στην πραγματικότητα. Σε σημείο να ανοίγει τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, πάλι στη Θεσσαλονίκη πριν λίγο καιρό ένας ρασοφόρος, ο νούμερο ένα της εκκλησίας στην πόλη, ο μητροπολίτης Άνθιμος, κάνοντάς σε να αναρωτιέσαι τι είδους ιδιαίτερη ή προνομιακή σχέση μπορεί να έχει με το βιβλίο αυτός ο μαυροφορεμένος γέρων για να γίνεται κάτι τέτοιο. Και το φεστιβάλ κινηματογράφου υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι. Όχι γιατί είναι σινεφίλ, άνθρωποι του σινεμά, όπως ούτε ο Άνθιμος ήταν ποτέ γνωστός ως βιβλιόφιλος, αλλά επειδή έτσι προστάζει το πρωτόκολλο.
Φέτος, υπήρχε και μια ιδιαιτερότητα, κάτι καινούργιο στην επικράτεια των πρωτόκολλων. Οι άνθρωποι αυτοί, ο υπουργός - ο υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού που τον εκπροσωπούσε - και οι συν αυτώ εκπροσωπούν όχι μια ακόμα ελληνική κυβέρνηση αλλά μια κυβέρνηση που έκλεισε την ΕΡΤ, έναν μεγάλο, συνεπή, πολύτιμο αιμοδότη του ελληνικού κινηματογράφου, τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα την ελληνική κινηματογραφία. Εκπροσωπούν μια κυβέρνηση που σαν να μην έφτανε αυτό έβαλε και επίσημο «Χορηγό Επικοινωνίας» του φετινού φεστιβάλ το αποκρουστικό, αναχρονιστικό κατασκεύασμα που αναγκάστηκε μετά από διαταγή του ΣτΕ να βάλει στη θέση της καταργηθείσας δημόσιας τηλεόρασης, τη ΔΤ.
Μέσα σ’ όλα αυτά ακούει κανείς ότι στην τελετή έναρξης κάποιοι «επίσημοι» αποδοκιμάστηκαν από τους παριστάμενους, σε μια ατμόσφαιρα που θύμιζε εποχές του περίφημου Β’ Εξώστη. Ε, καιρός ήταν.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

19 Οκτ 2013

Ένα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα μέρη

Αυτές τις μέρες ο γράφων βρέθηκε στην Αθήνα. Και είπε να κάνει  μια βόλτα από την αγορά. Μην πάει ο νους σας σε τίποτα Ερμού. Μιλάω για την αγορά της όπως ήταν καμιά εικοσιπενταριά αιώνες πίσω.Την Αρχαία Αγορά. Καταρχήν, προσέγγιση του χώρου από τα ψηλά, να δούμε περί τίνος πρόκειται. Πλαισιωμένη από ένα αχανές τσιμεντόδασος βλέπεις τη δεντρόφυτη αυτή όαση, που εκτείνεται από τη Στοά του Αττάλου στα δεξιά μέχρι το Ναό του Ηφαίστου που ίσα που διακρίνεται στ' αριστερά.


Ας κατηφορίσουμε. Ο πεζόδρομος έξω απ' την αγορά γεμάτος ένδοξους απόγονους των Αρχαίων που απολαμβάνουν τη φραπεδιά τους, κάτω απ' τον αττικό ήλιο. Η είσοδος στην αγορά, μια καγκελόπορτα που δεν την πιάνει το μάτι σου. Και ορθάνοιχτη, δεν τη λες. Ίσα που χωράς, αν το παράκανες με τα χθεσινά σουβλάκια. 


Αριστερά όπως μπαίνεις, το ταμείο. Τέσσερα ευρώ η είσοδος, και αποζημιώνεσαι μετά με το παραπάνω. Αυτό που κάπως σου κάνει εντύπωση, ότι όλοι οι απ' έξω προτίμησαν να καταβάλουν το ανάλογο ποσό για έναν ακόμη καφέ αλλά όχι για να μπουν σ' αυτόν τον μαγικό τόπο. Ναι, με την εξαίρεση κάποιων ξεναγών και των φυλάκων, ήμουν ο μόνος Έλληνας. Παρέα μου, όλες οι φυλές της γης. Πλην της δικής μας.


Λίγα βήματα από το ταμείο σε περιμένει, ωραιότατα διατηρημένος, ο Ναός του Ηφαίστου. Περίπτερος ναός, δωρικού ρυθμού λέει η ταμπελίτσα εμπρός του. Τώρα, βλέποντας αυτό το "περίπτερος" μη φανταστείς ότι μέσα πουλούσαν τσιγάρα, σοκολάτες, εφημερίδες και τα τοιαύτα. Έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική του, και σημαίνει ότι ο κύριος εσωτερικός του χώρος περικλείεται από μια σειρά κίονες. 


Μιλάμε για τον καλύτερα σωζόμενο ναό δωρικού ρυθμού στην Ελλάδα, που στο εσωτερικό του έβρισκε κανείς χάλκινα αγάλματα του Ήφαιστου και της Αθηνάς. Και όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα της Ελλάδας, έτσι ώστε όλα αυτά τα αριστουργήματα να αποκτήσουν τον ακαλαίσθητο τσιμεντένιο τους διάκοσμο, εδώ, σ' αυτό τον ναό, κοινοποιήθηκε το σχετικό βασιλικό διάταγμα. 


Συνεχίζοντας, φτάνεις εδώ. Μπορεί σήμερα να μη σου γεμίζει το μάτι, όμως βλέπουμε το Βουλευτήριο, όπου συνεδρίαζε το νομοπαρασκευαστικό σώμα της Αρχαίας Αθήνας, η Βουλή των Πεντακοσίων. Αποτελούμενη από κληρωτούς πολίτες, πενήντα από κάθε μια από τις δέκα αθηναϊκές φυλές, προετοίμαζε τα νομοσχέδια τα οποία εν συνεχεία υποβάλλονταν για ψήφιση στην Εκκλησία του Δήμου.


Άποψη της αγοράς καθ' οδόν προς το κεντρικό της κομμάτι, τη Στοά του Αττάλου.


Τι ήταν η Στοά του Αττάλου; Τόπος συνάντησης, περιπάτου και εμπορικό κέντρο της εποχής. Όταν λέμε εμπορικό κέντρο, μην πάει ο νους σας σε τίποτα Mall. Εδώ δεν θα έρθουμε για ρούχα ή παπούτσια της μοδός, αλλά να θαυμάσουμε ωραιότατα αγάλματα. 


Όπως αυτή η γυναίκα που ποζάρει με χάρη και το χέρι στη μέση. Σαφώς κομψότερη από την επώνυμη που ακολουθεί. Ποια η επώνυμη; 


Μα η Θέμις. Όχι η Μπαζάκα, η άλλη, η προσωποποίηση της δικαιοσύνης. Που όσο να 'ναι ασχολούμενη με την επιβολή της ηθικής τάξης, τους πονοκεφάλους της και τα άγχη της τα έχει, εξ ου και κάποια ενδεχόμενα κιλάκια. 


Η θέα από τον επάνω όροφο. Μπορεί να φανταστεί κανείς αρχαία ζευγαράκια να ρομαντζάρουν, ακουμπισμένα στα παράθυρα. Και, φυσικά, κάποια στιγμή θα θέλανε και να απομονωθούν απ' την πολυκοσμία. 


Τι καλύτερο λοιπόν από ένα μυστικό πέρασμα, να σαν αυτό που ανακάλυψα και με υπερηφάνεια παρουσιάζω. Έπαιρναν τα ζεύγη τα σκαλοπατάκια και μην τους είδατε. 


Το ωραίο με την Αρχαία Αγορά; Όπου και να κοιτάξεις, χαμηλά ή ψηλά, υπάρχει κάτι. Που σαν πέσει πάνω του η ματιά, δύσκολα το αφήνει. Έχει κάτι το μαγνητικό, ένα πράγμα πολύ ιδιαίτερο αυτό το μέρος. 


Καμιά φορά τα λόγια, είτε από τις επεξηγηματικές ταμπέλες μπροστά στα μνημεία είτε από μένα, περιττεύουν. Σαν να σου μιλάνε, από μόνα τους.


Και να η περίφημη Οδός των  Παναθηναίων, κεντρικότερος δρόμος της Αρχαίας Αθήνας, που όταν γιόρταζε η Πολιούχος Αθηνά, χαλούσε ο κόσμος: τι ιππικοί ή μουσικοί αγώνες, τι αγωνίσματα στίβου, το έλα να δεις γινόταν. Και πάνω που στεκόμουν προσπαθώντας να φανταστώ την κοσμοβοή, ακούστηκαν σφυρίχτρες. Και φωνές: "close time" φώναζαν επαναλαμβανόμενα, σφυρίζοντας οι φύλακες. Η ώρα, ούτε τρεις το μεσημέρι. Πλησίασα μια φύλακα και ρώτησα, μα τόσο νωρίς; Πάνω στο καλύτερο φως της μέρας, πάνω που η Αρχαία Αγορά σαν να ξαναζωντάνευε λουσμένη στον προαιώνιο αττικό ήλιο; "Δεν υπάρχει φύλαξη", απάντησε. "Σάματις κι εμάς που είμαστε εδώ, νομίζεις μας πληρώνουν;" 

10 Οκτ 2013

Με μια τροπολογία

Ναι, ξέρω, δεν πρέπει να γίνεται  αυτό. Να σταματά κανείς να σκεφτεί  όσα μας συμβαίνουν. Σαν να έχουμε υπογράψει ένα συμβόλαιο να μην  σκαλώνουμε στην τσουλήθρα που έχουμε μπει μέχρι να δούμε που θα βγάλει. Καμιά φορά, όμως, δεν αντέχεις. Και κάνεις μια βιαστική στάση να σκεφτείς. Αν χειρότερο κι από τη φτωχοποίηση, την ανεργία, τα ψέματα των πολιτικών-«σωτήρων» είναι κάτι άλλο, μη αναστρέψιμο δυστυχώς στις συνέπειές του, ιδίως για τις γενιές που έρχονται: το ξερίζωμα της καρδιάς αυτής της χώρας.
Το ότι κάποιοι απίθανοι τύποι, από τις εξαχρειωμένες εφεδρείες ενός ημιθανούς πολιτικού συστήματος, δευτεροκλασάτοι που περίμεναν την πτώση των «μεγάλων» ώστε να πάρουν σειρά για τη «σωτηρία της χώρας» θα έκλειναν τον εθνικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα, την ΕΡΤ, χωρίς ούτε καν μια συζήτηση στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αλλά με μια τροπολογία, σε ένα άσχετο νομοσχέδιο.
Ένα ραδιόφωνο, που σε ζέσταινε με την πεποίθηση ότι αυτή η έρμη χώρα διέθετε ακόμη πολιτισμό, έναν πολιτισμό ολόδικό της που σου γέμιζε το σπίτι, το αυτοκίνητο, τη ζωή με μελωδίες πολύ πάνω από την περιρρέουσα κακοφωνία, με φωνές ανθρώπων που τ’ αγαπούσαν όλο αυτό: την άλλη, αξιοπρεπή, ανέγγιχτη από τις αισθητικές του εφήμερου Ελλάδα που μετέφεραν μέσα από τις ραδιοσυχνότητες στα πέρατα της γης.
Μια τηλεόραση, που ήταν μακράν η μόνη που αντιστεκόταν στην επιδρομή μιας φτήνιας-Λερναίας Ύδρας, που χρόνια τώρα βρήκε τον ιδανικό βιότοπό της στους ιδιωτικούς σταθμούς. Οι οποίοι πριν λίγες μέρες, με την προσθήκη μερικών γραμμών σε ένα πολυνομοσχέδιο, έγιναν νόμιμοι και χωρίς καμία υποχρέωση απέναντι στο ελληνικό δημόσιο για τη χρήση των δημόσιων συχνοτήτων, περιουσίας του ελληνικού λαού, εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια.
Μέσα σε διάστημα μόλις λίγων μηνών, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: υποβάθμιση, σε βαθμό κλεισίματος ενός δημόσιου φορέα που κρατούσε τα μπόσικα, τα όποια μπόσικα απέναντι στην επέλαση της ευτέλειας και νομιμοποίηση, με συγχωροχάρτι για τις όποιες οικονομικές υποχρεώσεις τους, των ιδιωτικών παρόχων τηλεοπτικού προγράμματος για να συνεχίσουν να επιτελούν ανενόχλητοι το θεάρεστο έργο τους. Ασφαλτοστρώνοντας πλέον την οδό της γενετικά τροποποιημένης αμεριμνησίας, της λήθης, της παραίτησης από όλα όσα ξεφεύγουν από την επικράτεια του αγοραίου και θα μπορούσαν να παρασύρουν σε επικίνδυνες ατραπούς: να μην περιμένεις από τις ομιλούσες κεφαλές των «δελτίων ειδήσεων» να σου σχηματίσουν ολοστρόγγυλη την άποψη για τα πράγματα, να μην έχεις χαμηλώσει τόσο τον εσωτερικό πήχη ώστε να ξεκαρδίζεσαι με τα βιντεάκια του Θέμου.
Και, κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι σαν πολύ να κράτησε αυτή η στάση για σκέψη. Η ζωή συνεχίζεται. Παρότι θα έπαιρνες όρκο ότι έχει σταματήσει.
*Γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

26 Σεπ 2013

Blue Jasmine

Αν δεν υπήρχε ο Woody Allen, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Ένας σκηνοθέτης, που κατ' ουσίαν δεν σκηνοθετεί. Ή  έτσι δείχνει. Στις ταινίες του παρακολουθείς, χωρίς κράχτες και ενοχλητικούς μεσάζοντες, ζωές: με τα σκαμπανεβάσματά  τους, τις σχεδόν κωμικές αλλά και  λιγότερο νόστιμες στιγμές τους χωρίς  τις φασαριόζικες υπερβολές στις οποίες μας έχει συνηθίσει το αμερικανικό  σινεμά. Άλλωστε η ίδια η ζωή, αν την αφήσεις απείραχτη σου  φυλάει τις μεγαλύτερες συγκινήσεις. Αρκεί να την ακούσεις, σαν κάνεις απόλυτη ησυχία.
Η μόνη παρέμβαση που μπορείς να πεις ότι από τις πρώτες κιόλας ταινίες του σε περιμένει, πιστή  στο ραντεβού; Όλα αυτά δίνονται με μιαν απαράμιλλη τζαζ διάθεση που  επιτρέπει να απορροφηθείς από όσα  βλέπεις στο πανί, συχνά σε καταιγιστικό τέμπο, να συμβαίνουν σε άλλους κοινούς  και κατατρεγμένους θνητούς. Τρέχοντας  μαζί, να προλάβετε τους ρυθμούς  των ζωών τους.
Στη γλυκόπικρη "Blue Jasmine", συμβαίνει ακριβώς αυτό. Παρακολουθείς  τη ζωή μιας γυναίκας που τα έχασε  όλα. Μαζί και ένα αξιοσημείωτο κομμάτι  της προσωπικότητάς της, που το ψάχνει σε χάπια, αλλεπάλληλα μαρτίνι και  άλλα μαγικά τρικ που θα μπορούσαν  από κάπου να της εμφανίσουν τα χαμένα κομμάτια του παζλ. Κατά πρώτο  λόγο, βλέπεις την ανώμαλη προσγείωσή της από την "καλή κοινωνία" στον άχαρο, ρυπαρό, κουραστικό, ψυχοφθόρο  κόσμο των καθημερινών ανθρώπων.
Δεν μπορείς να μη νιώσεις  συμπάθεια για την ηρωίδα αυτή. Τον έκπτωτο, όχι άγγελο, αλλά αμέριμνο καταναλωτή. Που από τις ακριβές  λεωφόρους του Μανχάταν ξέπεσε στις φτωχογειτονιές των βιοπαλαιστών: ατελείωτων λαϊκών τύπων που πολιορκούν σαν  τις μύγες γύρω από τη λάμπα  την αδερφή της. Σαν να μην της  έφτανε η τσουλήθρα από τον  κόσμο του (πολύ) χρήματος στον πλανήτη  των συνηθισμένων ανθρώπων. Οι οποίοι παρελαύνουν σε μια σειρά από  έντεχνα σμιλευμένους "δεύτερους" χαρακτήρες που ουκ ολίγες φορές  κλέβουν την παράσταση, αποσπούν για λίγο το βλέμμα από τη, χαρισματική  όπως και να την κάνεις, πρωταγωνίστρια: το καλό, τακτοποιημένο πλην σεξουαλικά στερημένο παιδί στο πρόσωπο  του οδοντιάτρου-εργοδότη της, ο  λαϊκός οικοδόμος, πρώτος άντρας της  αδερφής της που θα αναδειχθεί σε ένα βαθιά τραγικό, ανθρώπινο  πρόσωπο στη ροή της ταινίας - ίσως πιο τραγικό και από την  ίδια τη Jasmine -, ο επόμενος σύντροφος  της εξαρτημένης από μια ανδρική  παρουσία δίπλα της αδερφής, μονίμως  μουντζουρωμένος από τον ημερήσιο κάματο αλλά γεμάτος καθαρά, απαστράπτοντα  αισθήματα. Και άλλοι, πολλοί, τόσο προσεκτικά πλασμένοι, τόσο αντιφατικοί - τη μια  τους φοβάσαι, στις εκρήξεις τους, την  άλλη θες να τους νοιαστείς, σαν τους παίρνουν τα κλάματα - που θα μπορούσαν  να κάθονται, πραγματικοί, στο κάθισμα  δίπλα.
Η όλη πλοκή, εξέλιξη και  κορύφωση της ταινίας, πλήρως αντιηρωική. Ηρωικά αντιηρωική. Δεν έρχεται το ρημάδι το happy end, στο οποίο τόσο μας  έχουν εθίσει αμέτρητες δημιουργίες  του αμερικανικού κινηματογράφου. Όπως πολλές φορές δεν έρχεται στις Jasmine του κόσμου τούτου. Και η ταινία σε αφήνει με μια γλυκιά αίσθηση  ζωής. Ελάχιστα φιλτραρισμένης από  τον δημιουργό της, τόσο, όσο χρειάζεται για να βγεις από τη σκοτεινή αίθουσα  σιγοτραγουδώντας το Blue Moon.
* γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

21 Σεπ 2013

Ποιος τελικά φταίει για τη Χρυσή Αυγή;

Η δολοφονία ενός ανθρώπου σε μια γειτονιά του Κερατσινίου πριν πολύ λίγες μέρες ξεκίνησε ένα κυνήγι θησαυρού σε τηλεοράσεις, social media, εφημερίδες, γύρω από το πώς γεννήθηκε και πήρε τις διαστάσεις που πήρε, σαν κοινωνικό πρόβλημα, η Χρυσή Αυγή. Βλέπει κανείς μέχρι και ανθρώπους να δηλώνουν με καμάρι "όχι, εγώ δεν ήμουν εκεί, στο Σύνταγμα", θεωρώντας, μέσα στο χάος ερμηνειών, απόψεων, θεωριών ότι το φαινόμενο "Χρυσή Αυγή" ίσως και να βλάστησε με τα συνθήματα έξω από το Κοινοβούλιο, την εποχή των "Αγανακτισμένων".

Ε λοιπόν όχι. Για τη Χρυσή Αυγή δε φταίμε όσοι βγήκαμε στις πλατείες εκείνο τον Μάη του 2011. Ούτε όσοι, ένα χρόνο νωρίτερα, την άνοιξη της Μαρφίν, πλημμύρισαν τους αθηναϊκούς δρόμους για να διαμαρτυρηθούν γι' αυτό που ερχόταν. Για το ότι περισσότεροι από 400.000 άνθρωποι ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή στις τελευταίες εκλογές δε φταίνε όσοι προσπάθησαν και προσπαθούν, όπως μπορούσε και μπορεί ο καθένας, να αντιδράσουν στη βία που ασκήθηκε και ασκείται σε έντεκα εκατομμύρια ζωές, καταστρέφοντας, ναυαγώντας, διαβρώνοντας, ερειπώνοντάς τις.

Για το φαινόμενο "Χρυσή Αυγή" ευθύνεται το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα. Ένα πολιτικό σύστημα που αποτελείται από ανθρώπους που αδυνατούν να καθίσουν και να κουβεντιάσουν ψύχραιμα ακόμα και για να "καταδικάσουν τη βία απ' όπου κι αν προέρχεται". Ανθρώπους που τα έχουν τρία χρόνια τώρα χαμένα και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να κατηγορούν για τα δεινά μιας ολόκληρης χώρας ο ένας τον άλλο με ύβρεις, επιθέσεις, χαρακτηρισμούς. Κάνοντας ό, τι μπορούν για να δημιουργηθεί ένα κλίμα σύγχυσης και έντασης γύρω τους - με τη συνδρομή, εδώ, των μεγάλων τηλεοπτικών καναλιών, που ακούραστα ανεβάζουν τα "σόου" ασυνεννοησίας. Περιμένοντας, κατά δήλωση του ίδιου του πρωθυπουργού, ένα θαύμα της Παναγίας τον δεκαπενταύγουστο για να βγει η χώρα που οι ίδιοι οδήγησαν στην πτώχευση από τον λάκκο που έχει πέσει.

Αν η Χρυσή Αυγή είναι, κατά τη γνωστή έκφραση, το αυγό του φιδιού, το φίδι δεν είναι παρά ένα σαθρό, πανικόβλητο, ανεπαρκές, διάτρητο από τη διαφθορά, τους άτεγκτους κομματικούς μηχανισμούς αναξιοκρατίας, την οικογενειοκρατία, την κολλητοκρατία, πολιτικό σύστημα. Το ίδιο που έδιωξε και διώχνει καθημερινά πολίτες προς πάσα κατεύθυνση: προς χώρες του εξωτερικού, ακόμα και προς την κατεύθυνση μιας εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης.

Το ότι έφτασαν, σήμερα, πολίτες να κατηγορούν άλλους πολίτες επειδή αντέδρασαν στο βιασμό των ζωών τους θεωρώντας ότι αυτή η αντίδραση γέννησε και γιγάντωσε τη Χρυσή Αυγή, αποδεικνύει ένα πράγμα: πόσο αδυνατεί η ελληνική κοινωνία να συγκροτηθεί σε ώριμη, ψύχραιμη, σκεπτόμενη κοινωνία πολιτών, που θα γεννήσει καινούργια κοινωνικά κινήματα, νέες εκφράσεις της βούλησης των πολιτών που θα πάρουν τη θέση των πεθαμένων, μουμιοποιημένων κομμάτων της αντιπολίτευσης τα οποία υπερέβησαν προ πολλού την ημερομηνία λήξης τους.  

19 Σεπ 2013

H κοινοτοπία του Κακού

Η ασημαντότητα, η κοινοτοπία του Κακού. Κάπως έτσι θα μπορούσε να μεταφραστεί ελληνικά η περίφημη φράση της πολιτικής φιλοσόφου Hannah Arendt γύρω από τον Adolf Eichmann, τον Ναζί αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος για τα τρένα που μετέφεραν εκατομμύρια μελλοθάνατους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Και του οποίου τη δίκη παρακολούθησε, ως ανταποκρίτρια του “New Yorker”, μεταπολεμικά στην Ιερουσαλήμ.Η άποψη της Arendt; Το Κακό δεν προέρχεται, δεν μας ήρθε στη γη από κάποιους άλλους πλανήτες, έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, πέραν της καθημερινής, θνητής ύπαρξής μας. Εκπροσωπείται και διαπράττεται από συνηθισμένους ανθρώπους, που αναθέτουν σε κάποιον άλλον να αποφασίσει για λογαριασμό τους περί καλού και κακού, περί σωστού και λάθους. O Eichmann το είχε αναθέσει στον Hitler, ο Γιώργος Ρουπακιάς στα πρωτοκλασάτα στελέχη-“καθοδηγητές” της Χρυσής Αυγής. Δεν θα έπρεπε δηλαδή να “ντύνουμε” το Κακό με εξωπραγματικές διαστάσεις, να του προσδίδουμε εξωγήινα, αλλόκοσμα χαρακτηριστικά.
Ο Γιώργος Ρουπακιάς ήταν απλώς ένας άνθρωπος που επέλεξε να επιλέγουν κάποιοι άλλοι γι' αυτόν. Και να γίνει εκτελεστικό τους όργανο. Παραδίδοντας τη νομοθετική εξουσία, τους ηθικούς νόμους που ρύθμιζαν τη ζωή του, που διέπουν τις ζωές όλων μας, σ' αυτούς. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο δηλαδή από έναν άνθρωπο που έδωσε τα κλειδιά του εαυτού του σε κάποιους άλλους, ποιος ξέρει για ποιους λόγους. Για ένα... χαρτζιλίκι όπως ο ίδιος είπε; Για την αίσθηση του ανήκειν σε μια κάποια ομάδα, ακόμη και μια περιθωριακή ακροδεξιά παραστρατιωτική οργάνωση, προκειμένου να μη μείνει μόνος σε ένα πεδίο μάχης, όπως γίνονται όλο και περισσότερες γειτονιές της Αθήνας, της Ελλάδας; Όλα αυτά χρήζουν διερεύνησης. Και ίσως να μας αφορούν περισσότερο, απ' όσο νομίζουμε. Γιατί το μείζον ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν πρέπει ή όχι να τεθεί εκτός νόμου η Χρυσή Αυγή και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Αλλά γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι παραδίδουν σ' αυτή ή σε όποια άλλη Χρυσή Αυγή προκύψει, αν η συγκεκριμένη τεθεί εκτός νόμου, τα νήματα της ζωής τους.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

5 Σεπ 2013

Τρεις μήνες μετά

Ο Προκόπης Δούκας νιώθει την ανάγκη (τα λέει εδώ, στο blog του) να απολογηθεί ή εν πάση περιπτώσει να εξηγήσει την επιλογή του, να εκφωνήσει το πρώτο δελτίο ειδήσεων της ΔΤ. Δεν έχω να σχολιάσω κάτι. Αλλά βρίσκω θλιβερό ότι ούτε τρεις μήνες από την ημέρα, την 11η του Ιούνη, που με μια «πράξη νομοθετικού περιεχομένου», εντελώς αυθαίρετα και αυταρχικά, η κυβέρνηση – τι ειρωνεία, κυβέρνηση δυο κομμάτων που σε ολόκληρη τη μεταπολίτευση τη χρησιμοποίησαν ως προορισμό-επιβράβευση για πάσης φύσεως κομματανθρώπους – έκλεισε την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση, η υπόθεση ΕΡΤ έχει γίνει ένα αυστηρά εσωτερικό ζήτημα των εργαζομένων της αντί φλέγον, καθημερινό θέμα δημοκρατίας και πολιτισμού όλων των πολιτών της χώρας, που έμειναν χωρίς δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση. Απόλυτα εκτεθειμένοι στα σκουπίδια των ιδιωτικών σταθμών, σε μια εποχή που αυτό που λέμε «πολιτισμός» πνέει ούτως ή άλλως τα λοίσθια. 

Το βράδυ εκείνο θυμάμαι, της 11ης του Ιούνη, φόρεσα ό, τι βρήκα πρόχειρο μπροστά μου και πήγα, υπό βροχή – είχε έναν περίεργο, αλλόκοτο καιρό, σαν για να συνάδει με όσα συνέβαιναν στη χώρα – έξω απ' την ΕΤ3, τα ραδιοφωνικά στούντιο. Μέσα οι εργαζόμενοι συζητούσαν με θέρμη , έξω άντε να 'μασταν καμιά σαρανταριά άνθρωποι. Σε μια πόλη κοντά δυο εκατομμυρίων. Μερικές μέρες αργότερα, ξαναπήγα έξω απ' την ΕΤ3, την τηλεόραση αυτή τη φορά. Σαφώς περισσότερος ο κόσμος, αλλά με μια διάθεση χαλαρή, πανηγυρική σχεδόν, για να χαζέψει, να πει κανένα νέο του ή να ακούσει τις ζωντανές μουσικές. Ανθρώπινα σώματα μαζεμένα, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο αλλά χωρίς αυτό το κάτι, αυτό το άλλο, που συγκροτεί, που συνέχει μια κοινωνία πολιτών, που γεννά πράγματα, που κάνει τις εξουσίες να ανησυχούν, τις κοινωνίες να κινούνται, να αλλάζουν.

Οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, της ελληνικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, μεταξύ τους άνθρωποι που δεκαετίες τώρα κουβάλησαν ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού της Ελλάδας στις πλάτες τους μπροστά από κάμερες, πίσω από μικρόφωνα ή μουσικά αναλόγια, έμειναν μόνοι τους. Όπως απελπιστικά μόνοι επιλέξαμε να 'μαστε κι όλοι οι υπόλοιποι, πιστεύοντας ότι το προσωπικό δεν συνδέεται, δεν συμπλέει με το συλλογικό. Ότι μπορούμε και χωρίς δημόσια μέσα ενημέρωσης, χωρίς μικρές παρενθέσεις πολιτισμού στα ραδιόφωνα ή τις τηλεοράσεις μας. Συνεχίζοντας όπως ξέραμε μέχρι σήμερα. Ατομιστικά, ιδιωτικά, αδιάφορα, παθητικά. Αλήθεια, για πόσο ακόμα;

6 Αυγ 2013

Στην αναμονή

Αυτό το καλοκαίρι μοιάζει μ’ έναν μεγάλο, δροσερό ευτυχώς, θάλαμο αναμονής. Η δεξιά κυβέρνηση ανόητων που μας έλαχε έκλεισε και τα ραδιόφωνα ώστε να μείνουμε μόνοι, αμείλικτα μόνοι με την αμηχανία και τα αδιέξοδά μας χωρίς μεσάζοντες, χωρίς εξόδους κινδύνου. Πετώντας δυόμισι χιλιάδες ανθρώπους στο δρόμο και πολλούς περισσότερους, ακροατές της ελληνικής ραδιοφωνίας, στα δυσβάσταχτα, αυτές τις ώρες, μονοπάτια της ραδιοφωνικής σιωπής που σαν ν’ αδειάζει ακόμη περισσότερο τις ήδη αδειανές μέρες ενός δύσκολου καλοκαιριού αναμονής. Αναμονής του έργου που θα συνεχιστεί από Σεπτέμβρη, της κοινωνικής έκρηξης που όλα αυτά τα πικρά, άχαρα καλοκαίρια προβλέπουν με δραματικές εξάρσεις οι παλμογράφοι της νεοελληνικής κοινωνίας και κάθε φορά διαψεύδονται.

Έτσι και αυτή τη φορά. Τίποτα το θεαματικό δεν θα συμβεί κόντρα στα προγνωστικά διψασμένων για συγκινήσεις προφητών. Η κοινωνία του θεάματος, το κοινό των τούρκικων, του Λάκη και του Θέμου δεν έχει την παραμικρή όρεξη να λερωθεί με πραγματικότητα. Γι’ αυτό, για μια ακόμη φορά θα ευχόμαστε να κάνει μαλακό χειμώνα, θα αστειευόμαστε στα social media, θα σχολιάζουμε την τελευταία δήλωση του τάδε ή δείνα σκυλά, θα γράφουμε – κάποιοι – προσπαθώντας να ξορκίσουμε τα φαντάσματα των ενοχών, της ματαίωσης που χτύπησε αλύπητα μια ολόκληρη γενιά που νόμιζε ότι η ζωή είναι ένα χαρούμενο τρενάκι που θα σε πάει μέχρι τέλους, φτάνει να έχεις πληρώσει το εισιτήριό σου. Και το χειρότερο; Θα τα κάνουμε αυτά σαν να σιχαινόμαστε ο ένας τον άλλο, εξ αποστάσεως. Δακτυλογραφώντας από την καρέκλα ή τον καναπέ, στο facebook. Ίσως επειδή ακόμη βρισκόμαστε καβάλα στο τρενάκι και ελπίζουμε, ότι το κακό όνειρο σύντομα θα τελειώσει και το τρενάκι θα συνεχίσει αμέριμνο τη διαδρομή του χωρίς να χρειαστεί να κατέβουμε, να λερωθούμε ψάχνοντας τη βλάβη.

Μια γενιά τουμπαρισμένη, μια ολόκληρη κοινωνία ευνουχισμένη, ακυρωμένη, πολιτικά. Που αδυνατεί να αντιδράσει σε αυτά που της συμβαίνουν. Σε σημείο να βγαίνει ένας άθλιος τύπος, να κλείνει εν μια νυκτί την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση κι εσύ να κάθεσαι σαστισμένος μπροστά στο πληκτρολόγιό σου προσπαθώντας να σκεφτείς κάτι έξυπνο, πρωτότυπο για το twitter ή το facebook σου. Αδυνατώντας να κάνεις κάτι, να κατέβεις από το ακινητοποιημένο πλέον τρενάκι να δεις τι στο καλό συμβαίνει. Να ενωθείς με άλλους, που θα έχουν κατέβει κι αυτοί σαστισμένοι, να δείτε τι θα μπορούσατε να κάνετε. Αλλά δεν κατεβαίνεις. Δεν έχεις, άλλωστε, κατέβει ποτέ. Απλώς περιμένεις, υπομονετικά, μαζί με τους άλλους. Εθισμένοι στην παθητικότητα, την αδράνεια, την υπομονή, η αναμονή μοιάζει ο φυσικός σας προορισμός. Πάντα κάποιοι έσπευδαν και διόρθωναν τις βλάβες, έβαζαν ξανά το τρενάκι σε τροχιά, κατέβαζαν κάποιους τζαμπατζήδες κι όλα συνέχιζαν το δρόμο τους. Όμως, αυτή η αναμονή τραβάει. Και αυτοί οι κάποιοι, άφαντοι. Το ακινητοποιημένο πλήθος περιμένει έχοντάς τα χαμένα, σαν παιδί που οι γονείς το άφησαν, άξαφνα, μόνο και κοιτά τριγύρω, αδυνατώντας να καταλάβει τι του συνέβη. Τι μας συνέβη;

*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

28 Ιουλ 2013

Σε αφορά;

Χαλάει ο κόσμος, στα social media, για μια δήλωση του Αντώνη Ρέμου επί της πίστας, σε ένα πάρτι στη Μύκονο. Όπως συνέβη και άλλες φορές πρόσφατα με τον Νότη Σφακιανάκη ή όποιον άλλο. Τι είναι, όμως, αλήθεια ο Αντώνης Ρέμος ή ο Νότης Σφακιανάκης; Τίποτε άλλο από κεντρικοί εκπρόσωποι μιας πολύ συγκεκριμένης υποκουλτούρας της «πίστας» και «νυχτερινών μαγαζιών», που κυριαρχεί σε στρώματα του ελληνικού πληθυσμού με κατά κανόνα χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και γούστο, αισθητική αυτού του πολύ συγκεκριμένου τύπου. Ανθρώπους των «λαϊκών» τάξεων, με τη σημερινή σημασία της λέξης απ’ την οποία έχουν αποβληθεί δια παντός η αυθεντικότητα, η φιλοτιμία, η καλαισθησία και κυρίως ο έμμετρος τρόπος ζωής – σε απόλυτη αντίθεση με την αμετροέπεια του σήμερα –  που χαρακτήριζε τις λαϊκές τάξεις στο βαθύ, προδικτατορικό παρελθόν αυτής της χώρας.
Παρόμοιες υποκουλτούρες, που απευθύνονται σε ανάλογα κοινωνικά στρώματα, θα βρει κανείς χωρίς αμφιβολία και σε πολλές άλλες χώρες. Η φθηνή, πρόχειρη αισθητική, η ευκολία στα σημαίνοντα και τα σημαινόμενά τους ώστε να μην «κουραστεί» το κοινό, οι soft porno προεκτάσεις προς τέρψη και των μεγάλων αρσενικών μαζών, τις χαρακτηρίζουν.  Η παμπάλαια τέχνη του εύπεπτου, με λίγα λόγια, όπως εξασκείται από τα λαοφιλή ρομάντζα της βικτωριανής εποχής, μέχρι τα «ευπώλητα» του σήμερα. Μόνο στην Ελλάδα, όμως, αυτή η υποκουλτούρα διαχέεται τόσο έντονα, τόσο σαρωτικά και στην υπόλοιπη κοινωνία σαν να έπρεπε να την αφορά. Και αναβαθμίζεται σε κεντρική της έγνοια και ενασχόληση.
Ας πάρουμε, πρόχειρα, ένα αντίστοιχο παράδειγμα από μια άλλη χώρα, τηρουμένων όλων των αναλογιών: τη μουσική country στις ΗΠΑ, ένα λαϊκό μουσικό ιδίωμα που αφορά και εκεί πολύ συγκεκριμένες κατηγορίες πληθυσμού. Μια χοντράδα που θα εκστόμιζε ένας σταρ της country ενώ θα βρισκόταν στη σκηνή σε μια στιγμή «κεφιού», δεν θα γινόταν ποτέ μα ποτέ κεντρικό θέμα συζητήσεων επί μέρες, στα αμερικανικά social media. Για τον απλούστατο λόγο ότι θα αφορούσε, στενά και αποκλειστικά, το κοινό του – το κοινό της μουσικής country. Και όχι, συνολικά, την αχανή και πολυπρόσωπη αμερικανική κοινωνία.
Στην μικρή μας Ελλάδα όμως δεν – θέλουμε να – υπάρχουν κανενός είδους στεγανά μεταξύ αυτής της υποκουλτούρας και της ευρύτερης κοινωνίας. Ιδίως όταν πρόκειται να ασχοληθούμε και να παθιαστούμε με το τι είπε ο τάδε ή δείνα λαϊκός αοιδός. Λειτουργεί δηλαδή μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καταδικάζουμε με σπαραγμό καρδίας την απήχηση που έχει ο κάθε Σφακιανάκης ή Ρέμος και ακριβώς την ίδια στιγμή αναπαράγουμε, σχολιάζοντάς την μανιωδώς, την κάθε του κίνηση, συνέντευξη, κουβέντα. Με αποτέλεσμα αυτό ακριβώς το οποίο απευχόμασταν: να κερδίζει το κάθε ελαφρολαϊκό ίνδαλμα μια δεσπόζουσα θέση στην κοινωνική και πολιτιστική επικαιρότητα αυτής της χώρας μέσω ημών και αμέτρητων άλλων που αναπαράγουν ξανά και ξανά τα λεγόμενά του. Στα πλαίσια μιας μαζικής διάχυσης της υποκουλτούρας των «μπουζουκιών» στην ελληνική κοινωνία, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Πέραν του ότι κάπως, πρέπει να περάσουμε την ώρα μας…
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

15 Ιουν 2013

Ευχαριστώ κύριε Στουρνάρα

Αυτές τις τρεις  μέρες, που παρακολουθώ το «πειρατικό» πρόγραμμα της ΕΡΤ χαίρομαι. Γιατί ανακαλύπτω ότι τελικά δε ζούμε στην Ελλάδα του Τράγκα, του Θέμου, της Τατιάνας, του Φώτη και της Μαρίας. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Βλέπω ανθρώπους με ωραίο λόγο να υπερασπίζονται το δικαίωμα όλων μας να μην παραδοθούμε - όχι αμαχητί, τουλάχιστον! - στην πνευματική, νοητική απονέκρωση. Είδα τα ξημερώματα μέχρι και τον γιο του περίφημου John Kenneth Galbraith, τον James Galbraith, να μιλά για το βάρβαρο, πραξικοπηματικό, σκοταδιστικό κλείσιμο της ΕΡΤ. Και άλλους, έξω από τον αγοραίο τηλεοπτικό ανθρωπότυπο, να αρθρώνουν χαμηλόφωνα έναν λόγο άλλον απ' αυτόν που συνηθίσαμε είκοσι τέσσερα χρόνια τώρα ιδιωτικής τηλεόρασης, άλλον από τις φωνές και τις κραυγές. Έναν λόγο που είχαμε σχεδόν ξεχάσει ότι υπήρχε. Έναν λόγο ανθρώπινο, μετρημένο, που δεν ενδιαφέρεται να κάνει τηλεθεάσεις ή να τραβήξει διαφημίσεις. 

Μαζί μ’ αυτούς βλέπω, την ώρα που φεύγουν αυτές οι γραμμές και τον Γιάννη Στουρνάρα να λέει στη Βουλή ότι «η ΕΡΤ θα μπει στο συνεργείο, για να βγει χωρίς σκάνδαλα». Καλέ μου κύριε Στουρνάρα, οι πρόθυμοι μηχανικοί αυτού του συνεργείου - οι πολιτικοί της προϊστάμενοι - ήταν που έκαναν ό, τι μπορούσαν για να υποβαθμίσουν την ΕΡΤ όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό δεν είναι συνεργείο, που θέλετε να βάλετε την ΕΡΤ κύριε Στουρνάρα. Είναι νεκροταφείο. Αν σας ενδιαφέρει όλους εσάς πραγματικά η ΕΡΤ - κάτι για το οποίο επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω - βάλτε, στο όποιο συνεργείο, τους πολιτικούς που την έκαναν κομματικό τους αναψυκτήριο: τους Κεδίκογλου. Όχι το θύμα τους.
Όπως και να έχει, όμως, οφείλουμε ευχαριστίες σε εσάς, κύριε Στουρνάρα, στον Αντώνη Σαμαρά, τον Σίμο Κεδίκογλου. Γιατί θεωρήσατε ότι είκοσι τέσσερα χρόνια στα οποία κυριάρχησε η υποκουλτούρα της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα, η αισθητική της τσόντας και του κουτσομπολιού που ξεκίνησε από τα πρωινάδικα, συνέχισε στα μεσημεριανάδικα και έφτασε και στα απογευματάδικα για να μπει μέχρι και στα δελτία ειδήσεων ως «επικαιρότητα» και εν συνεχεία σε μεταμεσονύχτια προγράμματα όπου ξεπεσμένοι εκδότες της χρυσής εποχής του «ΚΛΙΚ» έπαιρναν συνεντεύξεις από μπουζουξούδες ήταν αρκετά για να μας απορροφήσει πλήρως, να μας καταπιεί αυτή η αισθητική της απόλυτης, παραδομένης φτήνιας. Και να μας κάνει junkies του τίποτα.
Γιατί θεωρήσατε ότι είχαμε τόσο συνηθίσει, τόσο εθιστεί στη χυδαιότητα, στην ευτέλεια με την οποία μας γέμιζαν, μας μπούκωναν τις μέρες και τις νύχτες μας οι καναλάρχες που παράνομα και «προσωρινά» τους παραχωρήσατε δημόσιες συχνότητες που έφτανε το κατέβασμα ενός διακόπτη για να πέσει, και τεχνικά, η αυλαία του εναπομείναντος ελληνικού πολιτισμού μέσω της τελευταίας ραδιοτηλεοπτικής του νησίδας, της ΕΡΤ. Και να μπούμε με δόξα και τιμή, με τα τσαρούχια, στη νέα εποχή. Αυτή των σπηλαίων. Αλλά δεν σας βγήκε. Και δεν θα σας έβγαινε ποτέ, ξέρετε. Γιατί ο πολιτισμός δεν εξαρτάται - μόνο - από διακόπτες και πομπούς. Αλλά από ζωντανούς, ακατάβλητους πομπούς που κανένα ΜΑΤ δεν μπορεί να τους κλείσει οι οποίοι λέγονται άνθρωποι και εξακολουθούμε να υπάρχουμε, να αναπνέουμε, να ελπίζουμε. Ο ήλιος ανατέλλει νέος κάθε μέρα, έλεγε ο Ηράκλειτος. Και το μαύρο της ΕΡΤ στις οθόνες των τηλεοράσεων φωτίζει με το πιο μαγικό φως όσους δεν έχουμε παραδοθεί στη βαρβαρότητα.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

13 Ιουν 2013

H δική μου ΕΡΤ

Βλέπω κάποιους στο διαδίκτυο, στα social media δυο μέρες τώρα, να το αντιμετωπίζουν όλο αυτό που συμβαίνει με την ΕΡΤ ψυχρά ή κάνοντας την πλακίτσα τους - σε αντίθεση με τις μεγάλες γαλλικές εφημερίδες και αμέτρητα διεθνή ΜΜΕ σήμερα που μιλάνε για "μαύρο" στη δημοκρατία στην Ελλάδα. Και διαπιστώνω ότι με αυτή την αφορμή ξεχώρισαν τα άγρια από τα ήμερα. 

Από τη μια, άνθρωποι που προφανώς δεν είδαν ποτέ "Θέατρο της Δευτέρας", δεν ξενύχτησαν ποτέ με την "Κινηματογραφική βραδιά", δεν είδαν ποτέ "Παρασκήνιο", δεν άκουσαν ποτέ Δεύτερο ή Τρίτο Πρόγραμμα. Άνθρωποι που έχουν πλήρως αποδεχθεί την κυρίαρχη υποκουλτούρα της ιδιωτικής σκουπιδοτηλεόρασης σαν έναν new age ελληνικό πολιτισμό. Άνθρωποι που από όλα όσα ακούνε αυτά τα τρία ανισόρροπα χρόνια έχουν πειστεί, ζαλισμένοι - όπως έχουμε όλοι ζαλιστεί - ότι το ελληνικό κράτος ή η Ελλάδα η ίδια δε θα έπρεπε να υπάρχει, ας την αγοράσει κάποιος να τελειώνουμε. Ότι πρέπει όλα σ' αυτή τη χώρα να γκρεμιστούν και να ξαναχτιστούν κι ας περιλαμβάνουν τις γλυκύτερες, πιο καθοριστικές για το ποιοι είμαστε αναμνήσεις μας, πράγματα που μας διαμόρφωσαν λίγο ανθρώπινα, λίγο αξιοπρεπώς, όσους προλάβαμε, πριν την ισοπεδωτική εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης και την συνακόλουθη πολιτιστική εκτέλεση εν ψυχρώ του Έλληνα. 

Και, από την άλλη, είμαστε όσοι υπόλοιποι φαινόμαστε να πιστεύουμε με έναν διαφορετικό τρόπο σε αυτή τη χώρα και τον εναπομείναντα πολιτισμό της. Όσοι νιώθαμε την ΕΡΤ - προσωπικά κυρίως τη ραδιοφωνία πολλά χρόνια τώρα, το Δεύτερο και Τρίτο Πρόγραμμα που με βοηθάνε (βοηθούσαν!) όσο τίποτα άλλο να επιβιώνω ψυχικά στην απίστευτη αυτή χώρα - αναπόσπαστο κομμάτι μας. Γιατί η ΕΡΤ προϋπήρχε του κάθε Κεδίκογλου και θα υπάρχει μετά απ' αυτόν. Παρότι ο ίδιος και το κόμμα του, που έκαναν ό, τι μπορούσαν για να την υποβαθμίσουν βάζοντας μέχρι και τον... Αιμίλιο Λιάτσο γενικό διευθυντή ειδήσεων, κόπτονται ξαφνικά για τη φαυλοκρατία και την κομματοκρατία στην ΕΡΤ, την οποία οι ίδιοι αδίστακτα εγκατέστησαν και εκπροσωπούν μαζί με το συνεταιράκι ΠΑΣΟΚ. Και αποφασίζουν και διατάσσουν να την κλείσουν, εν μια νυκτί. Για να δημιουργηθεί, από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους, που χρησιμοποιύσαν όλα αυτά τα χρόνια την ΕΡΤ ως κομματικό τους αναψυκτήριο, μια νέα, αξιοκρατική και διάφανη... "ΝΕΡΙΤ". Όσοι δεν αισθάνονται ότι αυτό το πράγμα τους προσβάλλει βαθιά, ότι τους βιάζει σαν προσωπικότητες, σαν πολίτες αυτής της χώρας, σαν ανθρώπους, ομολογώ ότι με δυσκολεύουν πολύ να επικοινωνήσω μαζί τους και να τους καταλάβω. Παρότι κάνω ό, τι μπορώ, ειλικρινά. Και περιμένω να ακούσω που μπορεί να έχω πλανηθεί.

7 Ιουν 2013

Fast and furious

Τουρκία, Κίνα, Ρωσία. Τρεις ραγδαία αναπτυσσόμενες οικονομίες με βαρύτατα δημοκρατικά ελλείμματα. Τρεις χώρες μεταξύ πολλών άλλων - ιδίως πετρελαιοπαραγωγών του νοτίου ημισφαιρίου - στις οποίες η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη πάει χεράκι-χεράκι με την απουσία δημοκρατίας, τη στρατοκρατία, την καταστρατήγηση θεμελιωδών ανθρώπινων ελευθεριών, τις δολοφονίες δημοσιογράφων, την παντοκρατορία σκοτεινών οικονομικών συμφερόντων και μαφιών. Χώρες, στις οποίες το να είσαι «αντιφρονών» αποδεικνύεται πολλές φορές μια πολύ δύσκολη, ριψοκίνδυνη υπόθεση που θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή σου.  
Καθεμιά τους αποδεικνύει περίτρανα ότι καπιταλισμός - ιδίως ο εκτροχιασμένος καζινοκαπιταλισμός των ημερών μας όπου το χρήμα σε αντίθεση με τον «οργανωμένο» και σαφώς πιο «μαζεμένο» καπιταλισμό του 20ου αιώνα χρησιμοποιείται για να γεννήσει περισσότερο, ευκολότερο, γρηγορότερο χρήμα - και δημοκρατία ποτέ δεν προϋπέθεταν ο ένας τον άλλο. 
Τα πράγματα δηλαδή ποτέ δεν ήταν όπως τα ήθελε η ναρκισσιστική νεοφιλελεύθερη αφήγηση που γοητεύει μέχρι τις μέρες μας, η οποία θριαμβολογώντας πάνω στα συντρίμμια του Τείχους του Βερολίνου αντιπαρέθετε, στον περασμένο αιώνα, τις δημοκρατικές καπιταλιστικές χώρες της Δύσης στις μη δημοκρατικές του κομμουνιστικού σιδηρού παραπετάσματος. Θεωρώντας ότι τη δημοκρατία περίπου την ψώνιζες κι αυτή από το σούπερ μάρκετ γεμίζοντας το καρότσι σου, ότι η αφθονία μαζικών καταναλωτικών αγαθών και ο καταναλωτισμός αποτελούσαν το αποκλειστικό, προνομιακό έδαφος για να ανθίσουν η ελευθερία σκέψης και έκφρασης, η ανεμπόδιστη ανταλλαγή ιδεών, όλα όσα έλαμπαν δια της απουσίας τους στα υπό κατάρρευση κομμουνιστικά καθεστώτα. 
Μάλλον, όμως, το αντίθετο ισχύει: τα ευρείας κλίμακας «οικονομικά θαύματα» λαμβάνουν χώρα, στον 21ο αιώνα, σε συνθήκες βαθιάς ανελευθερίας, δεσποτισμών κάθε μορφής, θεοκρατίας, μαζικών διωγμών «ανεπιθύμητων» από αυταρχικά καθεστώτα, εργασιακές συνθήκες στα πάσης φύσεως sweatshops όπου εργασιακά δικαιώματα πολύ απλά δεν υφίστανται, καθότι «αντιπαραγωγικά».
Σαν να επιστρέψαμε, μετά από μια μεγάλη παράκαμψη που χαρακτηρίστηκε από τον συμβιβασμό του κράτους πρόνοιας, τις μεγάλες κατακτήσεις των εργατικών κινημάτων της Δύσης, την αστικοποίηση της εργατικής τάξης στον «ανοργάνωτο», ασύδοτο, ανθρωποφάγο καπιταλισμό του 19ου αιώνα. Ή σαν να μη φύγαμε τελικά ποτέ απ' αυτόν. Σε σημείο η καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η απουσία δημοκρατίας, η στυγνή εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο με μοναδικό γνώμονα το χαμηλού κόστους κέρδος να έχει γίνει κάτι σαν προϋπόθεση για την «οικονομική ανάπτυξη». Γεγονός που θα έπρεπε οπωσδήποτε να δουν και να τους προβληματίσει οι νεοφιλελεύθεροι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς. Και να αναρωτηθούν, αν το «αόρατο χέρι» της αγοράς που έλεγε ο Άνταμ Σμιθ, μια από τις μεγάλες, θεμελιώδεις μορφές της νεοφιλελεύθερης σκέψης, απεδείχθη όχι απλώς αόρατο αλλά τραγικά ανύπαρκτο.
*γράφτηκε για την Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

21 Μαΐ 2013

Οι δυο ΣΥΡΙΖΑ

Πολλοί στην Ελλάδα εκπλήσσονται αυτό τον καιρό με την ακτινοβολία και τη δημοφιλία του Αλέξη Τσίπρα εκτός των ελληνικών συνόρων. Βλέπουν με ανοιχτό στόμα τις συναντήσεις του με τον Oliver Stone και τον Slavoj Žižek, ο οποίος έφθασε μέχρι και να πει, αστειευόμενος, ότι για όποιον δεν του αρέσει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα εισιτήριο πρώτης θέσης χωρίς επιστροφή για το… Γκουλάγκ. Όμως γιατί ο Stone αποκάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα «ελπίδα της Ελλάδας» και υποστήριξε ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά όχι μόνον στην Ελλάδα, όχι μόνον στην Ευρώπη, αλλά και στον πλανήτη; Γιατί ο Žižek θεωρεί τον ΣΥΡΙΖA «φωτεινό φάρο» στη σημερινή Ευρώπη; 

Απλώς γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διπλή υπόσταση. Υπάρχουν δυο. Υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ ο εκτός συνόρων, ένα αριστερό κόμμα που προέρχεται από την ισοπεδωμένη από τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά παιχνίδια Ελλάδα. Ένα μικρό δημοσκοπικά κόμμα που γιγαντώθηκε μέσα από την κρίση και το οποίο μάχεται, ηρωικά, ενάντια στον σημερινό καζινοκαπιταλισμό. Άκρως συμβολικό και «κινηματογραφικό» όλο αυτό, χωρίς αμφιβολία: ένα τέτοιο κόμμα από την εξαθλιωμένη από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των διεθνών «οίκων αξιολόγησης» Ελλάδα να προσπαθεί να τα βάλει, σαν ποντίκι που βρυχάται, με τον σύγχρονο εκτροχιασμένο καπιταλισμό του εύκολου κέρδους, των χρηματιστηρίων-καζίνο, του τοκογλυφικού τζόγου σε βάρος ολόκληρων εθνών-κρατών. Αυτός είναι, μέσες άκρες, ο ένας ΣΥΡΙΖΑ και αυτή η αφήγηση εντός της οποίας αναδεικνύεται σαν κόμμα σε παγκόσμια ελπίδα και ο αρχηγός του, ο Αλέξης Τσίπρας, σε αγαπημένο παιδί διαφόρων «προοδευτικών» διασημοτήτων. 

Και υπάρχει και ο άλλος ΣΥΡΙΖΑ, αυτός που ξέρουμε στην Ελλάδα. Ένα βαθιά λαϊκιστικό κόμμα με χίλιες δυο αγκυλώσεις, που μια ωραία πρωία και χωρίς να έχει κάτι άλλο να παρουσιάσει του έπεσε λόγω συγκυριών το «αντιμνημονιακό» μπαλάκι φουσκώνοντας αναπάντεχα τα εκλογικά ποσοστά του. Και ασκεί αντιπολίτευση με «χαρτί» την προσκόλληση σε ένα παρελθόν το οποίο, εν πολλοίς, έφτασε τη χώρα έως το σημείο να διασύρεται παγκοσμίως σαν χώρα «των τεμπέληδων», της διαφθοράς, της ατελείωτης, εφιαλτικής γραφειοκρατίας, της πελατειακής κομματοκρατίας, της αδυναμίας να προχωρήσει παρακάτω, να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα βγαίνοντας από το σιδηρούν παραπέτασμα πίσω από το οποίο μέχρι σήμερα κρυβόταν. Ένα κόμμα που - ίσως παρά τη θέλησή του - φαίνεται να παλεύει με νύχια και με δόντια να μην αλλάξει τίποτα, σε μια χώρα που πρέπει να αλλάξουν σχεδόν τα πάντα. 

Όλη αυτή η κατάσταση θυμίζει το πώς αντιμετωπίζονταν στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα το κομμουνιστικό κόμμα της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ και τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών-δορυφόρων της. Για πάρα πολλούς Αριστερούς της Γηραιάς Ηπείρου αντιπροσώπευαν μια κορυφαία εναλλακτική στον καπιταλισμό και ήταν αντικείμενα απύθμενου θαυμασμού, αποκλειστικοί φορείς της ελπίδας για ένα καλύτερο, ανθρωπινότερο μέλλον για την ανθρωπότητα, τόσο τα κόμματα όσο και τα αντίστοιχα καθεστώτα. Μέχρι που άρχισαν, σιγά-σιγά, να γίνονται γνωστές οι θηριωδίες του σταλινισμού, η καταπάτηση και απουσία στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών εντός αυτών των καθεστώτων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, όλα όσα γνωρίζουμε σήμερα. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, πολλοί θαυμαστές τους στη Δύση αρνούνταν πεισματικά να πιστέψουν ότι το όνειρο γινόταν εφιάλτης μέχρι τελευταίας στιγμής, μέχρι που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου και αναγκάστηκαν να δουν την αλήθεια που έτρεχε μπροστά στα μάτια τους, με τη μορφή χιλιάδων ανατολικογερμανών που έμπαιναν, λυτρωμένοι, στο δυτικό Βερολίνο. 

Δεν θα μπορούσε, βεβαίως, ούτε για μια στιγμή να υποστηριχθεί ότι έχει την παραμικρή σχέση ο ΣΥΡΙΖΑ με όλα αυτά, με τον σταλινισμό, τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τα δράματά τους. Ασφαλώς και δεν έχει. Ξαναφέρνει όμως στο προσκήνιο την «παραδοσιακή» δυσκολία της Αριστεράς να περάσει από τη μεθυστική θεωρία στην πεζή πράξη, να διανύσει το τεράστιο χάσμα από μια ιδεολογία ισότητας, δικαιοσύνης, ανθρωπιάς που στην «εφαρμογή» της εξέθρεψε χειρότερες ανισότητες, αδικίες, βαναυσότητες απ’ αυτές που γεννήθηκε να καταπολεμήσει στην πολυσύνθετη, πολυπρόσωπη, αντιφατική πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Και, μέχρι να το καταφέρει, κανείς δεν μπορεί να μεμφθεί αν κρατά τις όποιες επιφυλάξεις του.

* γράφτηκε για το φρι πρες Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

19 Μαΐ 2013

Μια έκθεση βιβλίου

Μόλις έκανα ένα πέρασμα από τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Συγκομιδή, το περίφημο δοκίμιο του Ζ.Ζ.Ρουσσώ "Περί επιστημών και τεχνών" με το οποίο πήρε μέρος και κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό της Ακαδημίας της Ντιζόν εν έτει 1750 απαντώντας στο ερώτημα του διαγωνισμού, αν "η πρόοδος των τεχνών και των επιστημών συνέβαλε στη διαφθορά ή στη βελτίωση των ηθών" αρνητικά. Υποστηρίζοντας ότι "οι επιστήμες, τα γράμματα και οι τέχνες απλώνουν γιρλάντες με άνθη στις σιδερένιες αλυσίδες που συνθλίβουν τους ανθρώπους, πνίγουν μέσα τους το αίσθημα της αρχέγονης ελευθερίας με την οποία φαίνονταν να έχουν γεννηθεί, τους κάνουν να αγαπήσουν τη σκλαβιά και τους μετατρέπουν σε ό, τι ονομάζουμε πολιτισμένους λαούς". Και ανοίγοντας έναν ολόκληρο κύκλο φιλοσοφικού προβληματισμού για τους αιώνες που ακολούθησαν γύρω από τον ανθρώπινο πολιτισμό, τον Διαφωτισμό του οποίου υπήρξε μια από τις μεγάλες και πολύ ιδιαίτερες φυσιογνωμίες, τον ίδιο τον σύγχρονο άνθρωπο. Προβληματισμό που μας καταδιώκει ακόμη, αμείλικτα, ιδίως μετά τις φρικαλεότητες του 20ου αιώνα, τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα γκούλαγκ.

Με τον Ρουσσώ ανά χείρας έκανα τις βόλτες μου στην έκθεση, πέφτοντας κάποια στιγμή πάνω σε μια παρουσίαση ενός βιβλίου του Θανάση Χειμωνά. Συζητούσε ο ίδιος με έναν κύριο από ένα περιοδικό ονόματι "Soul" και από κάτω, από το κοινό, παρενέβαινε και τον "ανέκρινε" ο Μένης Κουμανταρέας που καθόταν στην πρώτη σειρά καθισμάτων. Στάθηκα λίγο και παρακολούθησα. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ακούγοντας ήταν πόσες φορές αναφέρθηκαν στον "συγγραφέα". Ο συγγραφέας εκείνο, ο συγγραφέας το άλλο, ο συγγραφέας εκεί, ο συγγραφέας παραπέρα. Να πω, ειρήσθω εν παρόδω, ότι ο Θανάσης Χειμωνάς μου είναι συμπαθέστατος. Φαίνεται ωραίος τύπος, με το χιουμοράκι του, μια χαρά παιδί. Αλλά όσο στεκόμουν  εκεί και τους παρακολουθούσα, μου φάνηκε πολύ "συγγραφέας", μιλούσε πολύ δηλαδή αυτός και άλλοι με μικρόφωνα ανά χείρας για τον ίδιο ως συγγραφέα (αν μπορεί να ζήσει από τα βιβλία του, σε ποιους απευθύνονται τα βιβλία του και άλλα τινά). Πράγμα που με έκανε να αναρωτηθώ αν ο Όργουελ ή ο Κάφκα (δυο αγαπημένοι) θα είχαν στη διάρκεια της ζωής τους αναφερθεί στους εαυτούς τους ως συγγραφείς όσες φορές το έκανε ο Θανάσης στη μια αυτή ώρα.

Άδικη η σύγκριση, βεβαίως. Και ο Θανάσης ήταν απλώς μια αφορμή για αυτές τις σκέψεις. Αλλά αναρωτιέμαι, για να το πω κάπως χοντρά, αν το παρακουράζουμε. Αναρωτιέμαι, τι από όλα αυτά θα αντέξει στον αμείλικτο, που δεν καταλαβαίνει από παρουσιάσεις και μικρόφωνα χρόνο. Και αν γνωρίζοντας κατά βάθος πολύ καλά ότι δεν θα αντέξουμε, αναλωνόμαστε σε γιρλάντες και άνθη, που θα 'λεγε και ο Ρουσσώ. Αν έχοντας επίγνωση ότι ζούμε σε μια εποχή που πολύ λίγα θα αφήσει πίσω της, κοιτάμε τουλάχιστον να το διασκεδάσουμε. Και, σε αυτό το κλίμα, μια μπυρίτσα θα την έπινα με τον Θανάση. Αλλά όχι ως "συγγραφέα".

1 Μαΐ 2013

Το Πάσχα στο συρτάρι

Αυτό το Πάσχα κρύβει μιαν άλλη αλήθεια. Διαχέει μιαν άλλη αίσθηση. Ίσως επειδή, τρία χρόνια τώρα, μάθαμε τι σημαίνει Γολγοθάς. Και μόνον σαν ανέβεις έναν Γολγοθά, με τον ολόδικό σου σταυρό στην πλάτη, μπορείς να χαρείς πραγματικά την Ανάσταση. Κι ας αργεί. Κι ας μην αχνοφαίνεται πουθενά.

Αυτό το καλοκαιριάτικο, μαγιάτικο Πάσχα δεν είναι το φτηνό, εύκολο, λοβοτομημένο Πάσχα του Jumbo. Η φτήνια μας τελείωσε, γιατί δεν ήταν παρά το άλλο πρόσωπο της δανεικής ευζωίας, το ίδιο άδειο, το ίδιο βουβό, το ίδιο ανόητο. Δεν είναι ούτε το χλιδάτο, ξέγνοιαστο Πάσχα της καταναλωτικής belle epoque από την οποία μόλις βγήκαμε χορτασμένοι, αλλά και στερημένοι μαζί. Στερημένοι αξίες, ιδανικά, ανθρώπινα πρόσωπα χωρίς γυαλιά ηλίου, δήθεν ύφος, ζελεδαρισμένα μαλλιά. Πρόσωπα που να μπορούν να σου μιλήσουν και να τους μιλήσεις.

Αυτό το ασυνήθιστο Πάσχα προσιδιάζει περισσότερο στα Πάσχα των παιδικών χρόνων, όπου όλα κρατούσαν ακόμα το νόημά τους, κάποιο νόημα εν πάση περιπτώσει. Έστω και ξεφτισμένο. Πριν την επέλαση του σημερινού τυποποιημένου, πλαστικού, ανοργασμικού ανθρωπότυπου. Όταν δεν ήταν γεμάτα τα ουζερί Μεγάλη Παρασκευή βράδυ, όταν οι άνθρωποι έβαφαν αυγά, έφτιαχναν κουλουράκια και τσουρέκια μονάχοι, όταν υπήρχε ένα δέος. Όχι μόνον απέναντι στα θεία, αλλά και στους ανθρώπους, στη φύση. Ένα δέος που σε έφερνε στα μέτρα σου, τα ανθρώπινα, που ταπείνωνε και σε εξύψωνε, με μια μονάχα κίνηση.

Στα δικά μου παιδικά συρτάρια, κάθονται αναμνήσεις από τον μεγάλο κήπο όπου έρχονταν φίλοι των γονέων. Και εμείς, τα μικρά, μετά την νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας μπορούσαμε την Κυριακή να χαρούμε τη φρέσκια μας ζωή, γιορτάζοντας την άνοιξη ολόγυρα. Δεν ξέρω τι πραγματικά έχει μείνει απ' αυτά ή τι μπορεί να κρύβουν άλλα παιδικά ή εφηβικά συρτάρια, αλλά αυτό το Πάσχα σα να μας γυρίζει κάπου πίσω. Σεμνά. Γλυκά. Αθόρυβα. Αλλά τόσο σοφά.

30 Απρ 2013

Στο τρένο

Ένα ταξίδι με το τρένο σου προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να ιδωθείς, να μιλήσεις με ανθρώπους τυχαία ριγμένους στο ίδιο βαγόνι μ’ εσένα και να ανοίξετε, για λιγάκι, ο ένας στον άλλο παράθυρα και πόρτες στις ζωές σας. Δισταχτικά στην αρχή, ευκολότερα όσο κυλά η ώρα.

Στο ένα ταξίδι, αυτό του  πηγαιμού, συνταξιδιώτισσα μια νεαρή  γυναίκα γύρω στα τριάντα. Η καταγωγή της από κάποιο πανέμορφο νησί, αλλά η ίδια ζούσε στην Αθήνα με το φίλο της. Είχε σπουδάσει κάτι καινοτόμο και εφαρμοσμένο που σε κάποια άλλη χώρα, με βιομηχανικές υποδομές, θα της είχε εξασφαλίσει βέβαιη επαγγελματική αποκατάσταση. Στην Ελλάδα όμως, τη σημερινή Ελλάδα, άνεργη. Σκέφτονταν με το φίλο της να φύγουν για την Ολλανδία, σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Ο πατέρας, στο νησί, είχε μια οικογενειακή επιχείρηση που τους μήνες του τουρισμού θα έβγαζε αρκετό χρήμα, αλλά δεν ήθελε να γυρίσει εκεί, να φτιάξει την οικογένειά της και τη ζωή της σε ένα μέρος κολλημένο σε έναν άχρονο, στάσιμο χρόνο (όπως ολόκληρη η ελληνική επαρχία), ζώντας από τις πρόσκαιρες υπηρεσίες της τουριστικής περιόδου, μεγαλώνοντας τα παιδιά της ανάμεσα σε ψησταριές, καφέ, συνοικιακά κουτσομπολιά. Γι’ αυτό και ο ξενιτεμός φάνταζε σαν μοναδική λύση απέναντι στον τοίχο που η ίδια και ο σύντροφός της, στα τριάντα τους, συνάντησαν. Τοίχος αδιαπέραστος, αδυσώπητος, χωρίς ανοίγματα που να σου επιτρέπουν να δεις τι μπορεί να κρύβεται πίσω του, παραπέρα.
Στο άλλο ταξίδι, αυτό της  επιστροφής, συνταξιδιώτισσα μια  άλλη νεαρή γυναίκα, γύρω στα τριάντα  πέντε, καθηγήτρια στη μέση εκπαίδευση. Με μισθό ψαλιδισμένο στα σύνορα της επιβίωσης, της ανέχειας. Είχε γυρίσει διάφορα μέρη της Ελλάδας διδάσκοντας σε λογιών σχολεία και τώρα επέστρεφε στον τόπο της για να περάσει μαζί με τους δικούς της το Πάσχα. Οι συχνές μετακινήσεις από τον έναν τόπο στον άλλον λόγω της δουλειάς της, ο πενιχρός της μισθός, οι μικρές επαρχιακές κοινωνίες που καμιά φορά, αν ξεχωρίζεις, αν ξεφεύγεις από τα μίζερα, προκατασκευασμένα χαρακώματα που σε θέλουν χωμένο  σε βάζουν στο μάτι, σε περιθωριοποιούν, δεν της είχαν επιτρέψει να χτίσει μια ζωή όπως μπορεί να την ήθελε. Παρ’  όλα αυτά, παρέδιδε μαθήματα, και εκτός τάξης. Εκεί, στο κουπέ του intercity. Μαθήματα αξιοπρέπειας, ανθρωπιάς. Κουβαλούσε σακούλες γεμάτες πράγματα σε πασχαλινές συσκευασίες για τους δικούς της και, στη ροή του ταξιδιού, οι σακούλες άρχισαν  να ανοίγουν, να σκίζονται περιτυλίγματα, να ξετυλίγονται κόκκινες, γιορτινές κορδέλες για να προσφέρει: χειροποίητα κουλουράκια, ψωμί μοσχοβολιστό, σοκολατάκια, τριαντάφυλλα. Σε παιδιά και μεγάλους. Χέρια απλώνονταν, έπαιρναν. Ο μικρός, ταπεινός  χώρος του κουπέ ζεστάθηκε από τη διαρροή ανθρωπιάς που άρχισε να τον γεμίζει. Οι καρδιές άρχισαν να λιώνουν. Οι πάγοι να σπάζουν.
Σε μια χώρα που της  αρέσει να ασχολείται με Λαζόπουλους, Καμμένους, Τράγκες, με τις διαφημίσεις του Jumbo, αν ξύσεις την σαπισμένη επιφάνεια της παρακμής θα βρεις από κάτω έναν ζωντανό οργανισμό. Με κύτταρα, ανθρώπινες υπάρξεις που κάθε μέρα δίνουν τους δικούς τους αγώνες ενάντια στα κύματα της εξαθλίωσης, αφήνοντας τα ολόδικά τους, ανεξίτηλα χνάρια. Και που σπρώχνουν κι εσένα, που ανυποψίαστος ταξιδεύεις σε ράγες την Ελλάδα να πας παρακάτω μαζί τους. Καλύτερα, ομορφότερα, ανθρωπινότερα. Αφήνοντας το μάτι να γλιστρήσει από το παράθυρο έξω για να χαρεί το πράσινο της άνοιξης που σμίγει με τα χιόνια που λιώνουν στην καρδιά, παραχωρώντας τη θέση τους στα αγριολούλουδα της ελπίδας, που έκαναν να ξεπεταχτούν κάτι τέτοιοι άνθρωποι. Πλούσιοι.
γράφτηκε για το φρι πρες Parallaxi και δημοσιεύτηκε εδώ

24 Απρ 2013

Nοσταλγοί



Σάλος από δημοσκόπηση  μεγάλης εφημερίδας, επ’ αφορμή της συμπλήρωσης 46 χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967, στην οποία 30% των ερωτηθέντων είπε ότι επί επταετίας τα πράγματα ήταν καλύτερα απ’ ό, τι σήμερα. Βέβαια, αν καλοκοιτάξουμε, το ίδιο το ερώτημα της δημοσκόπησης προδιαθέτει, καθοδηγεί:  «Σε λίγες μέρες θα έχουμε 21η Απριλίου. Ορισμένοι λένε ότι στη δικτατορία ήταν καλύτερα τα πράγματα από ό, τι σήμερα. Εσείς προσωπικά συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την άποψη αυτή;» Ερώτημα απαράδεκτο από μόνο του, ανόητο, ανιστόρητο και άκρως υπαινικτικό. Ένα ερώτημα-διαπίστωση που καθοδηγεί τον ερωτώμενο να «σκοτώσει» μέσα του τη δημοκρατία, να αποδεχτεί τη χρεοκοπία όχι μόνο την οικονομική αλλά και την πολιτική του νεότερου ελληνικού κράτους και να νοσταλγήσει χωρίς δισταγμούς τη δικτατορία. Καθοδηγούμενος, όπως έχει συνηθίσει να καθοδηγείται σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς από opinion leaders τύπου και επιπέδου Χάρρυ Κλυνν ή Λάκη Λαζόπουλου, από πολιτικάντηδες τύπου Παύλου Χαϊκάλη. Τυχοδιώκτες λαοπατέρες, που έχουν πείσει τους τηλεθεατές ή τους διαδικτυακούς ανορθόγραφους σχολιαστές τους ότι έχουμε, στην Ελλάδα, μια ιδιότυπη χούντα «δοσίλογων». 
Λαοπατέρες που βρήκαν και κάνουν, αναμφίβολα. Η ασταμάτητη ανεργία, η μαζική εξαθλίωση, τα διογκούμενα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά αδιέξοδα έφεραν για κερασάκι μια ιδιόμορφη, αλλά βαθιά διαβρωτική φασιστοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Έβγαλαν στην επιφάνεια έναν μαινόμενο και σίγουρο για τα δίκαιά του όχλο που κυνηγά με διαδικτυακές κρεμάλες και κατάρες τους «δοσίλογους» που θεωρεί υπεύθυνους για την δική του παρακμή. Μια άμορφη μάζα ανθρώπων που εκλέγει λούμπεν νεοναζί στο Κοινοβούλιο, που αναδεύει τον φραπέ της στους φτηνούς πλαστικούς καναπέδες με τις άνετες μαξιλάρες  κάποιου παρακμιακού καφέ ακούγοντας καψουροτράγουδα και βρίζοντας, ορκιζόμενη εκδίκηση. Γιατί δεν μπορεί, τρία χρόνια τώρα, να κάνει τίποτα περισσότερο. Γιατί δεν ξέρει, δεν έμαθε ποτέ να κάνει κάτι περισσότερο.
Ζουν, όλοι αυτοί οι οργισμένοι, σε μια χώρα που έχει υποστεί μια τραγική αποβιομηχάνιση, μια πραγματική οικονομική καθίζηση και προσπαθεί – ακόμα! – να καλύψει τα θεόρατα χάσματα στα θεμέλια της οικονομίας της ανοίγοντας κομμωτήρια, γυράδικα, ζαχαροπλαστεία, καφέ-μπαρ, βρακάδικα με σέξι εσώρουχα. Αρνείται αυτή η κοινωνία  να δει την πραγματικότητα, όπως έκανε χρόνια τώρα. Κι ας μετρούσε ανάποδα το χρονόμετρο. Το οποίο χρονόμετρο, κάποια στιγμή πριν τρία χρόνια στο γραφικό Καστελόριζο, μηδένισε. Και αντί να κάτσει αυτή η κοινωνία να σκεφτεί τι της συνέβη και να ανασκουμπωθεί, να σοβαρευτεί,  πήρε μια κατηφόρα χωρίς τελειωμό. Παραδομένη σε ιεροκήρυκες μίσους που της εμφύσησαν, εκμεταλλευόμενοι το χαμηλό μορφωτικό της επίπεδο, μια νοοτροπία «θύματος» των απανταχού Κακών, εντός και εκτός ΕΕ, που έχουν βάλει στόχο να μας εξοντώσουν σαν λαό για να μας εκδικηθούν, που όλα αυτά τα χρόνια τρώγαμε με χρυσές κουτάλες χωρίς να παράγουμε. Και κάπου εδώ, αφού τρία χρόνια ακούει, αυτό το μαινόμενο, εξαθλιωμένο, ανιστόρητο πλήθος από όλους αυτούς τους «φίλους του λαού» που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια με στεντόρειες φωνές ότι ούτε επί επταετίας δεν γίνονταν αυτά, δεν θέλει και πολύ για να απαντήσει στον δημοσκόπο ότι ναι, τότε ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και είναι τυχερός ο οργισμένος αυτός όχλος. Γιατί δεν ζει ο Σπύρος Μουστακλής ή ο Αλέκος Παναγούλης. Να του ρίξουν μια κλωτσιά.

γράφτηκε για το φρι πρες Parallaxi και ανέβηκε εδώ

14 Απρ 2013

Εύκολα και γρήγορα

Βλέπω σε ένα μικρό βίντεο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στο διαδίκτυο τα εξεγερμένα κορίτσια, φοιτήτριες, του ΤΕΙ Πατρών. Κλείδωσαν σε μια αίθουσα συνεδριάσεων  τους καθηγητές τους και τον πρόεδρο του ιδρύματος και του επιτίθενται φραστικά, σε κακά, φτωχά ελληνικά, απ’ αυτά που δυστυχώς χαρακτηρίζουν πολλούς εικοσάρηδες. Φαντάζεται κανείς ακούγοντας τι θα γινόταν, αν επιχειρούσαν να πουν όσα ακούγονται στο βίντεο και γραπτώς, με πόσες ανορθογραφίες θα διανθίζονταν τα – δίκαια ή άδικα, δεν εξετάζεται αυτό – αιτήματά τους.

Τα παιδιά αυτά, φοιτητές στα δημόσια πανεπιστήμια της χώρας, αντιπροσωπεύουν  μια γενιά που μεγάλωσε στην αγκαλιά της τεχνολογίας. Ενηλικιώθηκαν με γρήγορο ίντερνετ, «έξυπνα» κινητά, δορυφορική τηλεόραση, υπερσύγχρονα αυτοκίνητα με GPS και Bluetooth, iPod, ταμπλέτες. Το μότο της τεχνολογίας, ο δούρειος ίππος της στην εκπόρθηση των ζωών μας, των ζωών τους;  Μπορεί να συμπυκνωθεί σε δυο λεξούλες: εύκολα και γρήγορα. Όλα τα προϊόντα υψηλών τεχνολογικών προδιαγραφών αυτό τάζουν, σε αυτό στηρίζονται για να κατακτήσουν ακόμα και τον πιο «δύσκολο» καταναλωτή.  Προσφέρουν τη μοναδική δυνατότητα να κάνεις όλο και πιο εύκολα, όλο και πιο γρήγορα, το οτιδήποτε: να στείλεις ένα μήνυμα από το κινητό, να σερφάρεις στο διαδίκτυο, να περάσεις σε χρόνο μηδέν ένα  καινούργιο τραγούδι στο iPod, να γράψεις μια εργασία για το τάδε ή δείνα πανεπιστημιακό μάθημα με copy paste από τη Wikipedia ή κάποιο site. Εύκολα. Γρήγορα. Με το πάτημα ενός κουμπιού.

Στην αντίπερα όχθη, το μότο της Παιδείας σε οποιοδήποτε επίπεδο, από το δημοτικό σχολείο μέχρι τις πανεπιστημιακές σχολές, ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων και παραμένει το ακριβώς ανάποδο: δύσκολα και αργά. Η μάθηση απαιτεί κόπο, η εκ-παίδευση  σου ζητά να παιδευτείς, να ιδρώσεις, να κουραστείς, να σκύψεις πάνω από βιβλία, να πονοκεφαλιάσεις, να προβληματιστείς. Χωρίς βιασύνες. Μοναχικά. Άχαρα. Διδάσκεσαι ότι τίποτα, και πάνω απ’ όλα η γνώση, δεν κατακτιέται άκοπα, ανέξοδα, στο πόδι. Κάθε κατάκτηση στον χώρο της γνώσης προϋποθέτει μια μεγάλη αναμέτρηση με τον ίδιο σου τον εαυτό, με τα μέχρι τότε εσωτερικά σου σύνορα, με τους όποιους φόβους σου, την υπομονή και την επιμονή σου.

Και εδώ έρχεται ξεκάθαρη και απαστράπτουσα, η αντίθεση μεταξύ δυο αντίπαλων κόσμων: του κόσμου του εύκολου και γρήγορου στον οποίο γεννήθηκαν και απολαμβάνουν μέχρι το μεδούλι αυτά τα παιδιά, τον κόσμο της ήσσονος προσπάθειας που σε προστάζει, παρατάσσοντας έναν ολόκληρο στρατό από gadgets, να «αράξεις» και να τον αφήσεις να σου κάνει τη ζωή εύκολη, τεμπέλικη, ραχατλίδικη. Και του κόσμου της Παιδείας, που περιμένει να αφήσεις στην άκρη το «έξυπνο» υπερδραστήριο κινητό σου  και να ακούσεις δια ζώσης και με μεγάλη ταπεινότητα και προσοχή τον καθηγητή σου, να κάνεις στην άκρη το λάπτοπ με τον αυτόματο διορθωτή κειμένου για να μάθεις να μιλάς και να γράφεις σωστά ελληνικά, να αφήσεις το iPod  και να ανοίξεις έναν Καζαντζάκη, έναν Σεφέρη, έναν Παπαδιαμάντη. Ένας κόσμος, που σε καλεί να κάνεις την επανάστασή σου. Γιατί η μεγαλύτερη επανάσταση, στην εποχή του εύκολου και γρήγορου, είναι ακριβώς  η Παιδεία.

γράφτηκε για τo φρι πρες Parallaxi και ανέβηκε εδώ