5 Δεκ 2014

Νίκο Ρωμανέ είσαι λάθος

Βλέπω αρκετούς ανθρώπους γύρω μου, στα «social media» και αλλού, που θεωρούν, ψυχρά και αποστασιοποιημένα, με αφορμή την απεργία πείνας του για να σπουδάσει και όλα όσα γίνονται και συζητούνται γύρω απ’ αυτή, ότι ο Νίκος Ρωμανός είναι ένας άμυαλος νεαρός στην καλύτερη περίπτωση, ένας επικίνδυνος εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου στη χειρότερη, που έκανε λάθη και πρέπει να πληρώσει. Λένε πολλά περισσότερα, περιφερειακά, αλλά εκεί μπορεί να μαζευτεί το όλο argument - στα λάθη (του) που πρέπει να πληρωθούν. Λάθος είναι όταν φεύγεις και διαπιστώνεις ότι ξέχασες να πάρεις τα σκουπίδια. Ή όταν οδηγείς και μιλάς στο κινητό. Αλλά όταν στα 15 σου βγαίνεις μια βόλτα με τον κολλητό σου στα Εξάρχεια και καταλήγεις να ξεψυχάει στην αγκαλιά σου πυροβολημένος κατάστηθα, όχι, δεν έχεις κάνει κάτι λάθος. Όταν ζεις σε μια χώρα που αδυνατεί να σου απαντήσει στο ερώτημα γιατί έγινε αυτό, σε εσένα και όλους τους συνομηλίκους σου, πάλι δεν έχεις κάνει κάτι λάθος. Όταν βλέπεις από το 2008 μέχρι σήμερα τη χώρα αυτή να καταρρέει, να βυθίζεται σε ένα τέλμα ψεμάτων, υποκρισίας, να θυσιάζεται ένας ολόκληρος λαός και μαζί του η ίδια η δημοκρατία στο βωμό της «οικονομίας» και των «αγορών», όχι, ούτε εδώ έχεις κάνει κάποιο λάθος. Σε αυτό τον εξαγριωμένο καπιταλισμό του 21ου αιώνα θα πηγαίνεις αξύριστος και ρακένδυτος στην τράπεζα, μια από τις δεκάδες της χώρας, για να πληρώσεις σε έναν κουστουμαρισμένο, φρεσκοξυρισμένο υπάλληλο τα οφειλόμενα στο παραδομένο επί τεσσαρακονταετία στην κλεπτοκρατία και τη διαπλοκή με μεγαλοεπιχειρηματίες, καναλάρχες και δεν συμμαζεύεται ελληνικό κράτος. Και αν αυτό όλο δεν σου αρέσει, ε, είσαι λάθος. Και θα κάνεις λάθη. Λάθη που θα πληρώσεις, λάθη που όλοι οι υπόλοιποι νομοταγείς πολίτες, που σε κρίνουμε από το Facebook ή όπου αλλού, δεν κάνουμε. Που να σηκώνεσαι τώρα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

21 Οκτ 2014

Νέα Υόρκη-Χανιά: ένα πολύ μεγάλο ταξίδι

Το δημοκρατικό πνεύμα που εμπνέει και κατευθύνει την αμερικανική ζωή και ιστορία δεν είναι δυσκολονόητο. Οι ιδέες στις οποίες αναλύεται μας είναι πολύ οικείες· ίσως μάλιστα να μας δίνουν και μιαν εντύπωση κοινοτοπίας. Συχνά, μέσα στις ευρωπαϊκές αναστατώσεις του 20ου αιώνα, μπορεί να φάνηκαν, σε πολλούς από μας, ξεπερασμένες ή ανεδαφικές. Η αξία τους δε βρίσκεται στην πρωτοτυπία, αλλά στο σφρίγος που τις γεμίζει στην Αμερική, στην αμάραντη νιότη που ζουν εκεί και που κάνει το κουρασμένο μυαλό του Ευρωπαίου να συλλογίζεται κάποτε ότι ίσως οι ιδέες να εξακολουθούν να έχουν δίκιο κι ίσως οι πραγματικότητες της σύγχρονης Ευρώπης να έχουν άδικο.

Αυτά τα λόγια του Γιώργου Θεοτοκά, μιας από τις λιγότερο προβεβλημένες αλλά αξιολογότατες μορφές της περίφημης γενιάς του ’30 από το Δοκίμιο για την Αμερική του που πρωτοεκδόθηκε, ύστερα από ένα ταξίδι του στις ΗΠΑ, το 1954 έρχονται στο νου ακούγοντας την ιστοριούλα γύρω από το «πάθημα» του Μπαράκ Ομπάμα πριν κανένα μήνα. Έτρωγε λέει σε ρεστοράν της Νέας Υόρκης με τη γυναίκα του όταν ήρθε η στιγμή να πληρώσει αλλά η πιστωτική του κάρτα δεν έγινε δεκτή, επειδή πιθανότατα είχε καιρό να τη χρησιμοποιήσει. Απολογήθηκε στη σερβιτόρα και την κατάσταση έσωσε η Μισέλ, που πλήρωσε το λογαριασμό με τη δική της.

Η ιστοριούλα αυτή μπορεί να μην έχει όπως ακριβώς τη διηγήθηκε ο Ομπάμα, ποιος μπορεί άλλωστε να ξέρει. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Εκείνο που μετρά είναι το ηθικό της δίδαγμα: ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, όπως κάθε κρατικός αξιωματούχος δεν είναι, στα πλαίσια της αμερικανικής δημοκρατίας, παρά ένας απλός πολίτης με κάπως αυξημένες αρμοδιότητες κι ευθύνες. Αρμοδιότητες κι ευθύνες που δεν του απαγορεύουν, ίσα-ίσα επιβάλλουν, προκειμένου να μην πάρει η δημοκρατία που τον εξέλεξε στο πόστο του χαρακτηριστικά ολιγαρχικά, να συμπεριφέρεται όπως όλοι - και να του συμπεριφέρονται όπως σε όλους.

Πριν λίγες μέρες στα Χανιά, στο αεροδρόμιο της πόλης, ο Πάνος Καμμένος εκστόμισε βαριές ύβρεις εναντίον ενός υπαλλήλου ασφαλείας όταν ο ατυχής επιχείρησε να του κάνει σωματικό έλεγχο. Κάτι, που δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Οι κάθε είδους αξιωματούχοι αυτής της μικρής χώρας συμπεριφέρονται, δημοσίως, με τρόπο που θυμίζει περισσότερο μέλη βασιλικής οικογένειας παρά πολίτες. Πράγμα, που σε ξαναφέρνει στις σκέψεις του Θεοτοκά: η αξία των δημοκρατικών ιδεωδών δεν έγκειται στην πρωτοτυπία τους (και μπορεί, πραγματικά, να ακούγονται ξεπερασμένα ή και ανεδαφικά, ιδίως στη σημερινή οικονομοκρατούμενη Ευρώπη) αλλά στο κατά πόσον διατηρούνται ζωντανά. Ακόμα και στο αεροδρόμιο Χανίων λίγο πριν πετάξεις, την ώρα που συναγελάζεσαι με άλλους κοινούς θνητούς.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

Βεργίνα, όπως Βάρη

Βεργίνα. Κάπως έτσι ξεκινά η κατάδυση στους θησαυρούς που έφερε στο φως ένας σπάνιος άνθρωπος ονόματι Μανόλης Ανδρόνικος. Με το που καταδύεσαι, το σκοτάδι σε κυριαρχεί, σου επιβάλλεται, σε αφήνει με τους δικούς σου ρυθμούς, μακριά από το πάντα πιεστικό φως της μέρας να προσεγγίσεις τις φωτεινές βιτρίνες. Στεφάνια μυρτιάς ή βαλανιδιάς, λάρνακες, λουτήρες, χίλια δυο μικροαντικείμενα καθαρισμένα, τακτοποιημένα, με χαραγμένη ανεξίτηλα πάνω τους τη λεπτότητα ενός πολιτισμού που, κοντά δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά τη δύση του, σου ξετυλίγει μπροστά στα μάτια σου μια διαφορετική σχέση ανθρώπου-φύσης. Μια σχέση άλλη, όπου ο άνθρωπος δεν την κυριαρχεί, δεν της επιβάλλεται, δεν τη μπαζώνει. Αλλά τη φτιάχνει τέχνη, στολίζει μ' αυτή τους νεκρούς του για να τους επιστρέψει, ανθοστόλιστους, στη γη. Ενός πολιτισμού άλλου, που σε ξενίζει με τον τρόπο που κεντά το χρυσό, που ντύνει το χρόνο του. Αλλά, ταυτόχρονα, σε τραβά κοντά του - μέσα του.

Η ανάδυση, επίπονη. Πέρα απ’ το φως, που μετά την περιήγηση στα σκοτάδια της ιστορίας σε αιφνιδιάζει, βγαίνοντας σε περιμένει σχεδόν απέναντι απ’ την είσοδο κι η πρώτη οικογενειακή ταβέρνα. Παρακάτω, το σνακ-μπαρ. Κι ύστερα, ένα δάσος από χάρτινα τραπεζομάντηλα: σουβλάκια, μπιφτέκια στα κάρβουνα ζώνουν τους τάφους περιμένοντας τον επισκέπτη για να τον χορτάσουν. Εξαντλημένος από την περιήγηση στους αιώνες να πιει την κόκα κόλα του, να φάει ένα με απ’ όλα για να συνέλθει, να επιστρέψει στις στοργικές αγκάλες ενός σουβλατζίδικου πολιτισμού που ποτέ δεν τον άφησε νηστικό. Γιατί, κακά τα ψέματα, οι κληρονόμοι - και όχι «απόγονοι», κληρονόμοι και μάλιστα καλοφαγάδες, όπως κάθε κληρονόμος που σέβεται τον εαυτό του - δεν χάνουν το χρόνο τους με ψιλολογήματα: πεινάνε. Στην Αμφίπολη, ακούω, άνοιξαν οι πρώτες καντίνες.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

9 Οκτ 2014

Ξενύχτια

Ελλάδα, 24 Ιουλίου 1974. Η δημοκρατία αποκαθίσταται ύστερα από την επταετία των Συνταγματαρχών. Επιστρέφει από το Παρίσι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αναλαμβάνει να ξαναβάλει τη χώρα στο δρόμο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο κόσμος που στριμώχτηκε στο αεροδρόμιο να τον υποδεχτεί, παραληρεί. Ανακούφιση, ενθουσιασμός, ελπίδες, θαυμασμός, όλα ανάμικτα σε ένα κοκτέιλ προσωπολατρίας και προσμονής καλύτερων ημερών.

Ελλάδα, 8 Οκτωβρίου 2014. Όλος αυτός ο καλοπροαίρετος κοσμάκης που παραληρούσε εκείνο το ζεστό, μεθυστικό καλοκαιριάτικο βράδυ για την επιστροφή του «εθνάρχη» και τη λύτρωση της Ελλάδας από μια επταετία φόβου και αβάσταχτης ανοησίας των βαθμοφόρων κυβερνώντων της δύσκολα θα φανταζόταν αυτό που συμβαίνει. Σαράντα χρόνια μετά την πτώση της Χούντας ο πρώην Γενικός Γραμματέας της Νεολαίας της Ε.Π.ΕΝ., του κόμματος που ίδρυσε μέσα από τη φυλακή ο έγκλειστος δικτάτορας, επικεφαλής της Χούντας των Συνταγματαρχών Γεώργιος Παπαδόπουλος, θα εμφανιστεί παράτυπα σε ρόλο πρωθυπουργού, μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Θα «πρωθυπουργεύσει», ανοίγοντας με την τοποθέτησή του τριήμερη συζήτηση για ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. 

Η Μεταπολίτευση, όπως τουλάχιστον την ήθελαν τα κλισέ είχε στόχο της την εδραίωση της δημοκρατίας στη χώρα, του δημοκρατικού φρονήματος στους πολίτες της. Τη γερή εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού πολιτεύματος απαλλαγμένου από σκιές του παρελθόντος, από εκλογές «βίας και νοθείας», αυταρχισμούς, ακρότητες, «πολιτική βία» που όλοι την καταδικάζουν απ’ όπου κι αν προέρχεται. Αίτημα αναντίρρητα δίκαιο για μια χώρα πολιτικά πολύπαθη, που στον μικρό της βίο της έλαχαν πολλές περισσότερες πολιτικές ατυχίες, παλινωδίες, τραγωδίες απ’ όσες της έπρεπαν. Και πιο επίκαιρο από ποτέ, σε μια παγκόσμια συγκυρία που η οικονομία έχει για τα καλά καπελώσει τη δημοκρατία, που οι πολιτικές αποφάσεις μετρούνται σε ευρώ. 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έφτασε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2 το πρωί εκείνης της ημέρας και ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 4. Και κάτι μου λέει ότι αυτή τη δημοκρατία την περιμένουν πολλά ξενύχτια ακόμα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

19 Σεπ 2014

Εσύ πήρες iPhone 6;

Βλέπω φωτογραφίες με τις ουρές κατασκηνωτών που υπομονετικά, κάτω από τις δυσμενέστερες καιρικές συνθήκες, περιμένουν την έλευση του iPhone 6. Θα μπορούσε κανείς να πει όχι καταναλωτών, ούτε καν κατασκηνωτών, αλλά προσκυνητών. Γιατί πραγματικά, οι ουρές αυτές, με ανθρώπους ταλαιπωρημένους από τις κακουχίες της πολύωρης αναμονής, πεινασμένους, διψασμένους, θυμίζουν προσκυνητές άλλων εποχών που θα έδιναν ώρες, μέρες, μήνες από τη ζωή τους για να φτάσουν μέχρι το αντικείμενο της λατρείας τους: μια θαυματουργή εικόνα. Ή, στην περίπτωσή μας, ένα θαυματουργό κινητό.

Βλέποντας σκέφτομαι ότι για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, η έκδοση κάθε καινούργιου iPhone αποτελεί ένα καταναλωτικό γεγονός. Καταναλωτικό γεγονός: καινούργιες λέξεις για να περιγράψουν ένα πραγματικά πρωτόγνωρο φαινόμενο. Γιατί δεν νομίζω να υπήρξαν ποτέ άλλοτε καταναλωτικά γεγονότα πλανητικής κλίμακας. Ίσως όταν βγήκαν οι πρώτες τηλεοράσεις στον περασμένο αιώνα οι καταναλωτές να έκαναν ουρές για να αποκτήσουν μια. Όμως, το να σχηματίζονται ουρές όχι για ένα καινούργιο αγαθό αλλά για ένα καταναλωτικό προϊόν συγκεκριμένης μάρκας (όχι για την τηλεόραση, αλλά για μια τηλεόραση συγκεκριμένης μάρκας) αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο εντελώς άλλης τάξεως.

Ένα καταναλωτικό προϊόν η παρουσίαση του οποίου στους καταναλωτές αποκτά την αίγλη, ενδύεται τον μανδύα ενός γεγονότος, μιας είδησης. Σχεδόν ενός φυσικού φαινομένου, από τη στιγμή που ακούς ότι θα φτάσει σε κάθε χώρα του πλανήτη σε διαδοχικά κύματα σαν ένα καταναλωτικό τσουνάμι . Με όλα αυτά έρχονται στο νου και τα λόγια του Κορνήλιου Καστοριάδη, ότι ο πολίτης που έχει παγιδευτεί στο τέλμα της καταναλωτικής κοινωνίας πολύ δύσκολα θα μπορέσει να θεωρήσει ένα πλήθος άλλων δυνατοτήτων που ανοίγονται γύρω του και, ανάλογα τις δυνάμεις του, να αποφασίσει για το οτιδήποτε αν είναι έτσι και όχι αλλιώς. Το μόνο σίγουρο, ότι σε όσες ουρές κι αν στηθεί, όσες ώρες κι αν περιμένει στωικά κάτω από τη βροχή, κανείς δεν θα χαρίσει ούτε θα πουλήσει σ’ αυτό τον πολίτη τα κλειδιά που θα του ανοίξουν την πόρτα της εξόδου από το τέλμα αυτό. Μια καλή ιδέα ίσως θα ήταν μαζί με κάθε καινούργιο iPhone 6 να μοιραζόταν και ένα χαρτάκι με τα λόγια του μεγάλου διανοητή, θα άξιζε μόνο και μόνο για τα βλέμματα περιέργειας που θα αποσπούσε από τους ενθουσιασμένους για το καινούργιο τους απόκτημα καταναλωτές: «Το ότι δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς παραγωγή και κατανάλωση δεν σημαίνει ότι πρέπει ν’ αναγορεύσουμε αυτές τις δυο δραστηριότητες σε έσχατους σκοπούς της ανθρώπινης ύπαρξης.»*

*Η άνοδος της ασημαντότητας, Αθήνα, Ύψιλον 2000, σελ. 65

**γράφτηκε για την Parallaxi

5 Σεπ 2014

Στο πανηγύρι της Αμφίπολης

Σοβαρές ζημιές πιθανολογείται ότι έχουν προκληθεί στον θόλο του τάφου της Αμφίπολης, ίσως από μπουλντόζες(!) που επιστρατεύθηκαν για να απομακρυνθούν γρήγορα τα χώματα που τον σκέπαζαν. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει στα σίγουρα αλλά ο τάφος, παρότι βρίσκεται στην εξαιρετικά ευαίσθητη φάση της ανασκαφής του έχει δυστυχώς γίνει κάτι σαν το νούμερο ένα αξιοθέατο, ένα ιδιότυπο «προσκύνημα», για περίεργους πάσης φύσεως απ’ όλη τη χώρα.

Το εναρκτήριο λάκτισμα το έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός κάνοντας το δικό του ποδαρικό στον χώρο τον ανασκαφών παρότι το τελευταίο που θα έπρεπε να κάνει ο οιοσδήποτε πρωθυπουργός οιασδήποτε χώρας απέναντι σε μια τέτοιας βαρύτητας αρχαιολογική ανακάλυψη, που διατρέχει τους αιώνες πολύ πριν και πολύ μετά απ' αυτόν, θα ήταν να πάει επιτόπου για να δώσει δημοσιότητα στο γεγονός και να τραβήξει, όπως και έγινε, στους χώρους των ανασκαφών την προσοχή των media. Σε τέτοιου είδους δουλειές όσο λιγότεροι, όσο πιο ήσυχα, όσο πιο ήρεμα και χωρίς βιασύνες, τόσο καλύτερα. Και όταν με το καλό γίνει ό, τι είναι να γίνει και έρθουν στο φως τα όποια ευρήματα, μπορεί και ο πρωθυπουργός μας ή όποιος άλλος να κάνει το πολιτικό του παιχνίδι, αν τόσο πια καίγεται.

Ακούς όμως ότι υπουργοί επισκέπτονται τους χώρους των ανασκαφών μετά των… συζύγων τους και κάνουν φασαρία όταν δεν τους επιτρέπεται η είσοδος. Τα τηλεοπτικά κανάλια ακολουθούν τις ανασκαφικές εργασίες κατά πόδας έχοντας κι αυτά ανακαλύψει πεδίο δόξης λαμπρό, με διάφορους αρχαιογνώστες να κάνουν τις δικές τους εικασίες για τα μυστικά που επιμένουν να κρύβονται από τις τηλεοπτικές κάμερες. Οι διάφοροι εκδρομείς στην περιοχή έχουν κάνει τον τάφο σημείο «must see» και ρωτάνε τους ντόπιους πώς θα τον βρουν (αν δεν έχουν ήδη τοποθετηθεί κατατοπιστικές πινακίδες). Μέχρι και η δημοσιογράφος Άννα Παναγιωταρέα έκλεισε… πρώτο τραπέζι τάφο. Έχει κατασκηνώσει σε ένα μεγάλο πλαστικό τραπέζι στον χώρο της ανασκαφής, με μια ομπρέλα από πάνω για μην τη χτυπάει ο ήλιος και στέλνει τις ανταποκρίσεις της στο Facebook.

Όλα αυτά δυστυχώς συνθέτουν μια εικόνα αποκαρδιωτική. Μια χώρα σακατεμένη, που κρέμεται ολόκληρη από μια αρχαιολογική ανακάλυψη σαν για να βγει από το τέλμα της, με τους εθνοπατέρες της να δίνουν το σύνθημα και να ακολουθούν δημοσιογράφοι, τηλεοράσεις, ένας λαός ολόκληρος που σκύβει με περιέργεια πάνω από τους ανασκαφείς μην αφήνοντάς τους να κάνουν τη δουλειά τους. Οι αρχαίοι τάφοι, τελικά, αποκαλύπτουν πολλά όχι μόνο για τον πολιτισμό από τον οποίο προέρχονται, αλλά και για τον πολιτισμό, την κοινωνία, που φέρνει στο φως τα μυστικά τους. Και τα ευρήματα από τη συγκεκριμένη ανακάλυψη δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά.

*γράφτηκε για την Parallaxi

21 Ιουλ 2014

Για τα 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας, στη ΝΕΡΙΤ

Υπάρχει αυτή η φράση, ότι η Ελλάδα είναι η χώρα του υπαρκτού σουρεαλισμού, παραλλαγή του πώς ήταν γνωστά τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πριν την πτώση του Τείχους. Η αλήθεια, από εκείνο τον Νοέμβρη του 1989 και δώθε, ο σοσιαλισμός, υπαρκτός ή μη, μπορεί να μη γνώρισε μεγάλες δόξες, αλλά ο σουρεαλισμός άπλωσε.

Μια το internet που έφερε τους ανθρώπους τόσο κοντά που δε χρειάζεται πια να βρεθούν από πραγματικά κοντά, μια οι ιδεολογίες του άλλοτε που πολτοποιήθηκαν κάτω από τόνους καταναλωτικών μπιχλιμπιδιών, σε σημείο η μόνη ιδεολογία που έμεινε ζωντανή να ’ναι αυτή του «ευ ζην» (στο πιο ποιητικό του, της καλοπέρασης στο λιγότερο κολακευτικό), μια η παντοκρατορία του «σέξι» ως αισθητικής επιταγής (ακάλυπτης), ήρθαν τα πάνω κάτω και τα κάτω, έπεσαν ακόμα παρακάτω. Στη δε μοντέρνα Ελλάδα, που πάντα βρισκόταν στην πρωτοπορία των καλλιτεχνικών ρευμάτων τέτοιου τύπου, όπως ο σουρεαλισμός, όπου η τέχνη του παραλόγου συναντά τη ζωή εκεί που περιμένεις ζωή σκέτη, γίνεται το έλα να δεις (αν θες να βλέπεις τέτοια).

Κατά σατανική σύμπτωση, αυτό το καλοκαίρι συμπληρώνονται και 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Και η ΝΕΡΙΤ κάνει ένα διήμερο αφιέρωμα. Στα 40 χρόνια (επαναλαμβάνουμε) από την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Η ΝΕΡΙΤ.

Όπως συνήθως συμβαίνει με τον σουρεαλισμό, δεν ξέρεις πώς να το εκλάβεις το έργο του καλλιτέχνη. Η πρώτη ματιά ξαφνιάζει. Βλέπεις πράγματα ασύνδετα μεταξύ τους. Δες έναν Dali ή έναν Magritte και θα καταλάβεις. Εν προκειμένω ένα κανάλι γέννημα-θρέμμα ενός μη δημοκρατικού καθεστώτος και μιας «πράξης νομοθετικού περιεχομένου» που έκλεισε εν μια νυκτί τη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση, να διαφημίζει το διήμερο αφιέρωμά του, από το οποίο παρελαύνουν όλες οι γνωστές μορφές της 40ετούς αυτής δημοκρατίας, από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (όχι αυτόν του Play Station, του θείου του) μέχρι τη Μελίνα Μερκούρη. Σαν να λέμε από την παλαιάς κοπής, μαυρόασπρη Δεξιά μέχρι την Technicolor πασοκική «Αλλαγή».

Ένα χαρακτηριστικό του σουρεαλισμού, ότι σε αφοπλίζει. Αδυνατείς να εντάξεις όσα βλέπεις μπροστά σου στα γνώριμά σου καλούπια. Και μένεις να κοιτάς, απορώντας. Κάπως όπως κοιτάς το αφιέρωμα της ΝΕΡΙΤ και πασχίζεις να καταλάβεις, τι στο καλό μπορεί να θέλει να σου πει ο καλλιτέχνης. Αν μη τι άλλο με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήξερες τι είχες απέναντί σου. Αλλά και με τη Μελίνα Μερκούρη και την πασοκική λεγεώνα της «Αλλαγής», τα πράγματα τα είχες ολοκάθαρα μπροστά στα μάτια σου. Και έλεγες θα κάνω το ένα ή το άλλο, θα τραβήξω κατά κει ή θα πάω παραπέρα. Εδώ όμως τα πράγματα, τα νερά, βαθαίνουν. Μαυρίζουν. Όσο καλό κολύμπι κι αν ξέρεις, κάπου πελαγώνεις. Έχεις χάσει όχι μόνο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια σου, έχει φύγει το οτιδήποτε. Ούτε καν μπορείς να δεις, από κάτω.  Υπάρχεις μόνο στον αφρό, στην επιφάνεια. Και μένεις να παρακολουθείς, τα τρέιλερ του αφιερώματος στα 40 χρόνια από την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη ΝΕΡΙΤ ανάμεσα σε διαφημίσεις του «Πρώτου Θέματος». Στο αφιέρωμα, σου λέει το τρέιλερ, θα ακούσεις για τα ξερονήσια και τους πολιτικούς κρατούμενους. Και εύχεσαι, βλαστημώντας, να είχες κι εσύ ένα ρημάδι ξερονήσι να συρθείς πάνω του να ξαποστάσεις. Να βρεις τη στεριά σου.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

15 Ιουλ 2014

Η συκιά

Κάτω από τη σχεδόν εκατονταετή συκιά. Ήρθε μαζί με τον προπάππου τον δάσκαλο, την προγιαγιά και τη γιαγιά από τα απέναντι παράλια, μ' εκείνη την μεγάλη ανθρώπινη πλημμυρίδα του '22. Μάλλον μαζί δεν ήρθε αλλά φυτεύτηκε, μετά από πολύ λίγο, στον κήπο του μικρού πέτρινου σπιτιού, του μετέπειτα «εξοχικού» κάπου στην Εύβοια, στο μέρος που ξεβράστηκαν, για να το κάνουν πατρίδα. Μανία που την είχαν, να φυτεύουν αυτοί οι άνθρωποι! Γέμισαν τον κήπο δέντρα: λεμονιές, συκιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, νεραντζιές, μια ελιά, μια βερικοκιά, ροδιά, χώρια οι τριανταφυλλιές που πάνε χρόνια, τώρα, που σταμάτησαν να μπουμπουκιάζουν. Σαν για να ριζώσουν οι ίδιοι, έσκαβαν τα χώματα κι έριχναν το σπόρο τους.

Που να φαντάζονταν, ότι κοντά ενενήντα και βάλε χρόνια μετά κάτω από τη μεγάλη τη συκιά που σαν κάνει Αύγουστο ακόμα χαρίζει, γεμάτη γλύκα, τα σύκα της, θα ξεφύτρωνε ένας περίεργος απόγονος. Που σε τίποτα δε χρησιμεύει, παρά μοναχά δανείζεται wi-fi από τη γειτόνισσα, μια μάντρα απόσταση, και κάθεται με ένα μίνι λάπτοπ σε ένα πλαστικό πτυσσόμενο τραπεζάκι που αρνείται να στεριώσει καλά πάνω στο χώμα. Και εδώ που τα λέμε, με το δίκιο του. «Μα δεν είναι γι' αυτές τις δουλειές ο κήπος, παιδάκι μου» θα 'λεγε η γιαγιά και θα 'πιανε με την τσουγκράνα να μαζέψει τα πεσμένα σύκα και να ισιώσει, να στρώσει τα τούβλινα μονοπατάκια που πήγαιναν φιδωτά στο κάθε δέντρο, για να κάνουν έναν κύκλο γύρω του που γέμιζε νερά σαν ερχόταν η ώρα του ποτίσματος.

Η γιαγιά όμως, δεν είναι πια εδώ. Πάνε πάνω από είκοσι χρόνια που λείπει από τον κήπο. Τα τουβλάκια, όσα έμειναν από δαύτα, ατάκτως ερριμμένα κάτω από τη μεγάλη συκιά, σαν για να βρουν εκεί ένα τελευταίο καταφύγιο, πριν την οριστική εξαφάνιση. Η ίδια η συκιά χρόνο με το χρόνο όλο και χαμηλώνει, σαν κάτι να ψάχνει, ανήσυχη. Ίσως να βλέπει τον κήπο ασκούπιστο, ασυγύριστο, εν τη απουσία της γιαγιάς και να απορεί, τι να συνέβη.

* γράφτηκε για το thegreekcloud

12 Ιουλ 2014

Όχι, δεν είναι μόνο μπάλα

Θα πει κανείς ότι δεν μιλάμε παρά για είκοσι δυο παίκτες, μια μπάλα και δυο τέρματα. Μακάρι να ήταν έτσι. Αλλά πρόκειται - αν μιλάμε για το 7-1 της Γερμανίας επί της Βραζιλίας - για μια φτωχή χώρα, κόντρα σε μια οικονομική υπερδύναμη. Έντεκα παίκτες-αντιπρόσωποι μιας χώρας με χίλια δυο οικονομικά, κοινωνικά, ανθρωπιστικά προβλήματα κόντρα σε μια γιγάντια ποδοσφαιρική βιομηχανία που λέγεται Bayern Μονάχου, από την οποία προέρχεται η πλειονότητα της γερμανικής εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου.

Μια μάχη άνιση, γιατί όπως σε όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή έτσι και στη μπάλα δεν φτάνει μονάχα το όποιο ταλέντο. Παρά την ψευδαίσθηση, στην οποία ίσως και να οφείλεται η ελκυστικότητα του ποδοσφαίρου στα πλήθη, ότι σε ένα γήπεδο όλα μπορούν να συμβούν. Έξω και πριν από το γήπεδο χρειάζεται χρήμα, απαιτούνται υποδομές, εγκαταστάσεις, ανέσεις κι ένας ολόκληρος τρόπος ζωής που θα σου επιτρέψει και θα σε ενθαρρύνει να ξετυλίξεις τα όποια ταλέντα σου που οι Βραζιλιάνοι δεν διαθέτουν ούτε σαν ποδοσφαιριστές, ούτε βεβαίως σαν χώρα. Μια χώρα, που φιλοξένησε ένα Μουντιάλ το οποίο θα αφήσει την πολυεθνική που λέγεται FIFA ακόμα πλουσιότερη και τη διοργανώτρια Βραζιλία ακόμα πιο φτωχή και με περισσότερα ανθρωπιστικά προβλήματα, μαζί με μια εθνική κατάθλιψη για την ταπεινωτική ποδοσφαιρική ήττα από τους εκτελεστές τους Γερμανούς.

Τελικά, ίσως αυτό ακριβώς να ’ναι και το μεγάλο μυστικό, το μαγικό φίλτρο που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο δημοφιλές, μαγνητίζοντας δισεκατομμύρια βλέμματα ανά τον πλανήτη: στα ενενήντα αυτά λεπτά που διαρκεί ένας αγώνας τα ξεχνάμε, τα διαγράφουμε όλα αυτά, τις ανισότητες, την ένδεια, τα λογιών κοινωνικά προβλήματα, από τον υποσιτισμό και την παιδική πορνεία μέχρι την εγκληματικότητα και το εμπόριο ναρκωτικών στις βραζιλιάνικες φτωχογειτονιές για να χτίσουμε μια ψευδαίσθηση, μεγάλη όσο ένα στάδιο ολυμπιακών διαστάσεων ότι πάνω στο καταπράσινο γρασίδι, μέσα σε ένα στάδιο γεμάτο από ένα χαρούμενο, πολύχρωμο πλήθος αυτοί οι είκοσι δυο άνθρωποι αναμετρώνται επί ίσοις όροις, έχοντας κλείσει απ’ έξω όλα, μα όλα τα άλλα. Δεν εξηγείται αλλιώς, πρέπει να ’ναι αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται άρνηση.
* γράφτηκε για την Parallaxi

10 Ιουλ 2014

Το πρώτο μπάνιο

Στο πρώτο μπάνιο ξανοίξου, εκεί που δεν φτάνουν φωνές και παραφωνίες της ακτής κι άφησε το νερό, να σε παρασύρει - να σε παρασύρει στο παρελθόν. Άκου τη θάλασσα καθώς σπάει μαλακά, ευγενικά πάνω στο κορμί σου και τον αέρα που σφυρίζει στ’ αυτιά σου, φαλτσάροντας στα βρεγμένα σου μαλλιά. Έχουν να σου πουν πολλά. Ρίξε στο νερό κι αγαπημένα πρόσωπα που σ’ αυτά ή σ’ άλλα, συγγενικά νερά βαφτίσατε φιλίες, παρέες κι έρωτες, χτίσατε με μαστοριά και όρεξη καλοκαίρια ολόκληρα, ξέροντας ότι με την πρώτη στάλα φθινοπωρινής μελαγχολίας θα έπαιρναν ήσυχα-ήσυχα κι αδιαμαρτύρητα τη θέση τους σ’ ένα απ’ τα πολλά, ξεχαρβαλωμένα πια συρτάρια της μνήμης . Ένα απ’ αυτά τα καλοκαιρινά συρτάρια με τα ξεβαμμένα αλλά ακόμα ζωντανά πρασινογάλαζα χρώματα της θάλασσας, στην πρόσοψή τους. Άνοιξε δειλά-δειλά τα πιο παλιά απ’ αυτά, τα παιδικά, τα εφηβικά και άφησε, ανοίγοντας, να ακουστούν ξανά για λίγο οι φωνές, να ξαναζήσουν τα πρώτα άγουρα, αμήχανα, απελπιστικά φλερτ.

Άμα θες μπορείς, πριν ξαναβγείς στην ακτή και στην πραγματικότητα που περιμένει στεγνή κι ασάλευτη, πριν τη σκληρή σου προσεδάφιση, να πας και λίγο παρακάτω. Για να δεις πώς θα βαφτούν γύρω σου τα νερά πορτοκαλιά, ολοκόκκινα σχεδόν - θέαμα πραγματικά μοναδικό - στα δειλινά της ζωής σου. Να ξαναφέρεις μπροστά σου εκείνα τα τελευταία μπάνια της νιότης που μοιάζουν πια τόσο απόμακρα αλλά και μ’ έναν δικό τους, περίεργο τρόπο χτεσινά, λίγο πριν μπεις στη μεγάλη αυτή ευθεία του ανθρώπινου βίου που έπρεπε να δεις στα σοβαρά τι θα κάνεις με σένα, να εξορίσεις αμείλικτα τα άμυαλα καλοκαίρια που απορημένα σ’ έβλεπαν, χωρίς να ξέρουν το λόγο, να τ’ αποδιώχνεις σε τόπους μακρινούς για ν’ αφοσιωθείς στα φθινόπωρά σου και τους χειμώνες σου συγκεντρωμένος κι απερίσπαστος. Ποτέ δεν έμαθαν, ποτέ δεν τους είπες. Αλλά πάντα θα το περιμένουν εκείνο το αντάμωμα, σαν και πρώτα, όποτε το θελήσεις. Όμως, κάπου εδώ, ήρθε η ώρα να βγεις. Πρέπει.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

1 Ιουλ 2014

Μετά το Μουντιάλ

Μετά το Μουντιάλ, εκατομμύρια Βραζιλιάνοι θα επιστρέψουν στα παραγκόσπιτά τους με την ανάμνηση μιας ποδοσφαιρικής φιέστας που τους άφησε το ίδιο ή και περισσότερο φτωχούς, αλλά «πλουσιότερους» κατά μερικά γήπεδα. Και το γήπεδο, δυστυχώς, αποτελεί μια τραγικά μονοθεματική κατασκευή. Όταν βρέχει, δεν μπορεί να σε στεγάσει. Όταν πεινάς, δεν μπορεί να σε ταΐσει. Όταν κρυώνεις, δεν μπορεί να σε ζεστάνει.

Μετά το Μουντιάλ, κάποιοι παίκτες, έχοντας δείξει σε ανθρώπους μεγάλων ομάδων τις ικανότητές τους στο τρέξιμο, στο κλότσημα της μπάλας, στην επικράτηση επί των αντιπάλων, θα πολλαπλασιάσουν τις ήδη διόλου ευκαταφρόνητες ατομικές περιουσίες τους, υπογράφοντας «χρυσά» συμβόλαια εκατομμυρίων ευρώ.

Μετά το Μουντιάλ, κάποιες εταιρείες στοιχημάτων θα έχουν και αυτές πολλαπλασιάσει τα κέρδη τους από κερδισμένα ή χαμένα παιχνίδια, γκολ, σκόρερ, όλα όσα συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των ανά τον πλανήτη τζογαδόρων, που οι πιο έμπειροι απ’ αυτούς θα βγουν, και οι ίδιοι, πολλαπλώς ωφελημένοι από τη μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση.

Μήπως όμως η ίδια η φράση «μετά το Μουντιάλ» δεν στέκει; Μήπως δεν υπήρξε ποτέ ούτε πριν, ούτε μετά; Ζούμε άλλωστε στην εποχή του τώρα. Ενός τώρα που προσπαθούμε να το τραβήξουμε όσο περισσότερο γίνεται, να το τεντώσουμε για να διαρκέσει όσο το δυνατόν πιο πολύ για να μη βλέπουμε παραέξω , να ξεχαστεί το παρελθόν, να σβηστεί από τον ορίζοντα ένα μέλλον που αγχώνει. Και στην περίπτωση του Μουντιάλ, καταφέραμε αυτό το τώρα να διαρκέσει έναν ολόκληρο μήνα. «Μετά» βλέπουμε.

* γράφτηκε για το thegreekcloud

20 Ιουν 2014

Περί καρότων και άλλων ζαρζαβατικών

Εδώ και καμία δεκαετία η πραγματικότητα ξεπέρασε τον επαγγελματία σκανδαλοθήρα Μάκη Τριανταφυλλόπουλο. Όταν ολόκληρο το πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι μιας χώρας γίνεται ένα τεράστιο σκάνδαλο, δεν έχει νόημα να κάνεις μια σκανδαλοθηρική εκπομπή  που προβάλλοντας επιμέρους, μικρά σκάνδαλα προσπαθεί να βγάλει το ψωμάκι της. Και από αυτό το σημείο και πέρα ο σκανδαλοθήρας δημοσιογράφος έχασε τον raison d'être του. Δεν είχε όχι μόνο λόγο ύπαρξης πια, αλλά ούτε καν λόγο σκέτο, στα πράγματα.

Πράγμα δύσκολο να το αποδεχτεί ένας άνθρωπος που επί χρόνια μεσουρανούσε τηλεοπτικά στη βαλκανική αυτή άκρη ως σκανδαλοκυνηγός, με ολόκληρη την Ελλάδα να ξενυχτάει παρακολουθώντας τον δικό της Marat να ξεσκεπάζει και να παραδίδει στη γκιλοτίνα της ανυποληψίας και της χλεύης τους εχθρούς του λαού.

Ο Marat ως γνωστόν εξέδιδε, από το 1789 ως το 1792 την πιο εμπρηστική απ’ όλες τις επαναστατικές εφημερίδες που τιτλοφορούνταν «Ο φίλος του λαού», ζητώντας – και ουκ ολίγες φορές επιτυγχάνοντας – το θάνατο όλων όσων θεωρούσε «κακούς πολίτες».

Από τότε, πολλά άλλαξαν. Και σήμερα μια εφημερίδα ή ένα site υπ’ αυτό τον τίτλο θα θεωρούνταν εξόφθαλμα λαϊκιστικά. Ενώ η «Ζούγκλα», χωρίς να λαϊκίζει σου περνάει εμμέσως πλην σαφέστατα, το μήνυμα ότι όπως και στη ζούγκλα τη γνωστή, των θηρίων των τετράποδων έτσι και σ’ αυτή των δίποδων, όλα επιτρέπονται. Αρκεί να μας κινήσουν το ενδιαφέρον. Και σαφώς, ένας άγνωστος μέχρι πρότινος, συμπαθητικός σε πολύ κόσμο  υποψήφιος της Αριστεράς για τη δημαρχία της μεγαλύτερης πόλης της χώρας, που τα κατάφερε εντυπωσιακά καλά στη μάχη του με τον δήμαρχο στις πρόσφατες εκλογές, μας κινεί το ενδιαφέρον συθέμελα.

Το μόνο αξιοπερίεργο, στο όλο πράγμα; Τα θηρία, δίποδα ή τετράποδα, τα καρότα ποτέ δεν τα συγκινούσαν. Ήταν, ανέκαθεν, σαρκοβόρα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

16 Ιουν 2014

Μεγάλα κανάλια, μεγάλες απουσίες

Ένας χρόνος έκλεισε από το κλείσιμο της ΕΡΤ. Αυτός ο ένας χρόνος, δεν έχει σημασία, θα μπορούσε να ’ναι μια ώρα, ένας μήνας. Οι απουσίες άλλωστε δεν μετρούνται με ρολόγια, λεπτά και δευτερόλεπτα και το ίδιο ισχύει γι’ αυτή. Την απουσία όχι της ΕΡΤ, αλλά ενός λαού που δεν ήταν ποτέ εκεί.

Δεν ήταν εκεί όταν του έκλειναν το Δεύτερο, το Τρίτο Πρόγραμμα, την ΕΤ1, τη ΝΕΤ, την ERT World που έφτανε στα πέρατα της γης, στα μάτια της ξεχασμένης ομογένειας. Είχε φύγει, από χρόνια. Για άλλα ραδιόφωνα ή καθόλου ραδιόφωνο. Για άλλα κανάλια. 

Δεν ήταν εκεί όταν προσπαθούσες να του δώσεις να νιώσει τι θα πει να κλείνει σε έναν λαό ένας τύπος που αποφασίζει και διατάσσει με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου τη δημόσια του ραδιοφωνία και τηλεόραση, τον απολύτως τελευταίο φάρο οπτικοακουστικού πολιτισμού που του είχε απομείνει μέσα στα σκοτάδια των τούρκικων και των μπουζουκοράδιων. Ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ, δεν ήταν ένα ακόμη ζήτημα εργαζόμενων που είχαν χάσει τη δουλειά τους αλλά ενός λαού που είχε προ πολλού χάσει την ψυχή του.

Δεν ήταν εκεί, όταν έμπαιναν τα ΜΑΤ στα «υπό κατάληψη» κτίρια για να εγκαθιδρύσουν τη νέα τάξη πραγμάτων βρίσκοντας απέναντί τους μια χούφτα εξαθλιωμένους εργαζόμενους.

Ήταν όμως εκεί για να «σταυρώσει» τον εκτελεστή της ΕΡΤ Παντελή Καψή εκατό χιλιάδες φορές στις ευρωεκλογές. Για να χάσει στο νήμα την εκλογή στο Ευρωκοινοβούλιο από την άλλοτε παρουσιάστρια ειδήσεων του «Μεγάλου Καναλιού» Εύα Καϊλή, που στάλθηκε στις Βρυξέλλες μαζί με την πρώην συνάδελφό της από το ίδιο κανάλι Μαρία Σπυράκη των 230.000 σταυρών. Και οι αριθμοί, λένε πάντα την αλήθεια.

15 Ιουν 2014

Είκοσι χρόνια χωρίς το Μάνο. Μόνο;

Λέμε 20 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι και ψευδόμαστε. Γιατί τόσο τον ίδιο όσο και όσα αντιπροσώπευε τα είχαμε αφήσει να πεθάνουν, τα είχαμε στριμώξει σ' ένα βολικό, πρακτικό περιθώριο πολύ πριν το φυσικό του θάνατο.

Πολύ πριν το 1994 και την ήσυχη, ανεπαίσθητη αναχώρηση του ανθρώπου από τη ζωή αυτή, που πέρασε σαν μια παραφωνία σεμνότητας και ευπρέπειας στα δελτία ειδήσεων της ιδιωτικής τηλεόρασης, το σύνθημα είχε δοθεί. Από την περίφημη διαμάχη Χατζιδάκι-Αυριανής, νικητής με διαφορά και ακλόνητη κληρονομιά για την Ελλάδα του μέλλοντος, έμεινε η δεύτερη. Ο Αυριανισμός, η ευτέλεια που καμαρώνει για την «αυθεντικότητα» και την άσχημη, ανθρωποκτόνο πυγμή της, είχε έρθει για να μείνει και να μεταλλαχτεί, προσαρμοζόμενος στα δεδομένα των εποχών: από τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο μέχρι τους νεκροθάφτες της ΕΡΤ Σίμο Κεδίκογλου και Παντελή Καψή, το ίδιο το δημοσιογραφικό επάγγελμα πήρε μια στροφή ανθρωποφάγο, στρεφόμενο, στις μεγάλες του πείνες, ακόμα και κατά του ίδιου του εαυτού του, σαν θεριό ζαλισμένο από τις άγριες ορμές της αχαλίνωτης φύσης του.

Στα μουσικά πράγματα, πολύ πριν το θάνατο του Χατζιδάκι η πίστα είχε αρχίσει να μεσουρανεί στις μάζες, να στρογγυλοκάθεται στο θρόνο της και να θάβει σε αόρατες χωματερές, χωρίς αναστολές, οτιδήποτε δεν «τα έφερνε». Με το πέρασμα στις δεκαετίες της αλλαγής της χιλιετίας, το όλο πράγμα άρχισε να παίρνει εξωπραγματικές, σουρεαλιστικές διαστάσεις. Και πλέον, με τον εκλεγμένο δήμαρχο του πανέμορφου Βόλου να δηλώνει ευθυτενής ότι οι Έλληνες αυτού του περίεργου, πρόωρου, αιφνιδιαστικού 21ου αιώνα «λέμε της Πάολας θα γίνει» όταν ερχόμαστε στο κέφι, ζώντας ακομπλεξάριστα, «όλοι στητοί ως Ηρακλείς ροπαλοφόροι»  με τα λόγια του Ανδρέα Εμπειρίκου, μέχρι τα μεδούλια μας την παρακμή, βρήκε και την πολιτική του έκφραση, γέμισε τις κάλπες.

Ευτυχώς δεν πρόλαβε ο Μάνος Χατζιδάκις να δει το τέρας να παίρνει διψήφια ποσοστά στις εκλογές. Δεν πρόφτασε να νιώσει να ξεχύνεται παντού γύρω του, σαν ασίγαστη λάβα, μια ασχήμια που κανείς πια δε φοβάται, που φώλιασε στις ζωές των ανθρώπων. Μια ασχήμια εξημερωμένη, που οι ιδιοκτήτες της τη βγάζουν καθημερινά βόλτα επιδεικνύοντάς τη σαν φρόνιμο, καλομαθημένο pet. Παρότι τα είχε όλα δει βαθιά εντός του, σε όλη τους την πομπώδη φτήνια, να προελαύνουν, χωρίς να μπορεί να κάνει το παραμικρό. Πέραν του να μας αφήσει, για κάποιες απάνεμες στιγμές, τις μελωδίες του.

*γράφτηκε για την Parallaxi

7 Ιουν 2014

Βόλος

«Όποιος δεν είδε το Βόλο να πάει να τον δει, κι αν τον είδε να πάει να τον ξαναδεί. Γιατί η πολιτεία τούτη είναι μια από τις μεγάλες απλοχεριές της ζωής, που αν έρθεις στον κόσμο και ξεχάσεις να τις χαρείς, είναι σαν να ξέχασες γιατί ήρθες.»

«Οεοο, οεοο, οεοο έχουμε δήμαρχο τον Αχιλλέα Μπέο!» « Μπέο, Μπέο, γ..σε τους Μπέο!» Συνθήματα κάτω από την εξέδρα, όπου ξεκινά να μιλά ο νεοεκλεγείς δήμαρχος. Cut.

«Το τραινάκι μας πάει και παίζει χαρούμενα με τα μικρά τοπία του καπνού του, σαν το παιδάκι που φκιάχνει μικρές φούσκες με το καλάμι του. Πρέπει να πας άνοιξη να τον δεις και να ’ρθεις απ’ τη θάλασσα. Να τον ξακρίσεις έτσι απ’ τη μπούκα του Τρικεριού απλωμένον νωχελικά κάτω απ’ τον ήλιο, σαν παρθένα που ξυπνά από γλυκά όνειρα…»

«Αναγκάστηκα να βγω να μιλήσω πέντε-δέκα λεπτά πιο νωρίς, για να διακόψω έναν άνθρωπο χωρίς αξιοπρέπεια που αύριο ούτως ή άλλως η Κουμουνδούρου θα τον έχει στείλει στο σπίτι του.» Ο δήμαρχος αρχίζει την ομιλία του με αναφορά στον προεκλογικό του αντίπαλο. Cut.

«Τώρα που ξαναεπιστρέφω ναυαγισμένος νοσταλγός στην καθάρια του ομορφιά, οι σβησμένες εικόνες πλημμυρούν τη μνήμη μου σαν πεταλούδες. Ξαναζώ την πολιτεία ολάκερη, έτσι όπως την πρωταντίκρυσα στην πρώτη μας γνωριμιά, να κολυμπά στα καταγάλανα νερά και στη χλόη. Με τις μεταξένιες της αμμουδιές και τους παραμυθένιους της κήπους. Με τις μηλιές της, τόσο φορτωμένες, που σε κάνουν να πονάς. Με τις κερασιές που ανάβουν μεσ’ στα περιβόλια σαν κόκκινες φωτιές. Με τ’ αχλάδια, τα πεπόνια, τα ροδάκινα… να χύνουν τη μοσκοβολιά τους στην κούπα του Παγασητικού. Να είναι όλα παντού μια λιτανεία. Τα χρώματα, οι λόφοι, οι νεροσυρμές…»

«Κάθισα πραγματικά και αναρωτήθηκα: αυτός ο πόλεμος που πραγματικά δεν είχε προηγούμενο ποτέ στη μεταπολίτευση τα τελευταία σαράντα χρόνια σ’ έναν άνθρωπο, ένα ολόκληρο σύστημα που πριν τρία χρόνια με οδήγησε στη φυλακή, πάλι σήμερα απέναντί μου τις τελευταίες δέκα μέρες για να στηρίξουνε τι; Το ίδιο το σύστημα να στηρίξει αυτούς που εκπροσωπούν το σύστημα. Κι αναρωτήθηκα: οι άνθρωποι λέει, των δήθεν προοδευτικών δυνάμεων, της δήθεν κουλτούρας, των γραμμάτων, της τέχνης και της πουτ…ας της αρπαχτής» (έξαλλα χειροκροτήματα από το ακροατήριο). Cut.

«Έλα στο Βόλο ταξιδευτή, σκίσε τα νερά, κι έλα στο Βόλο – έλα όποτε να ΄ναι, μόνο έλα. Είναι όμορφη η πολιτεία την άνοιξη – μα την άνοιξη είναι όμορφες όλες οι πολιτείες. Όχι… Έλα λοιπόν φθινόπωρο. Τότε είναι που η πόλη μοσκοβολά πιο δυνατά – σα μελωμένη γυναίκα. Μα είναι και το χειμώνα όμορφη γιατί δεν ξέρει να μην είναι, γιατί και να το θέλει – άλλο από όμορφη – δε μπορεί να είναι.»

«Εμείς ρε παιδιά, για μας, η τέχνη και η μουσική είναι οι άνθρωποι που μας διασκεδάζουνε αλλά ποτέ δεν περάσανε να πάρουνε τον ιδρώτα σας απ’ τα υπουργεία πολιτισμού και δήθεν κουλτούρας. Είναι ο Καρράς ο κουμπάρος μου, είναι πώς λέμε της Πάολας θα γίνει, είναι ο Ρέμος, ο Παντελίδης, ο Οικονομόπουλος, αυτοί που τους πληρώνουμε εμείς και δεν πήραν ποτέ τον ιδρώτα σας.» Cut.

Στο επάνω διάζωμα, ο Βόλος του Μενέλαου Λουντέμη (από το Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους). Στο κάτω, ο Βόλος του Αχιλλέα Μπέου. Και κάπου ανάμεσα, ένα χαμένο στοίχημα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

29 Μαΐ 2014

Όταν η ενημέρωση στρατεύεται

Δευτέρα μετά τις εκλογές. Ζέστη πολλή, πρόωρη, καλοκαιρινή, μαζί και κούραση. Ανοίγεις να δεις τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. Και βλέπεις. Τη δημοσιογράφο Μαρία Σπυράκη πρώτη σε σταυρούς από τη ΝΔ να στέλνεται από τους ψηφοφόρους πανηγυρικά στο Ευρωκοινοβούλιο.

Κάτι δε σου κάθεται καλά. Καθόλου καλά. Περνάνε από το μυαλό σου, σαν σε slide show, διάφοροι γνωστοί δημοσιογράφοι μεγάλων ειδησεογραφικών δικτύων της Ευρώπης. Για κάποιον λόγο, σου έρχεται στο νου ο Jeremy Paxman του BBC. Ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος, για χρόνια, από τη δεκαετία του ’70 στην ενημέρωση για την πολιτική επικαιρότητα, με εκπομπές που άφησαν εποχή. Φαντάζεσαι τι καταιγίδα θα ξεσπούσε αν μια ωραία πρωία ο Paxman ανακοίνωνε ότι εντάσσεται στο ψηφοδέλτιο του Συντηρητικού Κόμματος για τις ευρωεκλογές. Πόσο προδομένοι, προσβεβλημένοι θα ένιωθαν όσοι Βρετανοί τον είχαν εμπιστευτεί όλα αυτά τα χρόνια για την ενημέρωσή τους. Δεν θα ’ταν υπερβολικό να πούμε ότι σε περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο, ο Paxman μπορεί και να είχε πρόβλημα να κυκλοφορήσει στους δρόμους του Λονδίνου. Θα ερχόταν αντιμέτωπος με τη δικαιολογημένη οργή χιλιάδων τηλεθεατών, που είχαν ακουμπήσει επάνω του, για να διαμορφώσουν άποψη για όσα συνέβαιναν γύρω τους.

Επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα, σκέφτεσαι την Ελληνίδα συνάδελφό του. Που επί χρόνια, μέσα από τα δελτία ειδήσεων του Mega Channel, ενημέρωνε όσους παρακολουθούσαν γύρω από την πολιτική επικαιρότητα. Ένα πόστο, στο οποίο οφείλεις να είσαι σχολαστικά αντικειμενικός, ολοκληρωτικά ανεξάρτητος, από τη στιγμή που έχεις αναλάβει να μεταφέρεις, σε όσους βλέπουν, την πολιτική σκηνή της χώρας, χωρίς πράσινους, μπλε, κόκκινους φακούς.  Και η οποία, μια ωραία πρωία, έκανε αυτό το αδιανόητο. Εντάχτηκε στο ευρωψηφοδέλτιο της ΝΔ. Και εν συνεχεία άρχισε να εμφανίζεται, να περιφέρεται σε τηλεοπτικά πολιτικά πάνελ ως εκπρόσωπος της ΝΔ. Στα οποία πάνελ ούτε ένας από τους καταξιωμένους κατά τα άλλα συνάδελφούς της-οικοδεσπότες δεν σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αν βλέπει μια κάποια αντίφαση, μια κάποια αντινομία μεταξύ του ρόλου της ως δημοσιογράφου και της στράτευσης με ένα πολιτικό κόμμα. Αν το δεύτερο, ευτέλισε  το πρώτο. Συνέβαινε, μάλλον το αντίθετο. Έπαιρνε εύσημα τόσο από τους δημοσιογράφους-οικοδεσπότες όσο και από διάφορους άλλους συμμετέχοντες για την ετοιμότητά της να απαντήσει όταν ερωτούνταν για διάφορα και για τις επιδόσεις της στον κομματικό της ρόλο.

Μέχρι που ήρθε η μέρα των εκλογών. Και εκτός από τους συναδέλφους της δημοσιογράφους που την θαύμαζαν στα τραπέζια των τηλεσυζητήσεων, ήρθε και η επιδοκιμασία από τους πολίτες. Οι ψηφοφόροι την ανέδειξαν πρώτη μεταξύ των υποψηφίων της ΝΔ, με δεκάδες χιλιάδες σταυρούς. Προφανώς χωρίς να ενοχλούνται στο παραμικρό απ’ το ότι μια δημοσιογράφος που υποτίθεται υπηρετούσε επί χρόνια την ενημέρωση, μέσα από ρεπορτάζ και αναλύσεις, διαμορφώνοντας άποψη στους τηλεθεατές, απεδείχθη στρατιώτης ενός κόμματος. Γεγονός άκρως αποκαλυπτικό του τι είδους και επιπέδου απαιτήσεις έχουν οι πολίτες της χώρας από τους δημοσιογράφους της. Και πόσο σοβαρά παίρνουν την ενημέρωσή τους.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

26 Μαΐ 2014

Όταν τα κανάλια μου έλεγαν τι να ψηφίσω

Ευρωεκλογές 2014. Καλώς ή κακώς πήραν έναν χαρακτήρα δημοψηφίσματος και ψήφου διαμαρτυρίας των πολιτών απέναντι σε δυο κόμματα που, αφού κυβέρνησαν τη χώρα επί σαράντα συναπτά έτη επιβάλλοντας ένα καθεστώς κλεπτοκρατίας και πελατειακών σχέσεων μεταξύ πολιτών και κομμάτων, ευνοιοκρατίας και διαφθοράς, πλέον συνεταιρίστηκαν για να συγκυβερνήσουν και να βάλουν μαζί τους τίτλους τέλους σε μια χώρα που έγινε επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα η ιδιότυπη παιδική χαρά τους.
Και κάπου εκεί, χτύπησε ένα καμπανάκι κινδύνου. Γιατί ήρθε η απειλή από τον ΣΥΡΙΖΑ και μια πλειάδα άλλων, καινούργιων κομμάτων που απειλούν να κλείσουν μια και καλή τον κύκλο αυτόν της μεταπολίτευσης και της παντοκρατορίας δυο κομμάτων που απολάμβαναν το μονοπώλιο εξουσίας στη χώρα και μοιράζονταν μεταξύ τους τα λάφυρα. Η αντίδραση σε αυτή την απειλή, ήταν άμεση και χειμαρρώδης.  
Χωρίς τον παραμικρό σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κάθε σκεπτόμενου πολίτη, τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, σαν τρίτος κυβερνητικός εταίρος επιδόθηκαν σε έναν μαραθώνιο θετικής προβολής των δυο κομμάτων της συγκυβέρνησης με παράλληλο «θάψιμο» του ΣΥΡΙΖΑ και όποιου άλλου κόμματος σήκωνε κεφάλι, απέναντι στους δυο δεινόσαυρους της πολιτικής ζωής αυτού του τόπου.
Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άνοιγες την τηλεόραση και σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τις ευρωεκλογές έβλεπες τον δημοσιογράφο-οικοδεσπότη να ανοίγει την κουβέντα κάνοντας με τη σειρά στους καλεσμένους την ίδια ερώτηση: «ποια πιστεύετε ήταν η πιο ακραία τοποθέτηση, αυτή του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ που μίλησε στη Βουλή για ειδικά δικαστήρια ή του αρχηγού του Α.Τσίπρα, που έκανε λόγο για άρση της ασυλίας του Ε.Βενιζέλου σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ έρθει στην κυβέρνηση;» Αυτό που λέμε ανεξάρτητη, αντικειμενική δημοσιογραφία, είχε πια πάει περίπατο.
Δυο μέρες πριν τις εκλογές, οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν στους δέκτες τους τη θεαματική συγκέντρωση της ΝΔ με ομιλητή τον Αντώνη Σαμαρά στο Σύνταγμα, σε μια κατάμεστη πλατεία γεμάτη «γαλάζιους» ψηφοφόρους να ανεμίζουν τις σημαίες τους. Παράλληλα, στο διαδίκτυο μπορούσε να δει κανείς την πραγματικότητα: μια άδεια, εκτός από το κέντρο της, πλατεία όπου η κυκλοφορία των οχημάτων συνεχιζόταν κανονικά και μια συγκέντρωση που με διάφορα τεχνάσματα που θύμιζαν τις «χρυσές» εποχές της δεκαετίας του ’80 και τον σκηνοθέτη των υπερσυγκεντρώσεων του ΠΑΣΟΚ, Τάσο Μπιρσίμ, τα τηλεοπτικά κανάλια κατάφεραν να παρουσιάσουν σαν «μεγαλειώδη».
Μια μέρα, λίγες ώρες  πριν τις εκλογές  και μετά από καθημερινό βομβαρδισμό επί εβδομάδες των τηλεθεατών με ασύστολη προπαγάνδα υπέρ της συγκυβέρνησης και κινδυνολογία γύρω από το ενδεχόμενο να ανατραπεί ο κυβερνητικός συνεταιρισμός ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και να έρθει στα πράγματα ο - μακριά από μας - ΣΥΡΙΖΑ,  το δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 παραβιάζει κατάφωρα την εκλογική νομοθεσία καθοδηγώντας ξεκάθαρα όσους παρακολουθούν να ψηφίσουν Αντώνη Σαμαρά και «σταθερότητα». Φυσικά, όπως και όλο το προηγούμενο διάστημα, καμία αντίδραση από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το περίφημο ΕΣΡ, που όλον αυτό τον καιρό φαίνεται να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Η αφρικανοποίηση της χώρας, βρίσκεται πια σε πλήρη εξέλιξη.
*γράφτηκε για την Parallaxi

23 Μαΐ 2014

Ψηφοφόροι

Χαμός με τους - μακριά από μας - ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής. Τσακώνονται τα κόμματα, ερίζει κόσμος και κοσμάκης γύρω από το τι κουμάσια είναι αυτοί οι άνθρωποι, αν ήταν εκ γενετής ναζιστές ή έγιναν πέρσι, πρόπερσι ή τέλος πάντων πότε.

Εμένα, απ' την άλλη, με απασχολούν και με προβληματίζουν εξίσου οι ψηφοφόροι όλων των άλλων κομμάτων. Ανεξαιρέτως. Τα αγόρια και τα κορίτσια στο δρόμο και τα καφέ που αποτελούν την ανθρώπινη προέκταση των κινητών και των ακουστικών τους,  που μιλάνε - όταν μιλάνε - αυτή την καινούργια, μονοκόμματη ελληνική των πέντε-δέκα επαναλαμβανόμενων  λέξεων , των «ισχύει» και των «τέλειο». Και που πασχίζουν, μάταια, μέσα απ’ αυτό τον γλωσσικό ζουρλομανδύα να εκφράσουν τις αγωνίες της γενιάς τους.

 Ή οι τρίτες ηλικίες που ζαλισμένες απ’ όσα τις βρήκαν τα τελευταία αυτά ανισόρροπα χρόνια έχασαν άπασες τις βεβαιότητές τους και σπεύδουν, στην κρίσιμη μάζα τους να ακουμπήσουν στη ζεστασιά, τη θαλπωρή της παλιάς τους γνώριμης τηλεόρασης: στην Όλγα, τον Γιάννη, τον Νίκο, τη Μαρία και τ’ άλλα καλά παιδιά που μπαίνουν κάθε απόγευμα καλοντυμένα στα καθιστικά τους και δίνουν τις απαντήσεις, πριν καν προλάβουν να γεννηθούν ερωτήματα. Νοικοκύρηδες και φίλοι της καθαριότητας, όχι τίποτα αναρχοάπλυτοι,  δε θα μπορούσαν να αφήσουν να περάσει μια μέρα χωρίς την απογευματινή τους πλύση εγκεφάλου.

Υπάρχουν βεβαίως και οι της γενιάς μου, οι τριαντασαραντάρηδες, μια γενιά που απορροφήθηκε, αφομοιώθηκε χωρίς να βγάλει άχνα, κιχ, από τη νεοελληνική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Άφησε να την καταπιεί η Ελλάδα της μεταπολίτευσης αδιαμαρτύρητα, σιωπηρά, ευγενικά σχεδόν, δίχως τον παραμικρούτσικο θόρυβο. Και  που ψάχνει αιφνιδιασμένη, αγουροξυπνημένη να βρει τις χαμένες της άκρες σε μια χώρα που της τελείωσε πρόωρα. Πριν καν καλοπρολάβει να ενηλικιωθεί.

Τι είναι λοιπόν τελικά, για να επανέλθουμε στο αρχικό φλέγον ερώτημα, οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής; Σε τι διαφέρουν από όλους τους υπόλοιπους, «κανονικούς» ανθρώπους; Δεν είναι, παρά κάποιοι εκ των ανωτέρω που αποφάσισαν μπουχτισμένοι να αφήσουν στην άκρη κάποια κατάλοιπα ανθρωπινότητας, να κάνουν στη μπάντα καθωσπρεπισμούς και προσχήματα για να αφήσουν να ξεχυθεί απευθείας στις κάλπες η μεταπολιτευτική υποκουλτούρα μισαλλοδοξίας, αγένειας, «μαγκιάς», χιλίων δυο συμπλεγμάτων κατωτερότητας και πολιτιστικών αναπηριών, που ξέρεις πολύ καλά. Αυτή που κάθε μέρα βλέπεις  με τον τύπο που καβαλάει με τη θηριώδη μηχανή το πεζοδρόμιο, κλείνοντάς σου το μάτι για να πας παραπέρα. Και που μπορεί να ψηφίζει ΔΗΜΑΡ.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

13 Μαΐ 2014

Ο άνθρωπος που χαιρετούσε τα αυτοκίνητα

Πριν μερικές μέρες κυκλοφόρησε ένα ρεπορτάζ για τον πρωθυπουργό που μια ηλιόλουστη μέρα αποφάσισε να το πάρει από τη Βουλή μέχρι το Μέγαρο Μαξίμου με το πόδι. Όχι μόνος, βεβαίως. Αλλά με τη συνοδεία της προσωπικής του φρουράς, όλων αυτών των ανθρώπων που λειτουργούν σαν ένα προπέτασμα καπνού όταν ένα πρόσωπο σαν τον Αντώνη Σαμαρά αποφασίσει να βγει στον δρόμο.

Το ρεπορτάζ έλεγε ότι στην πορεία χαιρετίστηκε με κάποιους αστυνομικούς που βρήκε εκεί κοντά, πέρασε από ένα περίπτερο απ' όπου πήρε ένα παγωτό και έπεσε και σε μια τουρίστρια από την Αυστραλία. Και εκεί κάπου (όπως φαίνεται στο σχετικό βίντεο) στάθηκε και χαιρετούσε τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Θέαμα στο οποίο, θα σταθώ κι εγώ. Γιατί η εικόνα ενός ενήλικα, πατημένα εξήντα, μορφωμένου, με σώας τας φρένας και μ' ένα πολύ υψηλό κυβερνητικό αξίωμα - ο άνθρωπος που διοικεί τη χώρα, που έχει το τιμόνι της στα χέρια - να στέκεται στο δρόμο και να χαιρετά τα αυτοκίνητα που περνάνε, ομολογουμένως  σε ανησυχεί.

Θα δικαιολογείτο μόνο για κάποιον κατάδικο που μόλις βγήκε από βαθιά και χρόνια απομόνωση, κάποιον τρόφιμο ψυχιατρικής κλινικής ή εν πάση περιπτώσει έναν, ο οποίος χρήζει ψυχολογικής ή παρόμοιας βοήθειας. Δε μιλάμε όμως - τουλάχιστον όχι εκ πρώτης όψεως - για κάτι τέτοιο, αλλά για τον πρωθυπουργό της χώρας. Ο οποίος αν το καλοσκεφτείς προσεγγίζει κάπως στην πρώτη περίπτωση: αυτή του χρονίως και βαθέως απομονωμένου. Ένας άνθρωπος που έχει αποκοπεί από τον κοινωνικό περίγυρο, την πόλη του, τη χώρα και τους πολίτες της, που μια ωραία πρωία αποφάσισε να δοκιμάσει να αποτολμήσει μια ηρωική έξοδο στην πραγματικότητα. Με συνέπεια να παρουσιάσει αυτό το αλλόκοτο θέαμα, κάτι μεταξύ τουρίστα (διόλου τυχαία εδώ η τόσο εγκάρδια συνάντηση με την άλλη τουρίστρια, από την Αυστραλία), αλαφροΐσκιωτου μεσήλικα στο κατώφλι της τρίτης ηλικίας, χρονίως απομονωμένου από τους ανθρώπους ανθρώπου-λύκου, που τα χάνει μπροστά σε τόση πραγματικότητα. Δεν ξέρεις αν πρέπει να νιώσεις οίκτο περισσότερο ή ανησυχία, που αυτός ο συνάνθρωπός σου παίρνει αποφάσεις για τη ζωή σου.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

8 Μαΐ 2014

Δημοκρατία για κλάματα

Αυτές τις μέρες, αυτές τις ώρες, κάνει τον γύρο της Ελλάδας το θέαμα ενός πρώην βουλευτή της Χρυσής Αυγής, που βγήκε από την φυλακή όπου κρατείτο για να απευθυνθεί με δάκρυα στην ελληνική Βουλή προκειμένου να μην αρθεί η βουλευτική ασυλία του.

Ο άνθρωπος αυτός θυμίζοντας σκηνές από παλιές, «μελό» ελληνικές ταινίες, αναλύθηκε σε λυγμούς προκειμένου να ξετυλίξει το δράμα του μπροστά στα μάτια των εθνοπατέρων. Και πραγματικά, το θέαμα ήταν καθηλωτικό. Το να βλέπεις έναν πρώην – νυν ανεξάρτητο – βουλευτή ενός νεοναζιστικού κόμματος να ρουφάει τις μύξες του στο βήμα του Κοινοβουλίου αφού έχει πρώτα μιλήσει σε βάθος και λεπτομερώς για την καραμπίνα του(!) και έχει αποδώσει τον στραβό, «υπερπατριωτικό» δρόμο  που πήρε στον Ανδρέα Παπανδρέου και το περίφημο «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» (δηλώνοντας παιδί του ΠΑΣΟΚ στα παιδικά του χρόνια), πρέπει να 'ναι από πάσα άποψη το χαμηλότερο σημείο που έφτασε ποτέ εν λειτουργία – δε μιλάμε για περιόδους κατάλυσής της, περιόδους δικτατορίας – η κοινοβουλευτική δημοκρατία σε αυτή τη χώρα.

Η ίδια η Χρυσή Αυγή δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα τοξικό επακόλουθο της εκκωφαντικής πτώσης ενός καλοστημένου, 40ετούς πολιτικού συστήματος που καταρρέει αργά, βασανιστικά, αναξιοπρεπώς, δίχως να μπορεί να μπει κάτι, το οτιδήποτε, το παραμικρό στη θέση του για να καλύψει το κενό – κενό μεγάλο και αδιαμφισβήτητο – που αφήνει πίσω του. Ένα κενό ουσίας, κενό πολιτικής, ιδεολογικής εκπροσώπησης, που μεταφράζεται στις γνωστές σαρωτικές πρωτιές του «κανένα» στις δημοσκοπήσεις γύρω από τον καταλληλότερο πρωθυπουργό ή την επικρατέστερη στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων κυβερνώσα παράταξη.

Και, χωρίς αμφιβολία, μια δημοκρατία που ναι μεν απευθύνεται σε όλους αλλά είναι του «κανένα», μια δημοκρατία σε μια χρονοβόρο και επώδυνη μετάβαση από μια πολιτική πραγματικότητα σε μιαν άλλη, που κανείς ακόμα δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα μοιάζει, θα πιάσει κάποια στιγμή και βυθό. Το ζήτημα είναι, πώς ξανανεβαίνεις στην επιφάνεια.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

3 Μαΐ 2014

Για την ελευθερία του Τύπου

Δεκαεπτά μονάδες υποχώρησε η Ελλάδα από το 2009 έως το 2013 στη βαθμολόγησή της για την ελευθερία του Τύπου από την ανεξάρτητη, μη κερδοσκοπική οργάνωση Freedom House, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη διεθνώς οπισθοδρόμηση. Κύρια αιτία της περαιτέρω κατρακύλας της χώρας μέσα στο 2013, όπως αναφέρει αναλύτρια της Freedom House, το κλείσιμο της ΕΡΤ: «Η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση ήταν το μεγαλύτερο ενημερωτικό δίκτυο με εμβέλεια σε περιοχές της χώρας που δεν έχουν τα ιδιωτικά μέσα και το κλείσιμό της προκάλεσε ισχυρό πλήγμα στο δικαίωμα των πολιτών στην ενημέρωση. Παράλληλα, η απόλυση μέσα σε μια μέρα, χιλιάδων δημοσιογράφων και τεχνικών ενέτεινε σε μεγάλο βαθμό την ανασφάλεια που ήδη επικρατούσε στους εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης. Το μεταβατικό σχήμα που δημιουργήθηκε είναι σαφώς υποβαθμισμένο από την ΕΡΤ και υπόκειται σε μεγαλύτερο έλεγχο από την κυβέρνηση της χώρας.»

Πλέον, η  Ελλάδα κατατάσσεται ως προς την ελευθερία του Τύπου χαμηλότερα από χώρες όπως η Ναμίμπια και η Μποτσουάνα. Και το τοπίο έχει περίπου ως εξής: ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια  πλήρως ελεγχόμενα αν όχι καθοδηγούμενα από την κυβέρνηση της χώρας και σε διαρκή συναλλαγή μαζί της για ευνοϊκά ανεξόφλητα δάνεια, την αδειοδότησή τους και ένα σωρό άλλα που τα «δένουν» μ’ αυτήν με ένα σύμφωνο αμοιβαίων εξυπηρετήσεων. Μια διαλυμένη δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση, που περιμένει την έναρξη λειτουργίας του υποτιθέμενου διάδοχου σχήματος της ΕΡΤ, της ΝΕΡΙΤ, η οποία διαρκώς αναβάλλεται για λόγους που ο καθένας, μπορεί να υποψιαστεί. Και που σαφώς δεν έχουν να κάνουν με τη μεγαλύτερη ελευθερία της ενημέρωσης που θα παρέχεται.

Όσον αφορά στα έντυπα μέσα και τα μεγάλα δημοσιογραφικά συγκροτήματα, βλέπει κανείς ακόμα και στα «σοβαρά» ανάμεσά τους, ειδήσεις του είδους «Αγάπη μου, το ΠΕΔΥ σκίζει!». Αναφερόμενες βεβαίως στο  συγχαρητήριο μήνυμα που έστειλε στο κινητό τηλέφωνο του υπουργού Υγείας η σύζυγός του ενώ αυτός βρισκόταν σε σύνοδο με άλλους υπουργούς Υγείας της ΕΕ, επειδή του είχε τηλεφωνήσει κατά τη διάρκεια της συνόδου αναζητώντας γυναικολόγο και αυτός την παρέπεμψε στον νέο φορέα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, από τον οποίο και έμεινε κατενθουσιασμένη. Ένα περιστατικό που τόσο αυτό καθαυτό όσο και η προβολή του από μεγάλες εφημερίδες θα θύμιζε αφρικανικές χώρες αν κάποιες απ’ αυτές, όμως φαίνεται και στον παγκόσμιο χάρτη της  Freedom House, δεν είχαν αφήσει πίσω την Ελλάδα ως προς το αγαθό αυτό που λέγεται ελευθερία του Τύπου – κατ’ ουσίαν την ελευθερία έκφρασης.

Αν πάρουμε την ΕΡΤ, το κλείσιμο του μεγαλύτερου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού της χώρας με το κατέβασμα ενός διακόπτη και ύστερα από μια ολιγόλεπτη ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου, θυμίζει πέτρα που έπεσε στην ήρεμη επιφάνεια μιας λίμνης, αλλά που σε αντίθεση με ό, τι θα συνέβαινε στη λίμνη οι ομόκεντροι κύκλοι που άνοιξε χαράχτηκαν, βαθιά και ανεξίτηλα πάνω στην επιφάνεια της χώρας. Προκαλώντας και παγιώνοντας ένα κλίμα αδιαφάνειας, φόβου και λογοκρισίας από τη στιγμή που μια κυβέρνηση «με το έτσι θέλω» έκλεισε τον μεγαλύτερο ειδησεογραφικό οργανισμό της Ελλάδας, περνώντας ένα σαφές μήνυμα εξουσίας, ισχύος, πυγμής απέναντι στην ίδια την ελευθερία σκέψης και έκφρασης.

Το μπαλάκι, βρίσκεται πλέον στο τερέν της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας που μόνο αυτή μπορεί να σταματήσει αυτή την κατηφόρα, να διεκδικήσει τη χαμένη φωνή της. Και το δικαίωμά της σε διάφανη, ακαθοδήγητη, αχειραγώγητη ενημέρωση. Μπορεί;

*γράφτηκε για την Parallaxi

30 Απρ 2014

Με ανοιχτά μικρόφωνα

Τελικός κυπέλλου Ελλάδος, μεταξύ ΠΑΟ και ΠΑΟΚ. Λες άντε να δω λιγάκι μια και όλοι θα μιλάνε γι’ αυτό, μη μείνω έξω απ’ τις κουβέντες στο δρόμο ή στο σούπερ μάρκετ. Και κάθεσαι να δεις. Όχι βεβαίως το θέαμα εντός αγωνιστικού χώρου. Άλλωστε η λέξη θέαμα δεν το περιγράφει ακριβώς:  στο ελληνικό ποδόσφαιρο οι παίκτες μοιάζουν να κυνηγούν να κλωτσήσουν όχι τη μπάλα, αλλά τον αντίπαλο. Το όλο πράγμα θυμίζει περισσότερο ράγκμπι ή κάποιο άλλο επιθετικό, βίαιο σπορ και όχι ποδόσφαιρο όπως μπορεί να το δεις σε άλλες χώρες. Γι’ αυτό και η καλύτερη εξήγηση, όταν λες ότι δεν παρακολουθείς το ελληνικό ποδόσφαιρο, δεν είναι να πεις ότι δεν είσαι ποδοσφαιρόφιλος, αλλά ότι μπορεί και να είσαι ή να ήσουν, κάποτε – και γι’ αυτό ακριβώς αρνείσαι να δεις αυτό το έξαλλο ανθρωποκυνηγητό.

Από τη στιγμή που όσα βλέπεις δεν λένε κάτι, η προσοχή πάει στην περιγραφή. Και εκεί κάπου, μένεις με το στόμα ανοιχτό. Από τα όσα ακούς από τους δημοσιογράφους του καναλιού – του ΣΚΑΪ – που βρίσκονταν μπροστά στα μικρόφωνα. Πιθανότατα σε μια φιλόδοξη απόπειρα να μιμηθούν διάσημους συναδέλφους τους του εξωτερικού προσπαθούσαν, αντί απλώς να κάνουν τη δουλειά τους, να περιγράφουν δηλαδή αυτά που έβλεπαν, να πουν, να δώσουν το κάτι παραπάνω. Και να έχουν ένα άνετο, large στυλ στην πορεία. Όπως όταν αναφέρονταν σε κάποιους ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού που πειράζονταν στον πάγκο της ομάδας ως «τα νεαρά τσογλάνια» (ούτως ώστε και όσα νεαρά παιδιά πιθανώς παρακολουθούσαν να μυηθούν στις πεζοδρομιακές εκφράσεις της ελληνικής με αυτό τον ωραίο, «επαγγελματικό» τρόπο από ακριβοπληρωμένους επαγγελματίες δημοσιογράφους). Ή όταν τελειώνοντας ο αγώνας, κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών του νικητή που ένας ξένος παίκτης είχε μαζί του και την οκτάχρονη (τόσο φαινόταν) ξανθή κορούλα του, έλεγαν αυτοί που έκαναν την περιγραφή στον συνάδελφό τους που είχε αναλάβει τα ρεπορτάζ από τον αγωνιστικό χώρο, «απέτυχες χαρακτηριστικά να πάρεις συνέντευξη από τη μικρή». Για να απαντήσει αυτός, με ανάλογη άνεση, «θα της πάρω συνέντευξη όταν μεγαλώσει» και να ανταπαντήσουν αυτοί μέσα σε γελάκια «ναι, σιγά μη γυρίσει να κοιτάξει εσένα όταν μεγαλώσει». Κουβέντες επιπέδου, στην καλύτερη περίπτωση, συνοικιακού καφενέ που σερβίρονταν από ένα μεγάλο τηλεοπτικό δίκτυο ως περιγραφή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα από επαγγελματίες.

Το όλο σκηνικό θύμιζε απογευματινά δελτία ειδήσεων. Αυτά τα καθημερινά, στα οποία αντί απλώς – όπως γίνεται παντού στην υφήλιο – να παρουσιάζονται και να μεταδίδονται οι ειδήσεις πρέπει κάθε είδηση, ιδίως αυτές που αφορούν στη δύσκολη, επώδυνη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, να παρουσιάζεται σε διαλογικό στυλ. Μέσα σε ένα κάδρο ομιλούντων κεφαλών όπου ο καθένας οφείλει να διαφωτίσει το τηλεοπτικό κοινό με την άποψή του «διαφωνώντας» ή συμπληρώνοντας τον άλλο. Πράγμα που έχει ως συνέπεια να ναυαγεί η αρχική ταλαίπωρη είδηση σε μια θάλασσα σχολίων, γνωμών, κουτσομπολιών που δυστυχώς πολλές φορές διαμορφώνει μέσα από την καθημερινή της παρουσία και την άποψη του τηλεθεατή που παρακολουθεί, κατευθύνει τις σκέψεις του, χειραγωγεί.

Προφανώς τόσο οι αθλητικοί συντάκτες του ιδιωτικού καναλιού – και εδώ δεν μπορεί κανείς να μην κάνει την καταθλιπτική σύγκριση, ιδίως σε μεταδόσεις στίβου, με τις ωραίες, αξιοπρεπείς, πραγματικά επαγγελματικές μεταδόσεις των συναδέλφων τους της μακαρίτισσας ΕΡΤ, που μπορούσες να καθίσεις να παρακολουθήσεις με τα παιδιά σου άφοβα – όσο και οι άλλοι των δελτίων ειδήσεων πιστεύουν ότι ένα καλογυαλισμένο κουστούμι και μια γραβάτα τους καθιστούν αυτομάτως επαγγελματίες. Και ότι από εκεί και πέρα δεν χρειάζεται να κάνουν τη δουλειά τους – μετάδοση ενός αθλητικού γεγονότος ή ειδήσεων – αλλά να ξεδιπλώσουν τις ασυμμάζευτες προσωπικότητές τους, να χαρίσουν σε όσους τους παρακολουθούν ένα αξέχαστο θέαμα χτισμένο γύρω τους – πάνω τους. Εν κατακλείδι, το ότι μια χώρα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση ηθικά, αισθητικά, αξιακά, όπως θέλει κανείς το λέει και το διαπραγματεύεται, μπορείς να το δεις ακόμα και σε μια ολιγόλεπτη περιγραφή – τόσο θα αντέξεις – ενός απλού ποδοσφαιρικού αγώνα.

*γράφτηκε για την Parallaxi

29 Απρ 2014

Ιστορικά βοσκοτόπια

Πριν λίγο καιρό έτυχε να βρεθώ σε έναν από τους ιστορικότερους και συγκινητικότερους, θα έλεγε κανείς, φυσικούς χώρους-μνημεία της Αθήνας. Ένα μέρος που προσφέρεται για έναν μακρύ, στοχαστικό περίπατο. Εκεί που γεννήθηκε η δημοκρατία, που έκανε τα πρώτα της βήματα ως αληθινά συμμετοχική και άμεση. Για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας, μέχρις εμάς, ξεπουπουλιασμένη, «αντιπροσωπευτική». Μιλάω βεβαίως για το λόφο της Πνύκας, όπου γίνονταν οι συνελεύσεις της περίφημης αθηναϊκής Εκκλησίας του Δήμου.

Είναι απ’ αυτά τα μέρη η Πνύκα τα περίεργα, που σε ταξιδεύουν. Κατά τον 5οπ.Χ. αιώνα μέχρι και 43.000 Αθηναίοι  πολίτες, λέει, μπορεί να συγκεντρώνονταν, να ανέβαιναν μέχρι εκεί για να πάρουν τις αποφάσεις τους για τα κοινά.  Ή να ακούσουν τον Περικλή ή τον Δημοσθένη να αγορεύουν. 

Σήμερα, τα πράγματα όπως διαπίστωσα, είχαν κάπως διαφορετικά. Αγριολούλουδα εξακολουθούσαν βεβαίως να φύονται όπου έπεφτε το βλέμμα, όπως θα γίνονταν και τότε. Και Αθηναίοι πολίτες υπήρχαν στον ιστορικό λόφο, που δεν έκαναν αμεσοδημοκρατικές  συνελεύσεις αλλά απολάμβαναν τη θέα στην Ακρόπολη και την Αθήνα στα πόδια τους. Μόνο που δεν ήσαν μόνοι. Κάποιοι, είχαν πάρει μαζί και τα σκυλιά τους. Για να τρέξουν, να κάνουν τις ανάγκες τους, να βοσκήσουν.

Κάποιοι απορροφημένοι θα έλεγε κανείς από τα χόμπι τους, κλεισμένοι στους ιδιωτικούς τους κόσμους, που δυσκολεύονταν πιθανότατα να δουν παραέξω τι γίνεται - να δουν, καταρχάς, που βρίσκονταν. Κατηφορίζοντας το λόφο, σκεφτόμουν ότι την επόμενη φορά που θα ανοίξει η όποια συζήτηση για την κρίση σήμερα πολιτικής και δημοκρατίας, τους πολιτικούς, όλα αυτά για τα οποία δεν κουραζόμαστε να γκρινιάζουμε, καλό θα ήταν να άνοιγε από τους σημερινούς πολίτες και πώς μπορεί αυτοί να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους - την πόλη, τη χώρα τους. Όσο βλέπουν.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

22 Απρ 2014

Αναζητώντας τη χαμένη χώρα

Γυρίζεις πασχαλιάτικα την Ελλάδα με το αυτοκίνητο σε αναζήτηση όχι του χαμένου χρόνου του Προυστ αλλά της χαμένης ομορφιάς της χώρας. Θαμμένης κάτω από τόνους κακόγουστων καφετεριών, επαρχιακών club σε χτυπητά φλούο χρώματα που κάπου, πρέπει, παρ’ όλα αυτά να ’χει βρει το καταφύγιό της.

Σταματάς για βενζίνη σε ένα επαρχιακό πρατήριο του νομού Φλωρίνης. Στο ράδιο το αναγεννημένο Τρίτο με εκείνες τις θείες μελωδίες που προσπαθούν να πιάσουν το άπιαστο, να συλλάβουν το ασύλληπτο, κάποιου Μπαχ, δοξασμένου προγόνου της Άνγκελα Μέρκελ, πριν η χώρα του και ολόκληρη η Ευρώπη παραδοθούν στην παντοκρατορία της «οικονομίας», των χρηματαγορών, των spreads, του χρήματος ως ύψιστης προτεραιότητας, υπέρτατης αξίας στη ζωή της Γηραιάς Ηπείρου. Και, βγαίνοντας, σου επιτίθενται από κάποια αόρατα μεγάφωνα, εγκατεστημένα στις αντλίες, αγνώστου προέλευσης και ταυτότητος σκυλοάσματα, στη διαπασών. Και σε συνεφέρουν. Ή  το ανάποδο, σχεδόν σε κατεδαφίζουν. Το βέβαιο, ότι σου φωνάζουν, σε αυτή την υψηλή ένταση, για το πολιτιστικό έλλειμμα αυτής της μικρής, πανέμορφης χώρας, που σε περιμένει, σου στήνει καρτέρι, στα πιο απρόσμενα σημεία. Για να σε αιφνιδιάσει, να σε πιάσει στον ύπνο, να σε πιάσει στον Μπαχ σου ή ό, τι άλλο είχες επιστρατεύσει ως μέσο διαφυγής από αυτές τις εφιαλτικές, εκκωφαντικές αντλίες.

Πας σε έναν από τους όλο και λιγότερους ξενώνες που έμειναν μετά την ερήμωση, τα τελευταία χρόνια, των εγχώριων τουριστικών προορισμών λόγω της κρίσης, με τον μουτρωμένο ιδιοκτήτη. Μουτρωμένο, γιατί έπαψαν να του έρχονται δημόσιοι υπάλληλοι και άλλοι ευυπόληπτοι πολίτες που τις καλές εποχές, του γέμιζαν τα δωμάτια. Ένας από τους αμέτρητους ξενώνες που σηκώθηκαν με χρήματα της ΕΕ, με τα περίφημα Leader, για να μαραζώσουν μέσα σε πολύ λίγα χρόνια κάτω από το βάρος καταρχάς της ανύπαρκτης κατάρτισης των ιδιοκτητών τους, που νόμιζαν ότι χτίζοντας με δανεικά χρήματα μια ωραία, πέτρινη, «παραδοσιακή» ή «βιολογική» βιτρίνα γύρω τους, χωρίς την παραμικρή εξειδίκευση σε αυτό που λέμε τουρισμό, λειτουργώντας τους ωραιότατους ξενώνες τους όπως μια οικογενειακή ταβέρνα, θα έδεναν για τα καλά τον γάιδαρο. Και  που τώρα έμειναν να αναρωτιούνται, τι στο καλό πήγε στραβά. Όπως συχνά συνέβαινε και  συμβαίνει σ’ αυτή τη χώρα τα ζεστά, ευρωπαϊκά χρήματα έπεσαν, οι ξενώνες σηκώθηκαν και από εκεί και πέρα έμειναν ανέλεγκτοι για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, τις προδιαγραφές που θα τηρούσαν, το αν θα μετατρέπονταν σε έναν υπέροχο, πετρόχτιστο, πνιγμένο στο πράσινο καφενέ όπου ο ιδιοκτήτης μαζί με την παλιοπαρέα θα περνούσαν τις μέρες τους καπνίζοντας, πίνοντας τσίπουρα και διώχνοντας πελάτες που μπορεί να ’θελαν κάτι παραπάνω.

Φτάνεις, στην αναζήτηση, μέχρι την άκρη της χώρας και σκέφτεσαι κοιτώντας το κτίσμα της φωτογραφίας στον Άγιο Γερμανό Πρεσπών, το στερνό του χωριού, σχεδόν πάνω στα σύνορα με την ΠΓΔΜ, ότι η ανοικοδόμηση, η αναγέννηση αυτού του έρημου τόπου θα μπορούσε ή θα ’πρεπε να αρχίσει από τη χαμένη αισθητική. Από τα εξαφανισμένα στην ομίχλη της πλασματικής ευμάρειας, τα ναυαγισμένα στην παχύρευστη μάζα ενός πολιτισμού πασαλείμματος, προχειρότητας, βιτρίνας, που έφτασε και σκαρφάλωσε μέχρι τις κορυφές των βουνών στα όρια της χώρας, αυτονόητα.

*γράφτηκε για το thegreekcloud

16 Απρ 2014

Στη χώρα του Αγίου Φωτός

Βγήκε ο Νίκος Δήμου που δεν είναι και μεγάλη μου συμπάθεια αλλά εν προκειμένω έχει ένα point, και μίλησε για όλη αυτή την (κατ' εμέ) μεγαλομανή, θρησκόληπτη φαιδρότητα που λέγεται άφιξη Αγίου Φωτός αεροπορικώς και απευθείας από την "πηγή" (τα Ιεροσόλυμα ή όπου αλλού) στη χώρα, με τιμές αρχηγού κράτους. Και αντί να ανοίξει μια συζήτηση αν εν καιρώ μιας τέτοιας τρομερής κρίσης στο βιοτικό επίπεδο αυτού του ταλαίπωρου λαού χρειάζονται όλα αυτά, αν αυτό που πραγματικά μας λείπει σαν λαού αυτή τη στιγμή είναι το original Άγιο Φως να ανάβουμε τις λαμπάδες μας το οποίο θα εισάγουμε με το αζημίωτο, άρχισαν διάφορες, ατελείωτες συζητήσεις γύρω από ένα και μοναδικό μέγα ζήτημα: αν ο Νίκος Δήμου είναι στέλεχος ή απλός υποστηρικτής του ανερχόμενου, δημοσκοπικά, Ποταμιού.

Εμφανίστηκε και ο κατά τα άλλα "προοδευτικός" και "κεντροαριστερός" ιδρυτής του Ποταμιού, Σταύρος Θεοδωράκης για να "πάρει αποστάσεις" και να πει ότι δεν είναι σωστό, να παίζουμε με το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Και άλλοι συνάδελφοί του, τηλεδημοσιογράφοι, να πουν ότι πασχαλιάτικα ο Δήμου προκαλεί κ.α. αυτού του είδους. Κανένας, ο παραμικρός προβληματισμός γύρω από τη θρησκομανή αμετροέπεια του νεοελληνικού κράτους (ένα κράτος που τα δικαστήριά του δικάζουν κάτω από εικόνες της Παναγίας και οι κυβερνήσεις του ορκίζονται χαμηλοβλεπούσες μπροστά σε δεσπότες) που εξακολουθεί και βασιλεύει, ακόμα και σε μια τέτοια συγκυρία χρεοκοπίας της χώρας. Ή γύρω από το αδιαίρετο κράτους-εκκλησίας και τις προβληματικές του παραφυάδες, όπως η εν λόγω φιέστα. Τι θλιβερή χώρα ρε παιδιά.

14 Απρ 2014

Πολιτική ντεκαφεϊνέ

Πριν λίγες μέρες έτυχε να δω μια τηλεοπτική συζήτηση γύρω από την περίφημη υποκλαπείσα συνομιλία μεταξύ Τάκη Μπαλτάκου και Ηλία Κασιδιάρη, που οδήγησε στην παραίτηση του πρώτου από γ.γ. της κυβέρνησης και σε έναν πολιτικό σεισμό, λόγω των σκιών που άφηνε η μεταξύ τους κουβέντα για κυβερνητικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Όλοι οι συμμετέχοντες στη συζήτηση είχαν, ο καθένας, την άποψή του που υποστήριζαν με θέρμη, καμιά φορά περισσότερο απ΄ ό, τι απαιτεί ένας πολιτισμένος διάλογος, κατά τα νεοελληνικά πρότυπα της δυνατότερης φωνής ως ύστατο επιχείρημα. Όλοι, πλην ενός. Ο εκπρόσωπος του «Ποταμιού» αρνούνταν πεισματικά να εκφράσει μια συγκεκριμένη άποψη επί του θέματος. Σε σημείο, οι υπόλοιποι συμμετέχοντες και ο συντονιστής της συζήτησης σε ένα σώμα, μια φωνή, ενωμένοι, να προσπαθούν να τον πείσουν να τους πει, τέλος πάντων, την άποψή του. Με αποτέλεσμα μετά από αρκετά «παρακάλια», εκνευρισμένος σχεδόν από το στενό μαρκάρισμα εκ μέρους όλων των υπολοίπων, να εκστομίσει ο άνθρωπος μια κοινοτοπία. 

Κάπως έτσι φοβάμαι ότι μπορεί να συνοψιστεί η όλη στάση, η όλη πόζα ορθότερα – διότι περί πόζας πρόκειται – του «Ποταμιού», μέχρι και σήμερα: η απουσία άποψης, ως άποψη. Ένα κόμμα δίχως σαφή ιδεολογική κατεύθυνση ή ταυτότητα, που όχι μόνον αποδέχεται αυτό του το έλλειμμα αλλά το κάνει σημαία του. Μια μπύρα, χωρίς αλκοόλ. Ένας καφές ντεκαφεϊνέ. Που πλασάρονται ως αξιότερα, γνησιότερα, σημαντικότερα από τα πρωτότυπα.

Σαφώς και ζούμε, ιδίως από τον φοβερό εκείνο Νοέμβρη του ’89 που κατέρρευσε με πάταγο το Τείχος του Βερολίνου και μαζί του τα τελευταία υπολείμματα του αντίπαλου δέους του καπιταλισμού, του λεγόμενου υπαρκτού – γα κάποιους ανύπαρκτου – σοσιαλισμού, τον μακρύ, ατελείωτο θάνατο των ιδεολογιών. Για την ακρίβεια, τον εξίσου μακρύ θρίαμβο μιας και μοναδικής ιδεολογίας, αυτής του κέρδους. Που έχει μετατρέψει την παγκόσμια οικονομία σε πλανητικό καζίνο.

Σαφώς και θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς με τον Κορνήλιο Καστοριάδη ότι η πολιτική ζωή του ελληνικού λαού τελείωσε το 404 π.Χ. με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου  και την παράδοση της (γεωγραφικής περιοχής της) Ελλάδας σε πάσης φύσεως κατακτητές. Που όλοι μαζί δεν κατάφεραν να την ισοπεδώσουν πολιτικά, κοινωνικά, αισθητικά στο βαθμό που το κατόρθωσαν οι νεοέλληνες. Και ότι στην Ελλάδα, τα έχουμε πάρει κάπως ανάποδα τα πράγματα: αντιμετωπίζουμε το εθνικό μας σπορ, το ποδόσφαιρο σαν πολιτική και την πολιτική σαν ποδόσφαιρο.

Οι ήττες, με άλλα λόγια, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και εντός συνόρων ήταν και παραμένουν πολλαπλές. Οι ιδεολογίες του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα, μας άφησαν χρόνους. Και η ανθρωπότητα ζαλισμένη ψάχνει να βρει τις άκρες της στη δίνη ενός εκτροχιασμένου παγκόσμιου καπιταλισμού. Με την πολιτική πολλές φορές είτε να ποδοσφαιροποιείται είτε να πέφτει σε επίπεδο κουτσομπολιού, μηχανορραφιών, διαπλοκής και συμφεροντοκρατίας.

Άραγε η διέξοδος απ’ όλα αυτά θα έρθει γεμίζοντας ένα σακίδιο με έτοιμη αναγνωρισιμότητα από τηλεοπτικές εκπομπές που έκαναν το πρόσωπό μας γνωστό στο πανελλήνιο, συγκεντρώνοντας ένα καστ υποψηφίων με κοινό χαρακτηριστικό την απουσία ιδεολογικοπολιτικού στίγματος σαν να επρόκειτο όχι για εκλογές αλλά κάποιου είδους καλλιστεία, φτιάχνοντας και ένα ωραίο, φωτογενές σηματάκι για το κόμμα μας και βαδίζοντας αγέρωχοι, ανεμίζοντας το λάβαρο του τίποτα ως  ιδανική εναλλακτική στην περιρρέουσα κρίση των ιδεολογιών, των πολιτικών σχηματισμών και κομμάτων, της ίδιας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της πολιτικής; 

*γράφτηκε για το thegreekcloud εδώ