20 Ιουν 2009

Περί της επιστροφής των Ελγινείων


Παρότι μέχρι σήμερα θα έλεγα ότι ήμουν από αδιάφορος έως αντίθετος στην επιστροφή των Ελγινείων Μαρμάρων στην Ελλάδα, τελευταία άλλαξα γνώμη. Σκέφτηκα ότι τα εκατομμύρια επισκεπτών από όλη την υφήλιο που τα θαυμάζουν κάθε χρόνο στο Βρετανικό Μουσείο δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά στους πρώτους τη τάξει κληρονόμους τους, τις χιλιάδες δηλαδή νεοελλήνων που απαιτούν, αδημονούν, παρακαλούν, ξυπνούν και κοιμούνται με το όνειρο να επιστρέψουν μια μέρα τα Μάρμαρα στην Ελλάδα για να σπεύσουν να τα καμαρώσουν. Τάσσομαι λοιπόν κι εγώ υπέρ της επιστροφής τους. Με μια προϋπόθεση όμως. Μια και όπως επισημαίνεται σε δημοσιεύματα διαφόρων εφημερίδων η επισκεψιμότητα μουσείων και αρχαιολογικών χώρων στη χώρα μας έχει από χρόνια πάρει μια χαρακτηριστική κατηφόρα, σε αντίθεση βεβαίως με 'νυχτερινά μαγαζιά', παραλιακά clubs και άλλους τέτοιους σύγχρονους ναούς του νεοελληνικού πολιτισμού που κάθε βράδυ γεμίζουν γλεντζέδες συμπολίτες μας, θα πρότεινα τα Μάρμαρα να στεγαστούν όχι στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα μετά από μια αρχική έκρηξη ενδιαφέροντος λόγω της προβολής των εγκαινίων του από τα ΜΜΕ θα ακολουθήσει τη μοναχική τύχη των άλλων μουσείων της χώρας, μετρώντας διαρκώς λιγότερους επισκέπτες με τα χρόνια και απεργίες απλήρωτου προσωπικού του όπως συμβαίνει με τον ίδιο τον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης, αλλά αλλού. Πιστεύω ότι ο ιδανικός χώρος για να φιλοξενήσει τα Μάρμαρα, αν ποτέ επιστρέψουν στην Ελλάδα, θα ήταν - δεδομένου του πολύ μεγαλύτερου αριθμού επισκεπτών του σε σχέση με μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους - η Αθηνών Αρένα, 'το μεγαλύτερο νυχτερινό μαγαζί της Αθήνας' σύμφωνα με περιγραφές του στο internet. Εκεί θα έχουν την ευκαιρία χιλιάδες συμπατριώτες μας - πολλοί περισσότεροι από όσους επισκέπτονται μουσεία - να θαυμάσουν τα Μάρμαρα ως ντεκόρ-έκπληξη στις εμφανίσεις των δημοφιλών τραγουδιστών που κάθε βράδυ συγκλονίζουν τους συρρέοντες στον σύγχρονο αυτό ναό διασκέδασης. Βέβαια στην Αθηνών Αρένα δεν θα μπορούν να τα θαυμάσουν οι διάφοροι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα, αλλά τι μας νοιάζει; Αυτοί τα έβλεπαν τόσα χρόνια στο Βρετανικό Μουσείο, ήρθε πια η ώρα οι νόμιμοι κληρονόμοι τους να αποκτήσουν το προνομιακό δικαίωμα να τα καμαρώνουν σε ένα δημιουργικό πάντρεμα Αρχαίου και Νέου Ελληνικού πολιτισμού, σε μια μοναδική συνεύρεση του Αρχαιοελληνικού πνεύματος με τη νεοελληνική νυχτερινή ζωή σε όλο το γκλαμουράτο μεγαλείο της. Διότι δεν αρκεί μόνο να διεκδικούμε την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Οφείλουμε και να διασφαλίσουμε τη μέγιστη δυνατή προβολή τους, την όσο γίνεται βαθύτερη και δημιουργικότερη αφομοίωσή τους στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα. Διαφωνείτε;

Βιομηχανία δακρύων

Κλαίλια… Ένα όνομα-σταθμός στη ζωή της. Η μητέρα της λάτρεψε την ηρωίδα του Ξενόπουλου και της έδωσε, λίγο προτού φύγει από τη ζωή, το όνομά της. Μαζί όμως της δώρισε χωρίς να το θέλει και τη μοίρα της λαμπερής κοντεσίνας. Υπήρχε και για κείνην ένας Παύλος, βαθιά, απόλυτα ερωτευμένος, για μια ζωή. Αλλά η Κλαίλια ήθελε να γνωρίσει τον έρωτα όπως ζωντάνευε μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Και βρήκε τον Ντένη της στο πρόσωπο του Νικηφόρου. Χρόνια μετά, μόνη και κλεισμένη στον εαυτό της, ανάμεσα σε βράχια και σπασμένα όστρακα, εξακολουθεί να ζει παρέα με θύμησες που πληγώνουν και επιθυμίες που κοιμούνται. Μα ξαφνικά ένα μικρό κορίτσι μπαίνει στη ζωή της. Και… τι παράξενο… έχουν το ίδιο όνομα! Μια ιστορία ρομαντική, όπως τα τρυφερά κοριτσίστικα όνειρα. Μια γυναίκα που αναδύεται από το σκοτεινό πέλαγος του έρωτα, για να αντικρίσει, ώριμη πια, τον εκτυφλωτικό ήλιο της αγάπης!

H ροζ λογοτεχνία, η δακρύβρεχτη γραφή που απευθύνεται σε ευαίσθητες, έτοιμες για βαθιές συγκινήσεις γυναίκες πάντα πουλούσε, ήδη από τον ευρωπαϊκό 19° αιώνα, κατά τον οποίο γνώρισε τις μεγάλες δόξες της. Όμως τα τελευταία χρόνια, με εκδόσεις που τα εξώφυλλά τους παραπέμπουν αισθητικά σε βραζιλιάνικες σαπουνόπερες με την πολυχρωμία τους, συγγραφείς που με αξιοθαύμαστη μαεστρία καταφέρνουν, σε έκταση εκατοντάδων σελίδων, να αναπαράγουν ξεπερασμένα, προφεμινιστικά στερεότυπα, να ξυπνούν αναμνήσεις άλλων εποχών, να σπρώχνουν τις αναγνώστριές τους να ναυαγήσουν στα "σκοτεινά πελάγη του έρωτα", πραγματικά γνωρίζουν μια άνευ προηγουμένου εκδοτική άνθιση – που μεταφράζεται βεβαίως σε δεκάδες χιλιάδες πωλήσεις. Οι λίστες των ευπώλητων κυριαρχούνται από βιβλία αυτής της συνομοταξίας που πουλάνε σαν ζεστά, φρέσκα ψωμάκια, φέρνοντας μεγάλα κέρδη σε συγγραφείς και εκδότες και χοντρά δάκρυα στα πρόσωπα των αναγνωστριών τους. Πρόσφατα, ένας αξιόλογος κριτικός των Νέων που τόλμησε να στραφεί εναντίον της εύπεπτης, εύκολης αυτής λογοτεχνίας, δέχτηκε τα βέλη του εκδοτικού οίκου που παράγει αυτά τα νέας κοπής ρομάντζα, τα οποία σερβίρονται σαφώς αναβαθμισμένα από πλευράς τόσο γλώσσας όσο και συγκινησιακά φορτισμένων κοινωνικοϊστορικών αναφορών: η Σμύρνη και οι χαμένες πατρίδες εν γένει έχουν αναδειχθεί σε δημοφιλέστατο και πολυσύχναστο σκηνικό, στο οποίο στριμώχνονται oι ηρωίδες περισσότερων του ενός μυθιστορημάτων προκειμένου οι συναισθηματικές τους περιπέτειες να λαμβάνουν χώρα σε μέρη που προδιαθέτουν το γυναικείο κοινό τους σε ολοκληρωτική αναπόληση χαμένων ανδρών, πατρίδων, ευκαιριών και ποιος ξέρει πόσων άλλων Ιερών Δισκοπότηρων των ακύμαντων ζωών τους. Δημιουργούνται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, απ’ τη μια ένα χειραγωγούμενο, εθισμένο στη μαζικά παραγόμενη συγκινησιακή λογοτεχνία κοινό και, απ’ την άλλη, ένας ορίζοντας προσδοκίας για την παραγωγή διαρκώς περισσότερων τέτοιων βιβλίων, προϊόντων μιας πολιτισμικής βιομηχανίας που, όπως εύστοχα είχαν δει οι Adorno και Horkheimer, ωθεί στην παθητικότητα και επιπλέον δεν αφήνει να αναδυθούν εναλλακτικές προτάσεις, δυσκολότερες γραφές. Η ίδια μάλιστα η εκδοτική δραστηριότητα, ζαλισμένη από τα εύκολα κέρδη και τις ογκώδεις πωλήσεις, ανατροφοδοτεί αυτόν τον ορίζοντα προσδοκίας, δημιουργώντας μια συντονισμένη, συνενοχική σχέση εκδοτών και γυναικείου κοινού με καταλύτη το εύκολο δάκρυ. Και ανάγει, για λόγους καθωσπρεπισμού, το παραλογοτεχνικό ρομάντζο σε "γυναικεία λογοτεχνία" με τρόπο ανάλογο με αυτόν που οι ταινίες δράσης θα μπορούσαν να περιγραφούν εξωραϊστικά ως "ανδρική κινηματογραφία"...

17 Ιουν 2009

Στην τροπική ζώνη

Διάφορα λέγονται αυτές τις μέρες για τις ταραχές στο Ιράν, μια χώρα της Μέσης Ανατολής που βρίσκεται αρκετά μακριά μας τόσο γεωγραφικά όσο και, υποτίθεται, πολιτισμικά ώστε να μας επιτρέπεται να χαζέψουμε, να σχολιάσουμε όσα διαδραματίζονται με πόζα φιλοπερίεργου Δυτικού που, όταν δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει, αγωνιά για την τύχη ‘αυτών εκεί κάτω’ που ζουν υπό ένα θεοκρατικό καθεστώς δίχως στοιχειώδεις ελευθερίες. Μέσα σ’ όλα αυτά όμως μας διαφεύγουν τα συμβαίνοντα σε μια άλλη χώρα της Μέσης Ανατολής, στην οποία δολοφονούνται εν ψυχρώ αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας της, σε καθημερινή σχεδόν βάση εξαπολύονται εμπρηστικές επιθέσεις με γκαζάκια ή σημειώνονται βανδαλισμοί δημοσίων κτιρίων στο όνομα ενός ‘αντιεξουσιαστικού αγώνα’ κατά πάντων, πυρκαγιές κατακαίνε όσα δάση της έχουν απομείνει, ακροδεξιές και ‘ακροαριστερές’ οργανώσεις συμπλέκονται, διαπλέκονται, εμπλέκονται σε πράξεις βίας στο όνομα της προστασίας της χώρας από απρόσκλητους μετανάστες ή της προστασίας των μεταναστών από τις αυθαιρεσίες κρατικών αρχών. Και εν μέσω όλων αυτών νεαροί Ευρωπαίοι τουρίστες συρρέουν για να μεθοκοπήσουν, να ξεβρακωθούν, να γλεντήσουν ανενόχλητοι, ερχόμενοι στον τουριστικό αυτό προορισμό όπου καταφανώς όλα επιτρέπονται, για να βάλουν κι αυτοί το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι που λέγεται ασυδοσία και ατιμωρησία. Όσο για τους κατοίκους του τροπικού αυτού παραδείσου, τους ιθαγενείς δηλαδή, αυτοί, ασυγκίνητοι από όσα τραγελαφικά βλέπουν γύρω τους, σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις μειώσεις τιμών για να αγοράσουν ακριβά τζιπ ή πολυτελή αυτοκίνητα, προκειμένου να περιπλανηθούν στους ξεχαρβαλωμένους δρόμους της χώρας τους με τους λιγότερους δυνατούς κραδασμούς και τις περισσότερες δυνατές ψευδαισθήσεις. Η ζωή τους έχει γίνει ακριβή, οι δουλειές σπανίζουν, τα χρέη τους κυνηγάνε αλλά κανείς δε διαμαρτύρεται. Άλλωστε πώς και γιατί να διαμαρτυρηθούν από τη στιγμή που έχουν την τύχη να ζουν σε έναν τουριστικό παράδεισο όλη τους τη ζωή και όχι μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, όπως οι τουρίστες; Ας μην ξεχνάμε ότι η πολυπρόσωπη, πολυπλόκαμη αθλιότητα, το διεφθαρμένο κράτος, οι ανεπαρκείς, λαϊκιστές πολιτικοί, η ανενόχλητη, παντός είδους και πανταχού παρούσα τρομοκρατία, οι ρημαγμένοι, γεμάτοι σκουπίδια που πέταξαν διερχόμενοι οδηγοί δρόμοι και τα αδιάβατα πεζοδρόμια, η ανοιγμένη διάπλατα ψαλίδα μεταξύ κάποιων που μυστηριωδώς πλουτίζουν και το δείχνουν κυκλοφορώντας με ακριβά SUV ή ζώντας σε βίλες εφοδιασμένες με τελειοποιημένα συστήματα συναγερμού και των πολλών που εξαθλιώνονται καθημερινά περισσότερο, αποτελούν αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε τροπικού παραδείσου.

15 Ιουν 2009

Καλό καλοκαίρι

Όπως έλεγα και πέρσι αλλά και πρόπερσι τέτοιες ή περίπου τέτοιες μέρες, η έμφυτη ματαιότητα του blogging με χτυπάει κατακέφαλα με το που αρχίζουν να πιάνουν οι ζέστες, να μου κλείνει το μάτι η θάλασσα – μετράω ήδη τρία μπάνια που πολύ τα ευχαριστήθηκα – και γενικότερα με το που αρχίζουν στα καλά καθούμενα να μου έρχονται μυρωδιές αντηλιακών ή ψαριών που ψήνονται κάπου κοντά, βουλωμένα αυτιά από μακροβούτια ή από κολύμπι στα βαθιά, πράγματα δηλαδή που για μένα σημαίνουν ότι ήρθε η ώρα να αφήσω κι αυτό το έρημο το πληκτρολόγιο να κάνει τις διακοπές του για να χαθώ με τη σειρά μου στα κύματα. Βλέπετε με το καλοκαίρι έχω μια σχέση κάπως ιδιόρρυθμη. Αποφεύγω τις παραλίες αλλά όχι τη θάλασσα, αποφεύγω την πολυκοσμία αλλά όχι τις παρέες, αποφεύγω τη ζέστη αλλά όχι τις βουτιές σε κρύα νερά τις ζεστές μέρες. Συνεπεία όλων αυτών, συν του ότι σε ένα μήνα ακριβώς μπαίνω στα σαράντα, αυτό το καλοκαίρι θα το περάσω όσο μακρύτερα μπορώ από υπολογιστές, internet, αναρτήσεις στο blog προκειμένου να επιδοθώ απερίσπαστος σε έναν απολογισμό των μέχρι στιγμής πεπραγμένων μου. Με σκληρή αυτοκριτική διάθεση, εννοείται. Και αλύγιστη θέληση να βελτιωθώ ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως κολυμβητής, ως μακροβουτηχτής. Μέχρι να τα ξαναπούμε λοιπόν εύχομαι σε όλους καλά να περάσετε το καλοκαίρι αυτό, με ανθρώπους που σας ζεσταίνουν σε μέρη που σας δροσίζουν.

11 Ιουν 2009

Μια φωνή τόσο μακρινή, αλλά και τόσο οικεία

Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, παρότι μόλις 28 ετών, έχει ήδη καταφέρει πολλά και αξιοσημείωτα ως νέος επιστήμονας. Απόφοιτος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Berkeley, ο Κωνσταντίνος θεωρείται, σύμφωνα με δημοσίευμα των Νέων, ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά διεθνώς. Σε έναν περίπου μήνα θα μπει στις αίθουσες του Πανεπιστημίου ΜΙΤ της Βοστώνης για να διδάξει και, επιπλέον, πριν από μερικές εβδομάδες κατάφερε να ξεδιαλύνει έναν δύσκολο γρίφο της πληροφορικής, που έμενε άλυτος από το 1950. Δε θα πω περισσότερα γύρω από τα επιστημονικά επιτεύγματα του αξιοθαύμαστου Κωνσταντίνου, τα λέει άλλωστε το δημοσίευμα. Θα σταθώ όμως στο ερώτημα που του τέθηκε αν σκέφτεται κάποια στιγμή να γυρίσει στην Ελλάδα. Απάντησε λέγοντας ότι αν ερχόταν στην Ελλάδα πιθανότατα δε θα μπορούσε να συνεχίσει τις έρευνές του. Είπε ότι δε θα υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες, ενδεχομένως ούτε η απαραίτητη υποστήριξη στο ερευνητικό του έργο και δεν παρέλειψε να εκφράσει τους φόβους του ότι μπορεί να χανόταν στην ελληνική γραφειοκρατία. Οι φόβοι του αυτοί φαίνονται δυστυχώς δικαιολογημένοι. Με τα δημόσια πανεπιστήμιά μας να βρίσκονται στην κατάσταση που βρίσκονται, με ερευνητικά εργαστήρια - στα οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να λαμβάνει χώρα ανεμπόδιστη, ρηξικέλευθη επιστημονική έρευνα - να λεηλατούνται κάθε λίγο και λιγάκι από νεαρούς καταληψίες με τη σιγανή αλλά ανυποχώρητη υποστήριξη κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς, με τα μη δημόσια πανεπιστήμια να παραμένουν περιθωριοποιημένα και μη αναγνωρισμένα λόγω, μεταξύ άλλων, του φόβου του ανταγωνισμού που δύσκολα θα άντεχαν τα παραπαίοντα κρατικά, δε μου φαίνονται παράλογοι οι δισταγμοί του Κωνσταντίνου.
Η παρούσα κυβέρνηση ξεκίνησε μια ευρέως προβεβλημένη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος που φαίνεται όμως τελματωμένη. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με προεξάρχον το ΠΑΣΟΚ, δε φαίνονται διατεθειμένα να συνεργαστούν ούτε μεταξύ τους ούτε με το κυβερνών για να μπορέσει να βρεθεί μια διέξοδος από τα αδιέξοδα στα οποία έχει εγκλωβιστεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αποτέλεσμα αυτής της ατολμίας, της αδιαφορίας, της αδράνειας, της αναλγησίας θα έλεγα, ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι που έχουν πράγματα να δώσουν, όπως ο Κωνσταντίνος, νιώθουν ότι η Ελλάδα δεν τους θέλει, ότι αν κατάφερναν κάτι στη χώρα αυτή θα το κατάφερναν παρά και όχι χάρη στις συνθήκες που επικρατούν, σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει σε άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ. Άραγε θα υπάρξουν ποτέ και στην Ελλάδα πολιτικοί και κόμματα που θα τολμήσουν το μέχρι σήμερα ακατόρθωτο; Δηλαδή την έξοδο από τη στείρα, δημαγωγική μεταξύ τους αντιπαράθεση, τη δημιουργική, ανυστερόβουλη σύμπραξη - και όχι συμπαιγνία - για να βρεθούν λύσεις και προοπτικές, τη ρήξη με τα κάθε λογής μικροσυμφέροντα ή και μεγαλοσυμφέροντα που βασιλεύουν στο χώρο της παιδείας, με πρώτες και καλύτερες τις κομματικές νεολαίες;

8 Ιουν 2009

7,15 %

Aυτό ήταν το ποσοστό του ΛΑΟΣ στις ευρωεκλογές. Ή αλλιώς 366.562 ψήφοι. Επίσης, υπάρχει και το 1,27% του Πανελληνίου Μακεδονικού Μετώπου, των ‘μακεδονομάχων’ Παπαθεμελή και Ζουράρι. Δυο εθνικιστικά (‘πατριωτικά’ για τους ίδιους) κόμματα, που μαζί ξεπερνούν το ποσοστό του 8%. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Χωρίς μάλιστα να το ‘πάρουμε χαμπάρι’; Βλέπω τους δημοσιογράφους στα τηλεοπτικά μας κανάλια να αναφέρονται, με μάτια και στόματα ορθάνοιχτα από την ‘έκπληξη’, στην ‘άνοδο της ακροδεξιάς’. Προσφιλής τους συνήθεια αυτή, να δημιουργούν, συστηματικά και μεθοδευμένα ένα φαινόμενο και εν συνεχεία να πέφτουν, στις οθόνες μας, από τα σύννεφα αντικρίζοντας το δημιούργημά τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περασμένης τηλεοπτικής σεζόν προέβαλαν αναίσχυντα και σε καθημερινή βάση τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ μέσα από δελτία ειδήσεων ως μετριοπαθή, συχνότατα εύστοχο και επίκαιρο στις κρίσεις του σχολιαστή - αποφεύγοντας επιμελώς να του ζητήσουν να εκφράσει πολιτικές απόψεις που θα χάλαγαν τη συνταγή αυτή της προβολής του ως παιδιού της διπλανής πόρτας, που θα αποκάλυπταν το που στέκεται στο πολιτικοϊδεολογικό φάσμα - και όχι ως ακροδεξιό εθνικιστή. Και όταν άρχισε να φτάνει πια η ώρα των εκλογών, ο κύριος Καρατζαφέρης, με τόση δωρεάν τηλεπροβολή όλο τον περασμένο χειμώνα και μάλιστα σε ώρες υψηλής τηλεθέασης, φυσικά και δεν είχε ανάγκη το περιβόητο 1.000.000 ευρώ για την προεκλογική προβολή του κόμματός του, το οποίο και μπόρεσε, σε μια επίδειξη μεγαλοψυχίας - η οποία επίσης προεβλήθη δεόντως από τον ίδιο και τα ΜΜΕ - να προσφέρει στους φτωχούς. Η κανονικοποίησή του από τηλεδημοσιογράφους των δελτίων ειδήσεων ως έγκυρου σχολιαστή αλλά και ως σεβάσμιας προεδρικής μορφής - πάντα, όταν του ζητούσαν να σχολιάσει την επικαιρότητα ως δημοσιογράφος περισσότερο και όχι ως αρχηγός κόμματος, του απευθύνονταν με το σεβάσμιο ‘κύριε πρόεδρε’ -, η εύκολη λεία που βρήκε το ΛΑΟΣ στα πρόσωπα όλων αυτών των ψηφοφόρων που μη μπορώντας να τα βάλουν με όσους πραγματικά φταίνε και ανέκαθεν έφταιγαν για τα προβλήματά τους - φοροφυγάδες μεγαλοεισοδηματίες, παρανομούντες μεγαλοεπιχειρηματίες, διεφθαρμένους κομματανθρώπους και πολιτικούς - προτίμησαν να στραφούν κατά μιας άλλης εύκολης λείας, των μεταναστών, με ποδηγέτη και πρώτο τη τάξει εθναμύντορα τον κύριο Καρατζαφέρη, προκαλούν μεγάλα ερωτηματικά. Και μεγάλη ανησυχία. Ανοίγοντας ταυτόχρονα το εφιαλτικό, κατά την προσωπική μου άποψη, ενδεχόμενο στις επόμενες εθνικές εκλογές μια συμμαχία ΝΔ και ΛΑΟΣ να αποδειχτεί ισχυρότερη από οποιονδήποτε αντίπαλο και να οδηγήσει σε μια ακόμη κυβέρνηση Καραμανλή, με δεκανίκι το ακροδεξιό ΛΑΟΣ και τον κύριο Καρατζαφέρη σε κάποιο σημαντικό υπουργείο. Ας ελπίσουμε ότι μέχρι τότε οι κύριοι διαμορφωτές των εξελίξεων, δηλαδή τα τηλεοπτικά κανάλια, θα αποφασίσουν διαφορετικά.

7 Ιουν 2009

Kαφές με το δήμαρχο

Σκεφτόμουν σήμερα να συνέχιζα τις ασκήσεις ύφους των τελευταίων ημερών ανεβάζοντας ένα παραμύθι, μια παραβολή, κάτι τέλος πάντων που θα με εντυπωσίαζε ως εκφραστικό μέσο. Όμως, καμιά φορά η ίδια η ζωή γράφει τα πιο παραμυθένια σενάρια. Κι εμείς δε χρειάζεται να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας, απλώς να τα ζήσουμε. Έτσι λοιπόν, σήμερα το πρωί, βρέθηκα σε κεντρικό παραλιακό καφέ της Θεσσαλονίκης να απολαμβάνω τον καφέ μου μαζί με κάποια σαντουιτσάκια, κάτι που θεωρώ ιδανικό συνδυασμό για να ικανοποιηθεί ένα άδειο πρωινό στομάχι και ν’ ανοίξουν τα νυσταγμένα πρωινά βλέφαρα.

Καθόμουν σε ένα από τα τραπεζάκια μπροστά στα ανοιχτά πορτοπαράθυρα, στα σύνορα μεταξύ καφέ και πεζοδρομίου, ατενίζοντας τη θάλασσα. Κάποια στιγμή βλέπω να ρεζερβάρονται τα δυο κάτω μπροστινά τραπέζια, που ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο. Και άρχισα όπως ήταν φυσικό να αναρωτιέμαι ποιος άραγε να είχε κλείσει, Κυριακή πρωί, τραπεζάκια σε ένα καφέ επάνω στο πεζοδρόμιο. Η απορία μου δεν άργησε να λυθεί. Στην αρχή, στο ένα τραπεζάκι ήρθαν και έκατσαν μια γυναίκα και δυο άντρες με κάπως περίεργη συμπεριφορά. Δε μιλούσαν μεταξύ τους, περισσότερο κοιτούσαν τους άλλους θαμώνες. Σε λιγάκι η παράξενη αυτή "παρέα" μεγάλωσε: κατέφθασε ο δήμαρχος της πόλης συνοδευόμενος από διάφορους ανθρώπους και, αφού χαιρέτησε όσους κάθονταν στα διπλανά τραπέζια, κάθισε μαζί τους.

Ο δήμαρχος, ένας ευσταλής μεσήλικας, ήταν ο μόνος στην παρέα αυτή των εννιά - όπως τους μέτρησα - ανθρώπων που μιλούσε. Οι άλλοι όχι μόνο δε μιλούσαν, αλλά ακόμη κι αυτοί που κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλο αγνοούσαν τους διπλανούς τους: έμοιαζαν να έχουν δεθεί με κάποιο αόρατο νήμα με το δήμαρχο, έχοντας αυτιά και μάτια μόνο γι’ αυτόν. Κάπως έτσι πέρασε η ώρα, μέχρι που ο ευσταλής αυτός μεσήλικας που άκουγε στο αξίωμα δήμαρχος σηκώθηκε μαζί με δυο-τρεις της "παρέας" και έφυγε. Τότε συνέβη το εξής αξιοσημείωτο: όσοι από την "παρέα" είχαν μείνει μαζεύτηκαν στο ένα από τα δυο τραπεζάκια και σαν κάποιος να τους είχε αφαιρέσει τα αόρατα φίμωτρα που φορούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή, σαν μικροί μαθητές που ο δάσκαλος έφυγε για λίγο από την τάξη άρχισαν να μιλούν ζωηρά, να γελάνε δυνατά, να συμπεριφέρονται εν πάση περιπτώσει όπως θα περίμενε κανείς από μια πραγματική παρέα.

Το όλο σκηνικό μου φάνηκε μικρογραφία της μαυρογιαλούριας πολιτικής μας κουλτούρας. Ο εκλεγμένος άρχων, συνοδευόμενος από διάφορους κοινούς θνητούς, οι οποίοι όσο ήταν παρών δεν τολμούσαν να συνυπάρξουν μ’ αυτόν ως ίσοι προς ίσο αλλά περιορίζονταν να γελάνε με τα αστεία του, να απαντάνε στις ερωτήσεις του, να σιωπούν όλες τις υπόλοιπες στιγμές ώστε να ακούγεται μόνο αυτός, να παίζουν δηλαδή το ρόλο του συνοδού. Φανταζόμουν επιπλέον, όσο παρατηρούσα την "παρέα" αυτή όχι δημάρχους επαρχιακών πόλεων - γιατί η Θεσσαλονίκη παραμένει μια γιγαντωμένη επαρχιακή πόλη - αλλά πρωθυπουργούς βορειοευρωπαϊκών ή σκανδιναβικών χωρών, που μπορεί να κυκλοφορούν ασυνόδευτοι, να συνδιαλέγονται με τους συμπολίτες τους φυσιολογικά, όχι σαν πλασιέ με τους πελάτες τους αλλά σαν απλοί πολίτες που κάποια στιγμή τους έλαχε να αποκτήσουν κάποιο δημόσιο αξίωμα. Χωρίς καθωσπρεπισμούς, ψεύτικες ευγένειες, αρχοντοχωριάτικες συμπεριφορές. Και κυρίως χωρίς αυτή την τεράστια, αδικαιολόγητη απόσταση μεταξύ απλού πολίτη και εκλεγμένου άρχοντα. Άραγε, θα καταφέρουμε ποτέ να ξεπεράσουμε τον εγγεγραμμένο στα γονίδιά μας ραγιαδισμό μας;

6 Ιουν 2009

Ο κήπος



Όταν βλέπω καθημερινά να κατηγορούμε τους πολιτικούς για την κατάντια του πολιτικού μας συστήματος, τα σκάνδαλα που έχουν στιγματίσει τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, το χαμηλό επίπεδο του πολιτικού λόγου που αρθρώνεται σήμερα, την έλλειψη πολιτικής σκέψης και οραμάτων, μια εικόνα μου έρχεται στο νου. Σκέφτομαι ένα μικρό σπιτάκι με ένα μεγάλο κήπο. Στο σπιτάκι αυτό μας φαντάζομαι να ζούμε όλοι εμείς που έχουμε αγανακτήσει με τους πολιτικούς μας, που δεν αντέχουμε άλλο, που δεν ψηφίζουμε ή ψηφίζουμε εν γνώσει μας ότι δεν περιμένουμε αυτή η ψήφος να αλλάξει τίποτα. Όλη μας τη ζωή μας βλέπω να την περνάμε μέσα στο σπιτάκι μας, ασχολούμενοι με τις ιδιωτικές μας ζωές. Με τον μεγάλο κήπο δεν ασχολείται κανείς, έχει πολλή δουλειά βλέπετε η φροντίδα του και γι’ αυτό έχει μείνει απεριποίητος. Με τα χρόνια αφροντισιάς φύτρωσαν σε αυτόν άσχημα αγριόχορτα, που μέρα με τη μέρα ψηλώνουν και ξεφυτρώνουν παντού. Κι εμείς, αντί να αντιλαμβανόμαστε ότι τα αγριόχορτα εμφανίστηκαν ακριβώς λόγω της δικής μας, χρόνιας και αμείωτης απροθυμίας να ασχοληθούμε με τον κήπο μας, κατηγορούμε τα ίδια για την ύπαρξή τους. Δεν κουραζόμαστε, ολημερίς κι ολονυχτίς, να τους ρίχνουμε το φταίξιμο λέγοντας πόσο άσχημα έχουν γίνει, διαπιστώνοντας πως ξεφυτρώνουν παντού, διαμαρτυρόμενοι ο ένας στον άλλο πως δε θέλουμε πια να τα βλέπουμε μπροστά μας κάθε φορά που κοιτάζουμε έξω από το παράθυρο, πως δεν πάει άλλο. Και όμως, εξακολουθούμε να μην κάνουμε τίποτα, να αφήνουμε τον κήπο μας στην τύχη του, παρότι κάθε πρωί βλέπουμε ότι η κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει. Μάλιστα, όσο χειρότερη η εικόνα που παρουσιάζει, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πόση δουλειά θα απαιτούνταν για να τον ομορφύνουμε, για να βάλουμε μια τάξη στο χάλι αυτό που βλέπουμε. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε μέρα γινόμαστε όλο και πιο αναβλητικοί, καθώς η απαιτούμενη για τη φροντίδα του δουλειά μοιάζει βουνό που ψηλώνει μαζί με τα αγριόχορτα. Έτσι και με τον κήπο που λέγεται πολιτική. Καθημερινά συνειδητοποιούμε ότι αποτελεί, η πολιτική, πολύ σημαντική υπόθεση για να την αφήσουμε στους πολιτικούς, αλλά αυτό ακριβώς κάνουμε. Αντί να ασχολούμαστε οι ίδιοι με τον κήπο αυτόν, τον αφήνουμε στην τύχη, στο έλεος των αγριόχορτων, με τις συνέπειες που αυτό έχει. Κι αντί να αναλογιζόμαστε τις ευθύνες μας, κατηγορούμε τους ίδιους τους πολιτικούς - τους κάθε λογής κομματανθρώπους, τους ‘αφήστε με να ολοκληρώσω’, τα κάθε καρυδιάς καρύδια που αφήσαμε να κυριαρχήσουν - που ξεφυτρώνουν παντού. Ξεχνώντας ότι δικός μας ήταν απ’ την αρχή ο κήπος, ότι εμείς τον αφήσαμε να ρημάξει, ότι δε φταίνε τα αγριόχορτα που κάνουν την εμφάνισή τους αφού εμείς δε βάλαμε ένα χεράκι για να τον κάνουμε λίγο ανθρώπινο. Μήπως όμως ήρθε ο καιρός να βγούμε σιγά-σιγά απ’ το σπιτάκι μας κι από την απραξία;

5 Ιουν 2009

Mια φορά κι έναν καιρό...



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό βασίλειο όπου όλοι ζούσαν ευτυχισμένοι. Οι κάτοικοί του από το πρωί ως το βράδυ απολάμβαναν τον ήλιο που χειμώνα-καλοκαίρι έλουζε τις πεδιάδες, τα βουνά, τα λιβάδια της μικρής τους χώρας και περνούσαν τον καιρό τους ειρηνικά και χωρίς πολλές έγνοιες, ασχολούμενοι με τις δουλειές τους. Όμως, το μικρό βασίλειο μαστίζονταν από μεγάλες διαμάχες και ίντριγκες μεταξύ τριών δυναστειών για το ποιος θα κυβερνήσει. Η πρώτη δυναστεία ξεκινούσε από τον Κωνσταντίνο τον Τριφασικό (Καραμανλή Α΄) - τον έλεγαν έτσι επειδή εφάρμοζε το λεγόμενο 'τριφασικό' εκλογικό σύστημα για να εκλέγεται στο θρόνο -, ο οποίος είχε βασιλέψει πριν πολλά χρόνια αφήνοντας τις καλύτερες αναμνήσεις στους υπηκόους του, ιδίως σε αυτούς που ζούσαν αναλαμβάνοντας εργολαβίες για να χτιστούν μεγάλα σπίτια που στέγαζαν πολλούς υπηκόους μαζί και τα έλεγαν πολυκατοικίες. Aντίπαλο για το θρόνο είχε τον Γεώργιο τον Ανένδοτο (Παπανδρέου Α΄), ιδρυτή μιας άλλης μεγάλης δυναστείας, ο οποίος και διαδέχτηκε τον Κωνσταντίνο τον Τριφασικό μετά την πρώτη περίοδο βασιλείας του Κωνσταντίνου. Ο Γεώργιος ο Ανένδοτος είχε κι έναν γιο, τον Ανδρέα τον Λαοφιλή (Παπανδρέου Β΄) ο οποίος αποδείχτηκε όχι μόνο άξιος διάδοχος και διεκδικητής του θρόνου αλλά έφτιαξε και την παράταξη των Πράσινων, για να οργανώσει καλύτερα τις διεκδικήσεις της βασιλείας της μικρής μας χώρας από τη δυναστεία που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του. Αντίπαλό του είχε, όσο βασίλεψε, τον Κωνσταντίνο τον Ψηλό (Μητσοτάκη Α΄), ιδρυτή της τρίτης δυναστείας. Ο Κωνσταντίνος ο Ψηλός, αν και δεν κατάφερε να βασιλέψει για πολλά χρόνια, φρόντισε να αφήσει καλούς διαδόχους και να τους καθοδηγεί για να βασιλέψουν πολλά-πολλά χρόνια όταν έρθει η σειρά τους. Παρότι λοιπόν στις μέρες μας βασιλεύει ο Κωνσταντίνος ο Αφασικός (Καραμανλής Β΄), ανιψιός του Κωνσταντίνου του Τριφασικού, ο οποίος ξέχασα να πω ότι έφτιαξε και την παράταξη των Γαλάζιων της οποίας και ηγείται ο ανιψιός του, οι διάδοχοι του Κωνσταντίνου του Ψηλού έχουν μεγάλες προσδοκίες. Πρώτη και καλύτερη, η Θεοδώρα η Υπομονετική (Μητσοτάκη Β΄) περιμένει να διαδεχτεί τον Κωνσταντίνο τον Αφασικό στην αρχηγία των Γαλάζιων και να γίνει η πρώτη βασίλισσα της μικρής αυτής χώρας. Άραγε θα τα καταφέρει; Ας μην ξεχνάμε ότι και στην αντίπαλη παράταξη, αυτή των Πράσινων, υπάρχει ο Γιωργάκης ο Ευγενικός (Παπανδρέου Γ΄), που έχει γίνει αρχηγός της και περιμένει κι αυτός να έρθει η σειρά του να ανέβει στο θρόνο του μικρού βασιλείου. Α, να πω και ότι στη μικρή αυτή χώρα η βασιλεία καταργήθηκε με δημοψήφισμα μεταξύ των ηλιόλουστων κατοίκων της πριν πολλά χρόνια. Αλλά ποιος τα λογαριάζει αυτά.

3 Ιουν 2009

Προεκλογικές συγκεντρώσεις: ένας φίλος ήρθε απόψε απ' τα παλιά



Αυτές τις μέρες γίνονται οι μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις των μεγάλων κομμάτων. Χτες στη Θεσσαλονίκη του Γιώργου Παπανδρέου, σήμερα η μεγάλη συγκέντρωση στη συμπρωτεύουσα του πρωθυπουργού και αύριο και μεθαύριο οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις στην Αθήνα, για να κλείσει με αυτές η προεκλογική περίοδος. Οι προεκλογικές συγκεντρώσεις μας έρχονται από παλιά. Ιδίως, μεταπολιτευτικά, από τη δεκαετία του ’80, στην οποία γνώρισαν τις μεγάλες δόξες τους με τον άφθαστο σε μεσσιανικές εμφανίσεις Ανδρέα Παπανδρέου να δονεί τα πλήθη με τη φωνή του, υπό τη συνοδεία της υποβλητικής μουσικής που δανείστηκα για την ανάρτηση αυτή. Από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Πλέον ζούμε στην εποχή του internet, σε μια εποχή νέων μορφών και τεχνολογιών ενημέρωσης και επικοινωνίας, διαφορετικών τρόπων να έρχονται σε επαφή πολίτες και πολιτικοί. Θεωρώ τις μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις κατάλοιπο του παρελθόντος, που έχει ξεπεραστεί από τις σημερινές συνθήκες. Γι’ αυτό και στήνονται όλο και πιο προσεκτικά, μια και διαρκώς λιγότεροι πολίτες προτίθενται να σπεύσουν σε αυτές με τη θέλησή τους, με οργανωμένους οπαδούς που μεταφέρονται έτοιμοι, με πανό και σημαίες στο μέρος που θα γίνει η συγκέντρωση για να φωνάξουν συνθήματα, να χειροκροτήσουν, να ζητωκραυγάσουν. Αποτελούν έναν παλαιάς κοπής τρόπο επικοινωνίας, σύμφωνα με τον οποίο ο πολιτικός μιλά και το ανώνυμο πλήθος από κάτω αλαλάζει. Σήμερα, στην εποχή των μεγάλων προβλημάτων αλλά και της αυξανόμενης απόστασης που νιώθουν οι πολίτες να τους χωρίζει από τα κόμματα και τα επιτελεία τους, θα έβρισκα πιο αρμόζουσες για να έρθουν σε επαφή οι πολίτες με τα κόμματα όχι μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις αλλά ανοιχτές συζητήσεις, στις οποίες οι πολίτες θα είχαν μια πιο ισότιμη συμμετοχή: συζητήσεις όχι μόνο προεκλογικά αλλά και μεταξύ εκλογών, πάνω στα σημαντικά προβλήματα - περιβάλλον, παγκοσμιοποίηση, κοινωνικά ζητήματα, υγεία, παιδεία, πολιτισμός - που όλους μας απασχολούν, με εκπροσώπους των κομμάτων που ζητάνε την ψήφο μας. Οι μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις που σαν από κεκτημένη ταχύτητα από το μακρινό παρελθόν εξακολουθούν να διοργανώνουν τα κόμματα δε νομίζω ότι προσφέρουν πλέον τίποτα και από αυτή την άποψη, της ανταλλαγής απόψεων πάνω σε μείζονα ζητήματα. Αντιθέτως, ταλαιπωρούν τα κέντρα των μεγάλων πόλεων και τους κατοίκους τους με την αναστάτωση που προκαλούν, οι συγκεντρωμένοι αφήνουν συνήθως πίσω τους πολλά κιλά σκουπιδιών και το κυριότερο: κανένας πλην των οργανωμένων οπαδών δε συγκινείται, δεν επηρεάζεται και δε θα συμμετείχε σε αυτές ως υπεύθυνος πολίτης. Όσοι συμμετέχουν σ’ αυτές λειτουργούν περισσότερο όχι ως πολίτες αλλά σαν χειροκροτητές, οπαδοί, ενθουσιώδες, απρόσωπο πλήθος. Καλό θα ήταν νομίζω να τα αντιληφθούν όλα αυτά και τα κόμματα και να αναρωτηθούν αν θέλουν να ζητούν την ψήφο κοπαδιών χειροκροτητών ή σκεπτόμενων πολιτών, αναδιοργανώνοντας τις προεκλογικές τους καμπάνιες αναλόγως.

2 Ιουν 2009

Τραγωδίες και τραγωδίες

Βλέπω στις εφημερίδες, κάθε λεπτό που περνά, όλο και λεπτομερέστερα ρεπορτάζ γύρω από το αεροσκάφος της Air France που εξαφανίστηκε από τα ραντάρ χτυπημένο πιθανώς από κεραυνό: 'σενάρια' γύρω από το τι μπορεί να συνέβη, αναλύσεις, κρίσεις, εκτιμήσεις, δεήσεις. Και ταυτόχρονα σκέπτομαι ότι τις ώρες που γράφονται αυτές οι γραμμές σε εφημερίδες ανά την υφήλιο δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους σε χώρες του 'Τρίτου Κόσμου' από βομβιστικές επιθέσεις, ανταλλαγές εμφύλιων πυρών, ατελείωτη πείνα, αρρώστιες οι οποίες στην 'πολιτισμένη' Δύση δε μας κοστίζουν παρά μια κακοδιαθεσία, έλλειψη πόσιμου νερού, μολύνσεις. Αλλά για μια στιγμή, σα να ξέχασα το σημαντικότερο: ξέχασα ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι δε μετράνε, δεν αξίζουν ούτε μια αράδα στις εφημερίδες. Γιατί; Διότι απλώς κάνουν τη δουλειά τους, δηλαδή πεθαίνουν. Όπως τα μοσχαράκια, τα γουρουνάκια ή τα ελάφια που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν σε εκτροφεία προκειμένου κάποια στιγμή, σε κάποιο γκουρμέ εστιατόριο, να τα κατασπαράξουμε, πιθανότατα στη διάρκεια ενός ρομαντικού δείπνου υπό το φως κεριών, έτσι κι αυτοί: γεννιούνται και ζουν για να πεθάνουν. Και όταν πεθάνουν, έχοντας ολοκληρώσει τον σύντομο κύκλο ζωής που τους επιβλήθηκε από τον υπερβολικό, καταναλωτικό, ανάλγητο πολιτισμό μας, θα επιστρέψουν εκεί όπου έζησαν και τη ζωή τους: στην ανυπαρξία. Γι’ αυτό και δεν λογαριάζονται για άνθρωποι εξίσου ανθρώπινοι με αυτούς του γαλλικού Airbus. Οι τελευταίοι είχαν ένα προσδόκιμο ζωής γύρω στα ογδόντα, εξασφαλισμένη μια υψηλή ποιότητα ζωής απαλλαγμένη όσο το δυνατόν περισσότερο από ενοχλητικές ασθένειες, με γαστριμαργικές απολαύσεις, ταξίδια, αμέτρητα γκάτζετς, σπίτια, γρήγορα αυτοκίνητα που στερήθηκαν ξαφνικά. Τραγική η απώλειά τους, πάντα τραγική η απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Τραγικότερη όμως η διαβάθμιση της τραγικότητας, η προσεκτικά, με γεωμετρική ακρίβεια, ρεγουλαρισμένη ευαισθησία, που ξεχειλίζει για τους 'δικούς μας' αλλά απουσιάζει παντελώς για τους 'άλλους', αυτούς που γεννιούνται προορισμένοι να πεθάνουν.