12 Ιουλ 2009

Ένα ταξίδι διαφορετικό από τ' άλλα



Επιστρέφω στην Αθήνα από Θεσσαλονίκη με το τρένο. Στη Λάρισα ή στον Παλαιοφάρσαλο ανεβαίνουν και κάθονται στο διπλανό μου και στα γύρω καθίσματα δυο μαντηλοφορεμένες γυναίκες με
τρία παιδάκια, χωρίς εισιτήρια. Βολεύονται όπως όπως στο διπλανό μου κάθισμα πότε ένα από τα παιδάκια, πότε η μια γυναίκα με ένα άλλο παιδάκι αγκαλιά, πότε ένα άλλο παιδάκι μόνο του. Όσο περνά η ώρα ανεβαίνουν περισσότεροι όρθιοι. Μαζί τους κι ένας άνθρωπος που πουλάει, κρατώντας τα στα χέρια του για να τα βλέπουμε όλοι, τρία στυλό 'δημοσιογραφικά' μόνο ένα ευρώ. Ένας παππούς και μια γιαγιά με το εγγονάκι τους, ένα αγοράκι που παίζει μ' ένα αυτοκινητάκι ξαπλωμένο στο διάδρομο, αποφασίζουν να σταθούν κι αυτοί δίπλα μας. Κάποια στιγμή το διάδρομο διασχίζει ένας κύριος μιας κάποιας ηλικίας με καβουράκι και ακορντεόν στα χέρια, παίζοντας μουσική. Στην άκρη του ακορντεόν στερεωμένο ένα ξέσκεπο τενεκεδάκι, για να ρίξουν τον οβολό τους όσοι φιλόμουσοι, καθήμενοι ή όρθιοι. Ξέχασα να πω ότι ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη αγόρασα μια Καθημερινή, στην οποία πασχίζω να συγκεντρωθώ. Ενημερώνομαι για τη συνάντηση Ομπάμα-Μεντβέντεφ υπό τους ήχους του ακορντεόν που πηγαινοέρχεται, βυθίζομαι σε ένα ενδιαφέρον κομμάτι περί λαϊκισμού με το αγοράκι στ' αυτιά μου να προσπαθεί εμφανώς να σπάσει τα νεύρα του παππού και της γιαγιάς φωνάζοντας αδικαιολόγητα και αδιάκοπα. Αγνοώντας τις φωνές του αγοριού με το αυτοκινητάκι, το ακορντεόν, το αδιάκοπο κουβεντολόι παππού και γιαγιάς περί ανέμων και υδάτων με έναν άλλο ηλικιωμένο, τις δυο νεαρές από πίσω μου που απλώνουν τα πόδια στην πλάτη του καθίσματός μου τραντάζοντάς με, το κινητό μιας κοπέλας παραδίπλα που δε σταμάτησε να χτυπάει από την ώρα που ξεκινήσαμε, σηκώνομαι να πάω στην τουαλέτα. Όταν φτάνω, βλέπω διάφορους νεαρούς όρθιους γύρω της ή ακουμπισμένους στην πόρτα της. Κάνω να μπω αλλά κάποιος άλλος ήταν μέσα, που δεν είχε κλειδώσει. Πάω στην άλλη τουαλέτα εκεί κοντά, αλλά αποδεικνύεται ακόμη πιο δύσκολο να πλησιάσω στην πόρτα. Επιστρέφω στο κάθισμά μου αποφασίζοντας στο υπόλοιπο του ταξιδιού να μην έχω υπερβολικές απαιτήσεις, να μη ζητάω τουαλέτες και άλλα τέτοια αλλόκοσμα πράγματα. Εν τέλει, ύστερα από έξι περίπου ώρες από την ώρα που ξεκινήσαμε, φτάνουμε στο Σταθμό Λαρίσης. Η ώρα, έξι και είκοσι το απόγευμα. Η ημέρα, 12 Ιουλίου. Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι αν βρισκόμαστε στο 2009.

10 Ιουλ 2009

Free riders

ΕΛΕΓΚΤΕΣ εισιτηρίων αποκλειστικής απασχόλησης για τον περιορισμό του φαινομένου της λαθρεπιβίβασης στα αστικά λεωφορεία, τα τρόλεϊ, το τραμ, τον ηλεκτρικό και το Μετρό προσλαμβάνει, λέει, ο Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών της Αθήνας (ΟΑΣΑ). Οι περίπου 150 νέοι ελεγκτές κομίστρου αναμένεται να πιάσουν δουλειά από τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, με κύριο στόχο να περιοριστεί η εισιτηριοδιαφυγή, η οποία εξελίσσεται σε μεγάλη πληγή για τα οικονομικά του ΟΑΣΑ. Μάλιστα. Κατευθείαν μου έρχεται στο νου η εικόνα νεαρών συνήθως κοριτσιών που, κατεβαίνοντας στο μετρό, τις βλέπει κανείς με το χέρι προτεταμένο να προσφέρουν το ακυρωμένο, χρησιμοποιημένο εισιτήριό τους στους καινούργιους επιβάτες. Το κάνουν αυτό στα πλαίσια μιας νέας μόδας, ‘έξυπνων’ μετακινήσεων με τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία πίσω απ’ τη μόδα αυτή κατ’ αυτόν τον τρόπο ‘ξεγελάμε’ το εγκαθιδρυμένο σύστημα χρήσης τραμ, μετρό, λεωφορείων χρησιμοποιώντας ένα εισιτήριο για να μετακινηθούν περισσότεροι του ενός επιβάτες. Αυτή η καινούργια μόδα μου θυμίζει ένα παμπάλαιο πολιτικοφιλοσοφικό ζητηματάκι, το περίφημο free rider problem, το οποίο εν ολίγοις θέτει το εξής ερώτημα: πόσο ηθικά αποδεκτή μπορεί να θεωρηθεί η συμπεριφορά κάποιου ο οποίος χρησιμοποιεί κοινόχρηστα αγαθά όπως εν προκειμένω οι μαζικές μεταφορές χωρίς να πληρώνει όπως υποχρεούται, εκμεταλλευόμενος το ότι οι περισσότεροι άλλοι πληρώνουν για ένα αγαθό το οποίο ο ίδιος μπορεί, εν συνεχεία, να απολαμβάνει τζαμπατζίδικα; Η συμπεριφορά αυτή μου φαίνεται βαθιά αντικοινωνική. Μου φαίνεται επίσης παρόμοια με τη νοοτροπία όσων προτιμούν, όταν πλησιάζουν εκλογές, να πάνε για μπάνιο αντί να ψηφίσουν, με το πρόσχημα ότι ‘όλοι ίδιοι είναι’ και την ακλόνητη βεβαιότητα ότι κάποιοι άλλοι θα μείνουν πίσω για να εκλέξουν κυβερνήσεις, νομάρχες, δημάρχους, ευρωβουλευτές, ιδρώνοντας πίσω από τα παραβάν όσο αυτοί απολαμβάνουν τις απλωτές τους. Όπως οι λαθρεπιβάτες των μέσων μαζικής μεταφοράς, έτσι κι αυτοί νιώθουν πιθανότατα ‘έξυπνοι’ που βρήκαν μια χαραμάδα, που ανακάλυψαν μια δυνατότητα να αποφύγουν εύσχημα τις υποχρεώσεις τους, αφήνοντας κάποια κορόιδα να κάνουν το καθήκον τους, να αγοράζουν εισιτήρια, να ψηφίζουν, να πληρώνουν φόρους. Κάνοντας έτσι χειρότερη τη ζωή και τη δική τους και των κορόιδων. Διότι βάζουν τους υπεύθυνους των μέσων μαζικής μεταφοράς να ασχοληθούν με την εισιτηριοδιαφυγή αντί με τη βελτίωση των προσφερόμενων μεταφορών, αφήνουν κάποιους άλλους να εκλέγουν θλιβερές κυβερνήσεις, επιφέρουν, με το να μην πληρώνουν τους φόρους τους, βαρύτερη φορολογία. Αλλά ως συνήθως με τους ‘έξυπνους’ στη χώρα αυτή, η εξυπνάδα τους δε φτάνει για να αναλογιστούν τις συνέπειες των πράξεών τους.

8 Ιουλ 2009

Μέχρι τότε μπορεί να 'ναι αργά

Ακούω από δελτία ειδήσεων κακόηχα ονόματα ανθρώπων εμπλεκόμενων σε οικονομικοπολιτικές συναλλαγές, διορισμούς, βρωμοδουλειές, εσχάτως και απαγωγές. Ένας κύριος Τρομπούκης λέει, εκ των συλληφθέντων για την απαγωγή Παναγόπουλου, ήταν, μέχρι που συνελήφθη ως ύποπτος για την απαγωγή του εφοπλιστή, μεγαλοεργολάβος αλλά και υποψήφιος της δημοτικής παράταξης της ΝΔ «Ολοι μαζί – Νέα αρχή», στην Αμφιλοχία. Ένα ακόμη σκάνδαλο παίρνει τη θέση του στο σωρό σκανδάλων που έχει συνθλίψει υπό το βάρος του την αξιοπιστία, την αξιοπρέπεια των εν Ελλάδι πολιτικών, συρρικνώνοντας ταυτόχρονα και τη δική μας, των απλών πολιτών, εκτίμηση γι’ αυτούς. Έχω την εντύπωση ότι όσο πάμε για μπάνιο όταν έρχεται η ώρα να σκεφτούμε τι να ψηφίσουμε και πώς να ψηφίσουμε, όταν πλησιάζει ο καιρός να κουβεντιάσουμε με τις παρέες μας πολιτικά, τόσο επιστρέφοντας από τα μπάνια θα πέφτουμε πάνω σε Τρομπούκηδες. Όσο απέχουμε ακόμη και από τα ελάχιστα, στοιχειώδη καθήκοντά μας ως πολιτών, τόσο πιο τερατώδεις διαστάσεις θα παίρνουν όσα αρχικά μας έκαναν να πάρουμε τις αποστάσεις που πήραμε. Και δυστυχώς διέξοδο από αυτή την κατάντια δε θα μας προσφέρουν ούτε οι δημοσιογράφοι που αποκαλύπτουν το ένα μετά το άλλο τα σκάνδαλα, ούτε οι εισαγγελείς που ερευνούν, ούτε οι δικαστές που καλούνται να καταδικάσουν. Διέξοδο θα πρέπει να βρούμε μόνοι μας, αβοήθητοι, ακαθοδήγητοι, αχειραγώγητοι. Και σ’ αυτό ακριβώς εντοπίζεται η δική μας, τεράστια ευθύνη. Μπορούμε να ανταπεξέλθουμε σ’ αυτή; Μέχρι στιγμής έχουμε αποδείξει πως όχι. Έχουμε δείξει ότι θα χρειαστούμε πολλούς ακόμη Τρομπούκηδες για να αποφασίσουμε να κάνουμε την υπέρβαση. Αλλά μέχρι τότε που θα πάρουμε τη μεγάλη απόφαση, μπορεί να μην έχει πια και σημασία.

7 Ιουλ 2009

Michael Jackson live

Οι μεσημεριανές και όχι μόνον εκπομπές διαφόρων ιδιωτικών καναλιών στήνονται σήμερα στην ουρά για να μεταδώσουν ζωντανά την κηδεία του Μάικλ Τζάκσον, του Μπέντζαμιν Μπάτον της μουσικής βιομηχανίας. Στο Λος Άντζελες, τα εισιτήρια για το σόου του στερνού αντίο στον άνθρωπο που γεννήθηκε ώριμος σόουμαν και πέθανε σαν παιδί σαστισμένο από το σύμπαν μεγάλων στο οποίο του έλαχε να 'μεγαλώσει', εξαντλήθηκαν προ πολλού. Δεν εξαντλούνται όμως οι ρεπόρτερ των καναλιών μας, που μέσα στο κατακαλόκαιρο αναμεταδίδουν με ταχύτητα που ξεπερνά και αυτή των χορευτικών του μεγάλου εκλιπόντος κάθε τελευταία εξέλιξη του επικήδειου σόου: ποιοι θα παρακολουθήσουν την 'τελετή', τι δήλωσαν άλλοι σταρ, πόσο δύσκολο ήταν να εξασφαλιστεί ένα 'μαγικό χαρτάκι' για την κηδεία του 'βασιλιά' και άλλα τέτοια, εξίσου ανεξάντλητα ως 'ζητήματα' με τους ίδιους τους ανθρώπινους αναμεταδότες τους. Τι κι αν ο Τζάκσον ήταν από καιρό στη 'ναφθαλίνη' ως σόουμαν ή οι δίσκοι του δεν πολυπούλαγαν; Τι κι αν είχε βυθιστεί στα διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα που έκαναν λίγο πιο υποφερτή την ανάποδη, δίχως παιδικά χρόνια ζωή που το αμερικανικό σταρ σύστεμ του επέβαλε να ζήσει; Αν το συγκεκριμένο σταρ σύστεμ ανάγκασε τον Μάικλ Τζάκσον να ζήσει τα παιδικά του χρόνια σαν ενήλικας επαγγελματίας του θεάματος και την υπόλοιπή του ζωή αναπολώντας, αναζητώντας τη χαμένη παιδική του ηλικία, η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση μας θέλει κι εμάς, τους κοινούς θνητούς να ζούμε μια παρατεταμένη παιδική ηλικία. Μας ζητά, απαλλαγμένοι από άλλες έγνοιες, να παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα για μέρες, εβδομάδες, μήνες, τα trivia της ταφής του 'βασιλιά της ποπ', να τα κουβεντιάζουμε με τις παρέες μας, να τα σκεφτόμαστε πριν μας πάρει ο ύπνος τα βράδια, να τα ξαναθυμόμαστε κάθε πρωί. Και κατ' αυτόν τον τρόπο, μέχρι το επόμενο σελέμπριτι που θα απασχολήσει την τηλεοπτική επικαιρότητα, να διάγουμε βίο παιδικό, ανέφελο, ξέγνοιαστο, απονήρευτο. Τελικά ο Τζάκσον ήταν μόνο το πιο προβεβλημένο σφάγιο των επαγγελματιών του θεάματος. Υπάρχουν εκατομμύρια άλλα πρόβατα επί σφαγή στο βωμό της ασημαντότητας. Και όλα με τηλεκοντρόλ στα χέρια.

6 Ιουλ 2009

Oι τηλεγκουρού ξαναχτυπούν



Βλέπω τελευταία διάφορους τηλεδημοσιογράφους σε πρωινές ή βραδινές ενημερωτικές εκπομπές, δελτία ειδήσεων, στρογγυλά τραπέζια γύρω από την απαγόρευση του καπνίσματος να δηλώνουν εκτός από πάνσοφοι και καπνιστές. Και άλλοτε με ‘χιούμορ’ - ‘έλα μωρέ, οι περισσότεροι Έλληνες καπνίζουν, ποιος θα υπακούσει σε τέτοια μέτρα…’ -, άλλοτε με εσκεμμένα υποτιμητικές εκφράσεις και αναφορές στο ‘χαφιεδονούμερο που καλεί όποιος επιθυμεί να "καρφώσει"…’, να ξεσπαθώνουν, με τη χαρακτηριστική τους έπαρση, εναντίον των αντικαπνιστικών μέτρων. Βλέπετε, στην τηλεδημοσιογραφική πιάτσα που έχει πάρει σχήμα και μορφή τα τελευταία είκοσι χρόνια με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης, οι ημιμαθείς παντογνώστες, οι τηλεταγοί που με τη λαϊκίζουσα ρητορική τους διαμορφώνουν τον τρόπο σκέψης εκατομμυρίων νεοελλήνων έμαθαν από νωρίς ένα πράγμα: ότι δίχως τσιγάρο - ή τσιμπούκι για τους πιο ιντελεκτουέλ -, στυλάκι πολυάσχολου και πολυπράγμωνα, φωνές δήθεν απόγνωσης επί καθημερινής βάσεως επί παντός επιστητού και αδιαπραγμάτευτα πολύξερο ύφος δεν πας μπροστά. Σε άρθρο του στην τελευταία Athens Voice o Πάσχος Μανδραβέλης, ο καλύτερος ίσως επιφυλλιδογράφος των ημερών μας, που ξεχωρίζει όχι τόσο για οτιδήποτε άλλο αλλά, νομίζω, για μια καλλιέργεια που δυστυχώς δεν χαρακτηρίζει πολλούς άλλους συναδέλφους του, μας θυμίζει έναν παλιό κανόνα της δημοσιογραφίας: Φυσιολογικά, κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ξέρει περισσότερα από τους αναγνώστες του, να διαβάζει και να ενημερώνεται περισσότερο απ’ όσο γράφει ή ενημερώνει. Αυτή είναι η προστιθέμενη αξία που προσφέρει μια επιχείρηση ενημέρωσης και ζητά από τους πελάτες της 1-4 ευρώ την ημέρα. Κι όμως: στις εφημερίδες δεν χαριτολογούμε απλώς ότι «οι δημοσιογράφοι πληρώνονται για να γράφουν, όχι για να διαβάζουν», το εφαρμόζουμε κιόλας. Η αγραμματοσύνη και η προχειρότητα είναι κανόνας στα εγχώρια ΜΜΕ. Βολεύει έναν τεράστιο αριθμό δημοσιογράφων (οι οποίοι δεν διαβάζουν ούτε εφημερίδες), αλλά και τις επιχειρήσεις που μειώνουν το κόστος εργασίας, επιτρέποντας στους δημοσιογράφους να έχουν δύο και τρεις επιπλέον δουλειές· όλες κακοπληρωμένες, και όλες σε βάρος της ποιότητας του προϊόντος. Αυτό θα έλεγα ότι έχει πάρει άνευ προηγουμένου διαστάσεις στην τηλεόραση, το κατ’ εξοχήν μέσο όπου με έλλειψη παιδείας, φτηνό λαϊκισμό, κραυγές αντί επιχειρημάτων, δημιουργία εύκολων εντυπώσεων αντί σκεπτόμενων τηλεθεατών μπορεί κανείς να πάει μπροστά. Πολύ μπροστά. Οι τηλεδημοσιογράφοι δεν πληρώνονται καν για να γράφουν όπως οι των εφημερίδων του κυρίου Μανδραβέλη. Πληρώνονται για να φωνάζουν, να χειρονομούν, να ωρύονται, να διαμορφώνουν δηλαδή ήσυχες συνειδήσεις με τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή προβληματισμού, να λειτουργούν ως ντελιβεράδες απόψεων για διανοητικά (καθυ)στερημένους τηλεθεατές. Με γνώμονα τι θα συγκινήσει τις ευεπηρέαστες, χειραγωγούμενες μάζες. Έτσι και με την απαγόρευση του καπνίσματος. Οι τηλεγκουρού ανέλαβαν, για μια ακόμη φορά, να οδηγήσουν το καραβάνι της οπισθοδρόμησης, της αντίδρασης, της γκρίνιας, στον γνώριμο προορισμό του: στην τηλεκατευθυνόμενη - κατευθυνόμενη από την τηλεόραση δηλαδή - χαύνωση.


Στη φωτογραφία οικογένεια τηλεθεατών ενημερώνεται για τα νέα αντικαπνιστικά μέτρα.

3 Ιουλ 2009

Train stories



Σκηνή πρώτη: Σταθμός Λαρίσης, στα εκδοτήρια εισιτηρίων. Περιμένω τη σειρά μου για να κόψω ένα εισιτήριο για Θεσσαλονίκη. Δεύτερη ημέρα απαγόρευσης του καπνίσματος σήμερα και ως μη καπνιστής νιώθω έναν πρωτόγνωρο ενθουσιασμό, που όσο κι αν προσπαθώ δε λέει να κοπάσει: μοιάζω με μικρό παιδί σε ένα τεράστιο λούνα παρκ, που δεν ξέρει τι να πρωτοκοιτάξει. Αυτό που βλέπω όμως μου τα χαλάει μέσα σε μια και μόνη στιγμή όλα. Λίγο πριν έρθει η σειρά μου βλέπω την υπάλληλο στο γκισέ να ανάβει τσιγάρο, με χαρακτηριστική άνεση. Της λέω ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Δεν δείχνει να ακούει. Της το ξαναλέω. ‘Γι’ αυτό κάναμε το χώρο κλειστό’ λέει, αναφερόμενη στο εκδοτήριο με το διάφανο πλαστικό που υπάρχει εκεί από αμνημονεύτων χρόνων, ‘για να καπνίζουμε’. Μήπως εννοεί ότι βρίσκομαι σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης και το εκδοτήριο αποτελεί το δίμετρο γυάλινο διαχωριστικό μεταξύ καπνιστών και μη καπνιστών; Μήπως αντί να κατέβω από το μετρό στο Σταθμό Λαρίσης κατέβηκα στο Μεταξουργείο ή αλλού και μπήκα σε κάποιο μπουζουξίδικο; Κοιτάω γύρω μου, όχι, στο σταθμό βρίσκομαι και ακούω την κυρία αυτή να λέει επιπλέον ότι ‘δεν ενοχλείται κανείς’. Μια άλλη κυρία από την ουρά πίσω μου φωνάζει ότι βρίσκεται σε δημόσιο χώρο και δεν θα έπρεπε να καπνίζει. ('Η μήπως φωνάζει σε μένα ότι βρισκόμαστε σε δημόσιο χώρο και δε θα έπρεπε να διαμαρτύρομαι;) Για να κλείσω αυτή την καταδικασμένη σε ασυνεννοησία κουβέντα, της λέω ότι θα πάρω τηλέφωνο στο 1142 για να ρωτήσω αν όσα μου είπε στέκουν. ‘Πάρτε και ρωτήστε’ μου λέει ατάραχη, με ύφος ανθρώπου που δεν έχει τίποτα και κανέναν να φοβηθεί.

Σκηνή δεύτερη: με το εισιτήριο στο χέρι, στο Εverest του σταθμού. Ευχάριστη έκπληξη: κανείς δεν καπνίζει, παρότι πουθενά, όσο κι αν έψαξα, δε βρήκα κάποιο ενημερωτικό αυτοκόλλητο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου μπορώ στον συγκεκριμένο χώρο να καθίσω σε ένα τραπεζάκι να φάω μια τυρόπιτα, να πιω έναν καφέ χωρίς να νιώθω να πνίγομαι. ‘Αχ καθαρός αέρας’: η φράση αυτή μου ξεφεύγει δυο-τρεις φορές, ο ενθουσιασμός μου ανίκητος. Καλώ και από το κινητό μου το 1142, γιατί δεν ξέχασα τη θρασύτατη υπάλληλο, αλλά μια φωνή με ενημερώνει ότι ο αριθμός αυτός δεν υπάρχει. Μόνο από σταθερό λοιπόν. Παρότι πουθενά δεν υπάρχουν ενημερωτικές ταμπελίτσες ή σήματα, όσοι βρίσκονται εντός του Everest μάλλον υπέθεσαν ότι απαγορεύεται το κάπνισμα – που μέχρι την προηγούμενη φορά έκανε αδύνατη την παραμονή ενός μη καπνιστή στο χώρο – και συμπεριφέρονται αναλόγως. Με καλή διάθεση ετοιμάζομαι για την άφιξη του τρένου μου και την επιβίβαση.

Σκηνή τρίτη: στο τρένο. Βρισκόμαστε αρκετές ώρες μέσα στο ταξίδι, πλησιάζουμε πια στη Λάρισα και ο ελεγκτής περνάει με ένα εργαλείο στα χέρια για να ανοίξει τα παράθυρα, εξηγώντας ότι λόγω των προβλημάτων του κλιματισμού όσοι επιβάτες επιθυμούν μπορούν να του ζητήσουν να τους τα ανοίξει. Όταν φτάνει στο κάθισμά μου, του ζητάω να ανοίξει το παράθυρό μου κι εκείνος με κοιτάζει κάπως δύσπιστα, λέγοντας εν τέλει: ‘να το ανοίξω αν ζεσταίνεστε, όχι για…’ αφήνοντας ημιτελή τη φράση του. ‘Όχι για…’; Κάπως μου έκατσε αυτό το ‘όχι για…’. Υπονοούσε ότι υπό αυτές τις άθλιες συνθήκες, σε ένα τρένο παμπάλαιο, βρώμικο, με τις αναμενόμενες αναπάντεχες καθυστερήσεις, τον ανύπαρκτο κλιματισμό, τους αγενείς ελεγκτές θα απολάμβανα τόσο το ταξίδι που έτσι, χωρίς λόγο, for some extra fun, θα του ζητούσα να ανοίξει και το παράθυρο για να ικανοποιήσω κάποιο καπρίτσιο μου, ο κακομαθημένος επιβάτης; Δεν του λέω τίποτα, μόνο ότι ζεσταίνομαι και αποφασίζει να μου κάνει τη χάρη και να ανοίξει το παράθυρο. Κι έτσι συνεχίζεται το ταξίδι προς Θεσσαλονίκη, μια πόλη στην οποία, όπως είδα στις εφημερίδες στο ίντερνετ το πρωί πριν ξεκινήσω για το σταθμό, μόνο πέντε από τα εκατοντάδες καφεστιατόρια και μπαρ της μέχρι 70 τ.μ. ζήτησαν να συμπεριληφθούν στην απαγόρευση του καπνίσματος…

1 Ιουλ 2009

Πάμε απόψε στη Βίσση; Που τραγουδάει; Στο Ηρώδειο καλέ!

Η παραχώρηση του Ηρωδείου για συναυλία της Άννας Βίσση αντιπροσωπεύει νομίζω μια ενθουσιώδη, για τους φανς της, εκπόρθηση ενός χώρου-συμβόλου. Το Ηρώδειο, από τότε που το θυμάμαι, αποτελούσε χώρο ταγμένο να φιλοξενεί καλλιτέχνες και παραστάσεις που έστεκαν έξω, μακριά από το σωρό. Στους πρόποδες της Ακρόπολης, το αρχαίο αυτό θέατρο παραδοσιακά φιλοξενούσε θεάματα άλλης αισθητικής, άποψης και εμβέλειας από την αγοραία. Θυμάμαι να έχω παρακολουθήσει στο παρελθόν στο χώρο αυτό 'Προμηθέα Δεσμώτη' από το Θέατρο Τέχνης αλλά και συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη. Βλέπετε τις εποχές εκείνες δεν υπήρχαν στην Ελλάδα ποπ σταρς του διαμετρήματος μιας Βίσση. Υπήρχαν 'μόνο', για να δει κανείς στο Ηρώδειο, σκηνοθέτες όπως ο Κουν - ακόμη τον θυμάμαι, όταν τελείωσε η παράσταση, να βγαίνει για να χαιρετίσει τους θεατές - και συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις ή ο Θεοδωράκης. Σήμερα υπάρχουν, αναμφίβολα, πολλά μεγαλύτερα θέατρα ή γήπεδα τα οποία θα μπορούσε να είχε προτιμήσει η κυρία Βίσση για τη συναυλία της. Όμως κάθε προσωπικότητα της σόου μπιζ, κάθε αγοραίος τραγουδιστής, όταν πια χορτάσει από χρήμα και εφήμερη δόξα, νιώθει - παρά τα εκατομμύρια που πιθανότατα έχει κερδίσει από χρόνια στα τσαρτς των 'επιτυχιών' και τους χιλιάδες πιστούς φανς - μειονεκτικά σε σχέση με κάποιους άλλους καλλιτέχνες. Kαλλιτέχνες που μπορεί να μην κερδίζουν εκατομμύρια, απολαμβάνουν όμως την ειλικρινή και όχι συστημικά μαγειρεμένη εκτίμηση κάποιων όχι φανς, αλλά συνειδητοποιημένων ακροατών. Και γι’ αυτό επιδιώκει την κάθαρση. Αναζητά το αναβάπτισμα σε χώρους κατά κανόνα αμόλυντους από την πολιτιστική βιομηχανία και τα προϊόντα της, προκειμένου να νιώσει καταξιωμένος, πραγματικά 'μεγάλος': τόσο μεγάλος, ώστε να φιλοξενείται σε ένα χώρο που μέχρι χθες φιλοξενούσε κατά παράδοση άλλου ύφους και ήθους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η συναυλία στο Ηρώδειο αποτελεί αναμφίβολα μια μεγάλη νίκη για την Άννα Βίσση στην προσωπική της μάχη για εξαγνισμό από την ευτέλεια της ποπ μουσικής βιομηχανίας. Και μια - ακόμη - μεγάλη ήττα για τον πολιτισμό μας.

30 Ιουν 2009

1142



Αυτόν τον αριθμό μπορούν από αύριο να καλούν όσοι πολίτες επιθυμούν να καταγγείλουν παραβάσεις του νέου αντικαπνιστικού νόμου από άλλους πολίτες, ιδιοκτήτες ή πελάτες καφετεριών, μπαρ, εστιατορίων. Η ελληνική πολιτεία καλεί με άλλα λόγια όσους ενδιαφερόμενους να βοηθήσουν στην εφαρμογή των αντικαπνιστικών μέτρων και στην αντιμετώπιση της αναμενόμενης ανυπακοής εκ μέρους διαφόρων θεριακλήδων, αναλαμβάνοντας το ρόλο του… Αρτέμη Μάτσα έναντι όσων δεν θα σέβονται την απαγόρευση του καπνίσματος. Οι οποίοι αναμένεται να αποδειχθούν ουκ ολίγοι. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή του BBC σε αυτό το βίντεο, η μαζική απείθεια κατά των αρχών έχει εξελιχθεί σε… τέχνη στην Ελλάδα, με τις εκάστοτε αρχές να σηκώνουν εν τέλει τα χέρια ψηλά, αποδεχόμενες την ήττα τους. Άραγε αυτό θα έπρεπε να περιμένουμε να συμβεί και με την απαγόρευση του καπνίσματος; Θα έχουμε μια αρχική έκρηξη ανυπακοής εκ μέρους των εκατομμυρίων καπνιστών που θα οδηγήσει σε μια συμβιβαστική, συναινετική λύση, σε ένα τσιγαράκι στα… μουλωχτά με τη σιωπηρή συνενοχή σερβιτόρων, άλλων θαμώνων, ιδιοκτητών καφετεριών, μπαρ, εστιατορίων ανά την επικράτεια; Ελπίζω ειλικρινά πως όχι, γιατί αυτή η απαγόρευση αποτελεί μοναδική ευκαιρία να αναπνεύσουμε λίγο καθαρότερο αέρα. Και γιατί πέραν του καθαρότερου αέρα, θα βοηθήσει να ‘αναπνεύσουν’ λίγο και τα πεζοδρόμια από τα πεταμένα παντού αποτσίγαρα. Θα κάνει δηλαδή την Ελλάδα λίγο ανθρωπινότερη, πράγμα που νομίζω το χρειάζεται άμεσα. Αρκεί να υπάρξει καλή θέληση κυρίως εκ μέρους των καπνιστών, που μέχρι σήμερα είχαν συνηθίσει να ζουν σε μια χώρα που τους τα παρείχε όλα, σε βάρος των μη καπνιστών. Αν αποδεχτούν ότι αυτή η ισορροπία άλλαξε, πολλά ακόμη μπορούν να αλλάξουν.

26 Ιουν 2009

H απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον

Η ταινία αυτή διηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που γεννιέται γέρος και γίνεται νεότερος καθώς 'μεγαλώνει'. Θα μπορούσε να διηγείται την ιστορία και ενός άλλου ανθρώπου, που γεννήθηκε ενήλικας, έτοιμος σόουμαν για να αφήσει την τελευταία του πνοή σαν μπερδεμένο, σαστισμένο από την πολυπλοκότητα όσων έβλεπε γύρω του παιδί. Ενός ανθρώπου που έχασε, ξόδεψε την παιδική του ηλικία παίζοντας καθ' υπαγόρευση το ρόλο του σόουμαν και πέρασε την υπόλοιπή του ζωή ψάχνοντας επί ματαίω να την ξαναβρεί, να ξανακερδίσει τη χαμένη παιδική του αθωότητα. Όμως, τα χαμένα παιδικά χρόνια, σκληρά σαν τα ίδια τα παιδιά, δε συγχωρούν, δεν αφήνουν περιθώρια μεταμέλειας. Γι' αυτό και το παράδοξο ενός ανθρώπου που γεννήθηκε ολοκληρωμένος σόουμαν και πέθανε παιδί, ξαφνιασμένο από την ίδια του τη ζωή διαρκώς περισσότερο καθώς περνούσαν τα χρόνια, δεν άφηνε περιθώρια διαφυγής. Κάθε απώλεια ενός παιδιού αποτελεί τραγωδία, ιδίως όταν το παιδί αυτό χάνεται στα πενήντα χρόνια του ενώ ετοίμαζε μια 'μεγάλη επιστροφή' ύστερα από μια ακόμη περίοδο απομόνωσης. Το θρίλερ μιας ζωής που ξεκίνησε ανάποδα για να μην ξαναβρεί ποτέ την ορθή της φορά, ενός ανθρώπου που θυσίασε ολοκληρωτικά τον εαυτό του στο βωμό των κυνηγών ταλέντων και μιας σόου μπιζ που τον έχρισε αδίστακτα βασιλιά της πριν ακόμη πάρει ο ίδιος χαμπάρι τι συνέβαινε, έφτασε στο μεγάλο φινάλε του. Λυτρωτικό, αναπάντεχο και συνάμα αναμενόμενο, ανεξήγητο αλλά και φυσική συνέχεια όλων όσων προηγήθηκαν, όπως σε κάθε καλογυρισμένο θρίλερ. Η απίστευτη ιστορία του Μάικλ Τζάκσον, κυρίες και κύριοι, μόλις ολοκληρώθηκε.

24 Ιουν 2009

Mια λούμπεν τρομοκρατία

Με διάφορες, αρκετά ενδιαφέρουσες θα έλεγα αλλά και ετερόκλητες θεωρητικές αναφορές σε πολιτικούς φιλοσόφους, θεωρητικούς της 'επανάστασης', σοσιαλιστές ηγέτες, αναφορές που θυμίζουν λιγάκι μεταπτυχιακό δοκίμιο ενθουσιώδους φοιτητή πολιτικών και κοινωνικών επιστημών, η Σέχτα Επαναστατών, αφού ανέλαβε την ευθύνη για τη δολοφονία του αστυνομικού στα Πατήσια, με προκήρυξή της δίνει το ιδεολογικό 'στίγμα' της. Παραπέμπει ταυτόχρονα στον Walter Benjamin και στον Μάο, στον Francis Fukuyama και τον Λένιν. Μιλάμε δηλαδή για ευρέως φάσματος, ανομοιογενείς αναφορές - έναν θεωρητικό αχταρμά -, δηλωτικές της πρόθεσής τους να προστεθεί βάρος, να δοθεί ιδεολογικό υπόβαθρο στις πράξεις τους, παρουσιάζοντάς τες ως απότοκο μιας σαφούς, βαθυστόχαστης, συγκεκριμένης πολιτικοϊδεολογικής τοποθέτησης. Στόχο της δηλώνει ότι έχει, η Σέχτα Επαναστατών, πέραν των αναμενόμενων αστυνομικών, τη 'Λούμπεν ΜικροΑστική Τάξη': την τάξη αυτή που αποτελεί ένα συρφετό, αδίστακτο σαν αρπακτικό, που έχει ως στόχο την ανέλιξη του στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ασκεί κριτική, στην προκήρυξη, στους πάσης φύσεως συμβιβασμένους με τη σημερινή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, καλώντας τον κάθε δυσαρεστημένο να συμπάσχει με τη Σέχτα, να αντιληφθεί πόσο χαμηλά έχει πέσει η νεοελληνική κοινωνία και ότι, βεβαίως, δεν υφίσταται άλλος τρόπος αντίδρασης στην κατρακύλα από τον ένοπλο αγώνα. Κλείνουν την προκήρυξη δηλώνοντας: Μπορούμε ν΄ αποδεχτούμε το ενδεχόμενο της σύλληψης, ακόμα και της δολοφονίας μας(αφού δεν πρόκειται να παραδοθούμε έτσι απλά...), ως αποτέλεσμα της δράσης μας. Όμως θ΄ αναγκάσουμε πρώτα την Ελλάδα να ματώσει. Θα κάνουμε το κράτος ν΄ αποκλείσει τις επικίνδυνες περιοχές, οι μπάτσοι θα περιπολούν μέσα σε τεθωρακισμένα, στρατιώτες θα φυλάνε τις πλατείες, το ένδοξο σύμβολο του Ρarabellum 38 [εδώ με έχασαν...] θα ξαναγυρίσει στις διαδηλώσεις ενώ αυτοί θα σπάνε πόρτες στα σπίτια για έρευνες εμείς θα τους σπάμε τα κεφάλια, οι αντάρτικες ομάδες θα οργανώσουν την νύχτα και ολόκληρος ο πληθυσμός των αστικών κέντρων θα συνηθίσει να ζει με τους μαύρους καπνούς στον αέρα απ΄ τις βόμβες και τους εμπρησμούς.

Κάπου στην προκήρυξη παραπέμπουν σε μια γνωστή φράση του Λένιν για 'χρήσιμους ηλίθιους'. Αναρωτήθηκαν ποτέ οι Σεχταριστές μας μήπως έχουν αναθέσει στους εαυτούς τους αυτόν ακριβώς το ρόλο, στα πλαίσια ενός πολιτικομιντιακού κατεστημένου που τους χρησιμοποιεί αδίστακτα, ποικιλοτρόπως και με τεράστια κέρδη για το ίδιο; Αναρωτήθηκαν πόσο χρήσιμοι αποδεικνύονται για τη συσπείρωση των κάθε λογής 'νοικοκυραίων' πίσω από νεόπλουτες πολιτικά ακροδεξιές δυνάμεις όπως ο ΛΑΟΣ ή πίσω από τον κάθε λαϊκίζοντα τηλεδημοσιογράφο που μπορεί να τους χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για τη φτηνή, τρομοκρατούσα τηλερητορική του; Τους πέρασε ποτέ η σκέψη ότι δολοφονώντας δεν πετυχαίνουν τίποτα περισσότερο από το να δείχνουν ότι στερούνται άλλων διεξόδων έκφρασης των αντιρρήσεών τους απέναντι στο σημερινό στάτους κβο, στρέφοντας έτσι όλους εμάς, τους κοινούς θνητούς της 'Λούμπεν ΜικροΑστικής Τάξης' - που αναζητάμε καθημερινά μορφές αντίστασης, αντίδρασης και διαμαρτυρίας απέναντι σε όσα μας πλακώνουν δημιουργικές, διαλογικές, ρηξικέλευθες και όχι σπασμωδικές - εναντίον τους; Αναρωτήθηκαν ποτέ μήπως οι ίδιοι αποτελούν παρακλάδι μιας λούμπεν τρομοκρατίας, μιας τρομοκρατίας δηλαδή παρακμιακής και παρακμάζουσας, δίχως απτά ερείσματα στον ευρύτερο πληθυσμό; Μιλάω για μια τρομοκρατία που αναπόφευκτα θα εξελισσόταν σε λούμπεν, δηλαδή παρασιτική, αναξιοπρεπή, αντικοινωνική, από τη στιγμή που εμφανίστηκε και 'άνθισε' σε μια χώρα λούμπεν καπιταλισμού όπως η Ελλάδα: ενός καπιταλισμού της διαπλοκής, της αρπαχτής, της διαφθοράς, της μεγαλοφοροδιαφυγής, με κύριους ευνοούμενους μεγαλοεισοδηματίες και παρανομούντες μεγαλοεπιχειρηματίες, όχι τη 'Λούμπεν ΜικροΑστική Τάξη', η οποία, ακόμα κι αν στις χαμηλότερες στιγμές της λιγουρεύεται τα ψίχουλα που πέφτουν από τα καλοστρωμένα τραπέζια της ευημερούσας αισχροκέρδειας και του παρασιτικού πλουτισμού αδυνατεί, λόγω των σφιχτοδεμένων, περιοριστικών δομών αυτού του λούμπεν καπιταλισμού, να αποκτήσει πρόσβαση σ' αυτά.

23 Ιουν 2009

Για το κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου

Όπως όταν κλείνει ένα θέατρο, έτσι κι όταν 'κατεβάζει ρολά' μια εφημερίδα ή ένας ραδιοφωνικός σταθμός σβήνει ένας πομπός πολιτισμού. Μια εφημερίδα, σε αντίθεση με την τηλεόραση που δραματοποιεί ακόμη και τα πιο 'ξερά' γεγονότα, προσφέρει ψύχραιμη, απαλλαγμένη από μελοδραματισμούς, αξιολογότερη ενημέρωση. Ζούμε, όμως, στην εποχή των εικόνων, μια εποχή εικονολατρίας. Γιατί; Ίσως διότι μας αρέσει, επιδιώκουμε να ξεχνάμε και να ξεχνιόμαστε. Και δεν υπάρχει αποτελεσματικότερος τρόπος να ξεχαστούμε από το ν' ανοίξουμε μια τηλεόραση, για να δεχτούμε καταιγισμό εικόνων. Απόψε το βράδυ θα δούμε στα δελτία ειδήσεων για τους απολυμένους του Ελεύθερου Τύπου, αύριο κάτι άλλο που θα τους κάνει να μοιάζουν μακρινό, κακό όνειρο, μεθαύριο μπορεί να παρουσιαστούν ως φταίχτες. Όπως όλες οι εφημερίδες, έτσι και η δική τους για να επιβιώσει εκδοτικά προσέφερε πλήθος δωράκια: ταινίες, cd, dvd εκπομπών του Λάκη Λαζόπουλου και άλλα διάφορα. Aλλά η κρίση αυτή των εφημερίδων και εν γένει του γραπτού λόγου δεν καταπολεμάται ούτε με δωράκια, ούτε με χαρμόσυνες, αστόχαστες παραπομπές στα blogs ως 'δημοσιογραφίας των πολιτών'. Η κρίση αυτή ήρθε για να μείνει. Και αν στα 'παραδοσιακά' ΜΜΕ η εικόνα ως εκφραστικό μέσο καταπίνει αργά-αργά τον γραπτό λόγο σαν φίδι που χωνεύει απολαυστικά, με τις ώρες, το θήραμά του, στα 'νέα μέσα' του internet ο γραπτός λόγος επιβιώνει, αλλά με θλιβερά ταπεινές φιλοδοξίες - τις ταπεινότερες ίσως στη μακραίωνη ιστορία του. Γι' αυτό και η διάσωση της γραφής ως μέσου επικοινωνίας και ενημέρωσης, μόρφωσης και καλλιέργειας από ένα προδιαγεγραμμένο ναυάγιο μπορεί να αποδειχθεί πολύ δύσκολη υπόθεση.